Σε μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων στην παγκόσμια αγορά εργασίας, οι νέες δεξιότητες και η τεχνητή νοημοσύνη διαμορφώνουν εκ νέου το μέλλον της απασχόλησης, με τις πολιτικές αποφάσεις να καθορίζουν αν εργαζόμενοι και επιχειρήσεις θα είναι έτοιμοι να ανταποκριθούν. Αυτό επισημαίνει σε άρθρο της η Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, Γενική Διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, υπογραμμίζοντας ότι η τεχνολογική πρόοδος, αν και ιστορικά έχει μετασχηματίσει την εργασία, δεν έχει πάντα μοιράσει δίκαια τα οφέλη της.
Όπως αναφέρει, η τεχνητή νοημοσύνη και οι ψηφιακές τεχνολογίες αλλάζουν ριζικά το σημερινό εργασιακό περιβάλλον, με τις πρόσφατες απολύσεις σε μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες να αποδεικνύουν ότι ακόμη και οι πρωτοπόροι της καινοτομίας δεν είναι απρόσβλητοι από τις ανατροπές. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, νέοι ρόλοι, καθήκοντα και επαγγέλματα αναδύονται, δημιουργώντας εναλλακτικές διαδρομές ευημερίας δίπλα στην αυτοματοποίηση.
Σύμφωνα με ανάλυση του ΔΝΤ σε εκατομμύρια διαδικτυακές αγγελίες εργασίας, η ζήτηση για νέες δεξιότητες αυξάνεται με ταχύ ρυθμό. Στις ανεπτυγμένες οικονομίες, μία στις δέκα αγγελίες απαιτεί πλέον τουλάχιστον μία νέα δεξιότητα, ενώ στις αναδυόμενες αγορές το ποσοστό ανέρχεται σε μία στις είκοσι. Η μεγαλύτερη ζήτηση καταγράφεται σε επαγγελματικούς, τεχνικούς και διοικητικούς ρόλους, με την πληροφορική να συγκεντρώνει πάνω από το μισό αυτής της ζήτησης. Παράλληλα, αναπτύσσονται εξειδικευμένες δεξιότητες ανά κλάδο, όπως η τηλεϊατρική και η ψηφιακή υγεία στον τομέα της περίθαλψης ή η διαχείριση κοινωνικών δικτύων στο μάρκετινγκ.
Η ταχεία αυτή μετάβαση εντείνει την ανησυχία των εργαζομένων, καθώς σχεδόν το 40% των θέσεων εργασίας παγκοσμίως εκτίθεται σε αλλαγές που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη. Οι φόβοι για απώλεια θέσεων και συρρίκνωση ευκαιριών για ορισμένες κοινωνικές ομάδες καθιστούν, κατά την κ. Γκεοργκίεβα, επιτακτική την ανάγκη για προνοητική και ολοκληρωμένη χάραξη πολιτικής.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι νέες δεξιότητες συνοδεύονται από υψηλότερες αμοιβές. Στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι αγγελίες που απαιτούν νέες δεξιότητες προσφέρουν κατά μέσο όρο μισθούς αυξημένους κατά περίπου 3%, ενώ θέσεις που απαιτούν τέσσερις ή περισσότερες νέες δεξιότητες φτάνουν να πληρώνουν έως και 15% περισσότερο στο Ηνωμένο Βασίλειο και 8,5% περισσότερο στις ΗΠΑ. Η αύξηση αυτή ενισχύει και τις τοπικές οικονομίες, καθώς η υψηλότερη κατανάλωση δημιουργεί επιπλέον θέσεις εργασίας.
Ωστόσο, τα οφέλη δεν κατανέμονται ισόρροπα. Οι εργαζόμενοι υψηλής και χαμηλής ειδίκευσης φαίνεται να κερδίζουν περισσότερο, ενώ οι μεσαίας ειδίκευσης θέσεις, όπως οι τυπικές διοικητικές εργασίες γραφείου, πιέζονται. Η εικόνα είναι ακόμη πιο σύνθετη όσον αφορά τις δεξιότητες που σχετίζονται άμεσα με την τεχνητή νοημοσύνη. Παρότι συνοδεύονται από μισθολογικό πλεονέκτημα, δεν έχουν μέχρι στιγμής συμβάλει σε αύξηση της απασχόλησης. Αντίθετα, σε περιοχές με υψηλή ζήτηση για δεξιότητες AI, η απασχόληση σε ευάλωτα επαγγέλματα είναι χαμηλότερη, εξέλιξη που πλήττει ιδιαίτερα τους νέους που εισέρχονται στην αγορά εργασίας.
Η Γενική Διευθύντρια του ΔΝΤ τονίζει ότι αυτές οι εξελίξεις δεν είναι αναπόφευκτες. Το Ταμείο ανέπτυξε Δείκτη Ανισορροπίας Δεξιοτήτων, ο οποίος αποτυπώνει τη σχέση μελλοντικής ζήτησης και προσφοράς δεξιοτήτων, συμπληρώνοντας τον Δείκτη Ετοιμότητας για την Τεχνητή Νοημοσύνη. Χώρες με υψηλή ζήτηση αλλά περιορισμένη προσφορά, όπως η Βραζιλία, το Μεξικό και η Σουηδία, καλούνται να επενδύσουν στην εκπαίδευση και την κατάρτιση, ενώ άλλες, με άφθονο ταλέντο αλλά χαμηλότερη ζήτηση, χρειάζονται πολιτικές που ενισχύουν την καινοτομία και τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων. Οι αναδυόμενες και χαμηλού εισοδήματος οικονομίες θα χρειαστούν συνδυασμό και των δύο προσεγγίσεων.
Καταληκτικά, η κ. Γκεοργκίεβα επισημαίνει ότι η επιτυχία της μετάβασης στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης δεν είναι μόνο οικονομικό ζήτημα. Η εργασία συνδέεται με την αξιοπρέπεια και τον σκοπό στη ζωή των ανθρώπων. Γι’ αυτό, όπως τονίζει, απαιτούνται άμεσα τολμηρές αποφάσεις: επένδυση στις δεξιότητες, στήριξη των εργαζομένων στις μεταβάσεις και διατήρηση ανταγωνιστικών αγορών, ώστε η καινοτομία να ωφελεί το σύνολο της κοινωνίας.



























