Για χρόνια, η σχέση ανάμεσα στην παχυσαρκία και τον καρκίνο θεωρούνταν ένα σχετικά καλά χαρτογραφημένο πεδίο. Οι διεθνείς οργανισμοί υγείας προειδοποιούσαν ότι το αυξημένο σωματικό βάρος συνδέεται με τουλάχιστον 13 μορφές καρκίνου, μια εκτίμηση που διαμόρφωσε τόσο τις πολιτικές δημόσιας υγείας όσο και την επιστημονική έρευνα.
Ωστόσο, μια νέα μετα-ανάλυση που δημοσιεύθηκε στο Nature Metabolism έρχεται να ανατρέψει αυτή την εικόνα, υποδεικνύοντας ότι η σύνδεση της παχυσαρκίας με τον καρκίνο είναι πολύ μεγαλύτερη από ό,τι πιστεύαμε μέχρι σήμερα.
Η μελέτη αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες και πιο ολοκληρωμένες ανασκοπήσεις που έχουν πραγματοποιηθεί ποτέ για το συγκεκριμένο ζήτημα.
Τα στοιχεία της μελέτης για τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου
Οι ερευνητές συγκέντρωσαν δεδομένα από 226 επιστημονικές δημοσιεύσεις, καλύπτοντας περισσότερα από 1,5 εκατομμύριο περιστατικά καρκίνου σε 23 χώρες και 6 μεγάλες γεωγραφικές περιοχές και καταγράφοντας έναν πρωτοφανή αριθμό 557 ξεχωριστών συσχετίσεων ΔΜΣ-κινδύνου καρκίνου σε 25 κοινούς τύπους καρκίνου.
Το αποτέλεσμα είναι μια νέα χαρτογράφηση του τρόπου με τον οποίο ο δείκτης μάζας σώματος (ΔΜΣ) επηρεάζει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου σε παγκόσμια κλίμακα.
Τα ευρήματα δείχνουν ότι η αύξηση του ΔΜΣ συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης 19 διαφορετικών τύπων καρκίνου, σημαντικά περισσότερων από τους 13 που αναγνώριζαν μέχρι σήμερα οι διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες, με τις εκτιμήσεις κινδύνου να ποικίλλουν σχεδόν 20 φορές σε μέγεθος μεταξύ των διαφορετικών τύπων καρκίνου.
Η ισχύς αυτής της συσχέτισης διαφέρει σημαντικά ανάλογα με τον τύπο της νόσου. Για κάθε αύξηση κατά πέντε μονάδες στον ΔΜΣ, ο κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου του ενδομητρίου αυξάνεται κατά 58%, ενώ για το αδενοκαρκίνωμα του οισοφάγου η αύξηση φτάνει το 47%.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι η ανάλυση εντόπισε συνδέσεις με μορφές καρκίνου που μέχρι σήμερα δεν θεωρούνταν επίσημα συσχετιζόμενες με την παχυσαρκία. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η λευχαιμία, το λέμφωμα non-Hodgkin, ο καρκίνος της ουροδόχου κύστης και το γλοίωμα, ένας τύπος όγκου του εγκεφάλου. Αν και οι αυξήσεις κινδύνου σε αυτές τις περιπτώσεις είναι μικρότερες, το εύρημα διευρύνει σημαντικά το πεδίο των πιθανών επιπτώσεων που μπορεί να έχει το υπερβολικό σωματικό βάρος στην καρκινογένεση.
Οι ερευνητές δεν περιορίστηκαν μόνο στην παρατήρηση στατιστικών συσχετίσεων. Χρησιμοποίησαν επίσης μεθόδους γενετικής ανάλυσης, οι οποίες αξιοποιούν κληρονομικές γενετικές παραλλαγές ως «φυσικά πειράματα» για να διερευνήσουν αν μια σύνδεση είναι πιθανό να είναι αιτιώδης και όχι απλώς συσχέτιση. Τα αποτελέσματα ενίσχυσαν πολλές από τις παρατηρούμενες συνδέσεις, αν και όχι σε όλες τις περιπτώσεις με τον ίδιο βαθμό βεβαιότητας.
Ίσως το πιο σημαντικό εύρημα της μελέτης είναι ότι οι κίνδυνοι δεν κατανέμονται ομοιόμορφα στον παγκόσμιο πληθυσμό.
Έντονες γεωγραφικές διαφοροποιήσεις και όχι μόνο
Οι αναλύσεις αποκάλυψαν έντονες γεωγραφικές διαφοροποιήσεις. Για παράδειγμα, η αύξηση του ΔΜΣ συνδέθηκε με περίπου διπλάσιο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού μετά την εμμηνόπαυση στις γυναίκες της Ανατολικής Ασίας σε σύγκριση με τις Ευρωπαίες. Πρόκειται για μια ένδειξη ότι τα αποτελέσματα που προκύπτουν από δυτικούς πληθυσμούς δεν μπορούν πάντα να γενικευθούν σε ολόκληρο τον κόσμο.
Αντίστοιχες διαφοροποιήσεις καταγράφηκαν και μεταξύ ανδρών και γυναικών. Ο συσχετισμός ανάμεσα στην παχυσαρκία και τον καρκίνο του παχέος εντέρου ήταν σημαντικά ισχυρότερος στους άνδρες, ενώ η σύνδεση με τον καρκίνο της χοληδόχου κύστης εμφανίστηκε εντονότερη στις γυναίκες. Τα δεδομένα υποδηλώνουν ότι βιολογικοί, ορμονικοί αλλά και περιβαλλοντικοί παράγοντες πιθανόν επηρεάζουν διαφορετικά τον τρόπο με τον οποίο το αυξημένο σωματικό βάρος μεταφράζεται σε κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου.
Παράλληλα, η μελέτη εξέτασε αν άλλοι δείκτες παχυσαρκίας, όπως η περιφέρεια μέσης, προσφέρουν καλύτερη πρόβλεψη κινδύνου από τον κλασικό ΔΜΣ. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι δύο δείκτες παρέχουν σε γενικές γραμμές παρόμοιες εκτιμήσεις, αν και για ορισμένους τύπους καρκίνου καταγράφηκαν μικρές διαφορές.
Κενά γνώσης σε κάποιες χώρες
Η νέα ανάλυση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η παχυσαρκία εξελίσσεται σε μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τα συστήματα υγείας παγκοσμίως. Τα ποσοστά αυξάνονται με ταχείς ρυθμούς όχι μόνο στις ανεπτυγμένες οικονομίες αλλά και σε χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, όπου οι επιπτώσεις ενδέχεται να γίνουν ιδιαίτερα αισθητές τις επόμενες δεκαετίες.
Σύμφωνα με τους συγγραφείς, η κατανόηση του πραγματικού εύρους της σχέσης μεταξύ παχυσαρκίας και καρκίνου είναι κρίσιμη τόσο για τη διαμόρφωση πολιτικών πρόληψης όσο και για τον σχεδιασμό μελλοντικών παρεμβάσεων δημόσιας υγείας.
Την ίδια στιγμή, η έρευνα αναδεικνύει και τα κενά γνώσης που εξακολουθούν να υπάρχουν. Περιοχές όπως η Αφρική, η Νότια Ασία και η Κεντρική Αμερική παραμένουν υποεκπροσωπούμενες στις μεγάλες μακροχρόνιες επιδημιολογικές μελέτες, γεγονός που περιορίζει την ικανότητα των επιστημόνων να κατανοήσουν πλήρως πώς οι παράγοντες κινδύνου διαμορφώνονται σε διαφορετικούς πληθυσμούς.






























