«Δεν υπήρχαν αποδείξεις ότι το Ιράν ήταν κοντά στην κατασκευή πυρηνικού όπλου», δήλωσε στο Scientific American ο Jeffrey Lewis από το Middlebury Institute of International Studies στην Καλιφόρνια. Η άποψή του συμφωνεί με εκείνη άλλων ειδικών που τοποθετήθηκαν μετά την έναρξη του πολέμου, καθώς και με δηλώσεις του επικεφαλής της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας, Rafael Grossi, αλλά και με την ετήσια έκθεση αξιολόγησης απειλών των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών.
Σύμφωνα με τη Διεθνή Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας, μέχρι τον Ιούνιο του 2025 το Ιράν διέθετε περίπου 441 κιλά ουρανίου εμπλουτισμένου στο 60%. Το ποσοστό αυτό αφορά την αναλογία του ισοτόπου ουρανίου-235 (U-235) στο υλικό. Θεωρητικά, αν το ουράνιο αυτό εμπλουτιζόταν περαιτέρω στο 90%, δηλαδή στο επίπεδο που απαιτείται για πυρηνικά όπλα, θα μπορούσε να επαρκεί για περίπου 10 πυρηνικές κεφαλές. Η διαδικασία αυτής της τελικής φάσης εμπλουτισμού θα μπορούσε να διαρκέσει μερικές εβδομάδες σε ένα πλήρως λειτουργικό πυρηνικό συγκρότημα, κάτι που πιθανώς εξηγεί το χρονοδιάγραμμα που ανέφερε ο Τραμπ. Ωστόσο, ακόμη και αυτή η εξέλιξη δεν θα σήμαινε ότι το Ιράν θα διέθετε άμεσα έτοιμη πυρηνική βόμβα. Επιπλέον, οι κύριες εγκαταστάσεις εμπλουτισμού του Ιράν είχαν, σύμφωνα με τον Τραμπ, «καταστραφεί πλήρως» μετά τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς σε τρεις υπόγειες πυρηνικές εγκαταστάσεις τον Ιούνιο.
Παρόλα αυτά, ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ Steve Witkoff υποστήριξε στις 3 Μαρτίου, μετά την έναρξη των εχθροπραξιών, ότι το Ιράν είχε την ικανότητα να κατασκευάσει 11 πυρηνικές βόμβες.
Οι αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ φαίνεται να μην συμπεριέλαβαν πυρηνικούς τεχνικούς εμπειρογνώμονες στις διαπραγματευτικές ομάδες πριν από τον πόλεμο, γεγονός που επιδεινώνει την αβεβαιότητα για τις πραγματικές δυνατότητες του Ιράν.
Αν η χώρα είχε πράγματι καταφέρει να αποκαταστήσει τις εγκαταστάσεις της, θα μπορούσε να επανεκκινήσει τον εμπλουτισμό ουρανίου μέσα σε μήνες όχι όμως μέσα σε εβδομάδες, όπως επισημαίνει ο Lewis, τονίζοντας ότι προς το παρόν όλα αυτά βασίζονται σε υποθέσεις.
Η διαδικασία εμπλουτισμού ουρανίου είναι ιδιαίτερα περίπλοκη
Η χημικός Cheryl Rofer εξηγεί στο αμερικανικό περιοδικό ότι όλα ξεκινούν από την εξόρυξη μεταλλεύματος ουρανίου, το οποίο υφίσταται επεξεργασία για να παραχθεί το λεγόμενο «yellowcake», ένα συμπύκνωμα οξειδίου του ουρανίου. Σε αυτό το στάδιο το μετάλλευμα περιέχει μόλις περίπου 0,7% ουράνιο-235, ενώ μια τυπική ατομική βόμβα απαιτεί ουράνιο εμπλουτισμένο περίπου στο 90%.
Για να επιτευχθεί αυτό, το υλικό πρέπει να μετατραπεί χημικά σε αέριο εξαφθοριούχο ουράνιο και να εισαχθεί σε φυγοκέντρους που περιστρέφονται με 50.000 έως 100.000 στροφές το λεπτό. Εκεί τα μόρια που περιέχουν το ελαφρύτερο ισότοπο U-235 διαχωρίζονται σταδιακά από εκείνα με το ελαφρώς βαρύτερο και πιο κοινό ισότοπο U-238. Το υλικό περνά από πολλές διαδοχικές σειρές φυγοκέντρησης ώστε να αυξηθεί η συγκέντρωση, αρχικά στο 20% και στη συνέχεια στο 60%. «Χρειάζονται πολλά στάδια για να διαχωριστούν τα δύο ισότοπα», σημειώνει η Rofer.
Μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ από τη διεθνή συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν το 2018 κατά την πρώτη προεδρία Τραμπ, η Τεχεράνη σταμάτησε στο ενδιάμεσο βήμα του εμπλουτισμού 60% στην παραγωγή ουρανίου και δεν είχε προχωρήσει στο 90% που απαιτείται για βόμβες.
Σύμφωνα με τον Robert E. Kelley του Stockholm International Peace Research Institute, αυτή η επιλογή του Ιράν είχε πολιτικό χαρακτήρα και έστελνε το μήνυμα ότι η χώρα είχε φτάσει στο μέγιστο δυνατό σημείο απαντώντας στις προκλήσεις χωρίς να παράγει ουράνιο για όπλα.
Τον περασμένο Φεβρουάριο το Ιράν έθαψε εισόδους σε σήραγγες στο πυρηνικό συγκρότημα του Ισφαχάν, γεγονός που οδήγησε σε εκτιμήσεις ότι το εμπλουτισμένο ουράνιο παραμένει αποθηκευμένο εκεί, πιθανότατα σε δοχεία εξαφθοριούχου ουρανίου ή σε κατάσταση αταξίας μετά τον βομβαρδισμό του 2025.
Για να φτάσει το Ιράν τόσο κοντά σε ένα λειτουργικό πυρηνικό όπλο όσο υποστήριξε ο Τραμπ, θα έπρεπε να ανακτήσει το αέριο αυτό, να το εμπλουτίσει στο 90% σε φυγοκεντρητές, να το μετατρέψει ξανά σε στερεό ουράνιο, να το διαμορφώσει σε μεταλλικές σφαίρες, μια διαδικασία που, όπως τονίζει η Rofer, «δεν είναι απλή», και στη συνέχεια να κατασκευάσει τα οπλικά συστήματα.
Ο φυσικός Edwin Lyman της Union of Concerned Scientists σημειώνει ότι θα μπορούσαν θεωρητικά να κατασκευαστούν λίγες μικρότερες βόμβες ακόμη και από το ουράνιο στο 60%, αλλά αυτό θα απαιτούσε και πάλι σημαντική τεχνική εργασία.
Δεν αποκλείεται όμως το Ιράν να έφτασε κοντά
Ο ιστορικός πυρηνικής τεχνολογίας Alex Wellerstein του Stevens Institute of Technology δεν αποκλείει ωστόσο, το Ιράν να είχε φτάσει σε μια κατάσταση «breakout», δηλαδή πολύ κοντά στην παραγωγή όπλου, όμως τονίζει ότι το ίδιο πιθανό είναι να μην είχε φτάσει. «Μεγάλες δηλώσεις απαιτούν μεγάλες αποδείξεις, ιδιαίτερα όταν διακυβεύονται ανθρώπινες ζωές», επισημαίνει.
Παράλληλα, Αμερικανοί νομοθέτες όπως ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Κρις Κουνς έχουν θέσει το ενδεχόμενο μια αμερικανική ή ισραηλινή επιχείρηση κομάντο να επιχειρήσει την ανάκτηση των αποθεμάτων εμπλουτισμένου ουρανίου του Ιράν.
Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο φέρεται να συζήτησε το σενάριο σε κλειστή ενημέρωση του Κογκρέσου. Ο ίδιος ο Τραμπ δήλωσε ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση προς το παρόν, αφήνοντας όμως ανοικτό το ενδεχόμενο για το μέλλον.
Μια τέτοια επιχείρηση θα ήταν εξαιρετικά δύσκολη σε συνθήκες πολέμου. Τα πιθανότατα δεκάδες δοχεία βάρους 25 έως 50 κιλών με εξαφθοριούχο ουράνιο υπό πίεση, θα απαιτούσαν στρατιωτικό έλεγχο της περιοχής, βαρέα μηχανήματα, εναέρια και χερσαία μεταφορά και εξειδικευμένες ομάδες για τον εντοπισμό και τη μεταφορά τους από εγκαταστάσεις όπως στο Ισφαχάν.
Ο ειδικός σε θέματα πυρηνικής διάδοσης Miles Pomper στο James Martin Center for Nonproliferation Studies επισημαίνει επίσης ότι, λόγω της απουσίας διεθνών επιθεωρήσεων τους τελευταίους μήνες, έχει ουσιαστικά σπάσει η «αλυσίδα επιτήρησης», γεγονός που καθιστά δύσκολο να διαπιστωθεί αν θα γινόταν πλήρης ανάκτηση του υλικού.
Πέρα από τις στρατιωτικές δυσκολίες υπάρχει και ο κίνδυνος ατυχημάτων. Κατεστραμμένα δοχεία θα μπορούσαν να απελευθερώσουν διαβρωτικό και ραδιενεργό αέριο, ενώ λανθασμένη αποθήκευση θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα πυρηνικό «criticality event», δηλαδή μια ανεξέλεγκτη αλυσιδωτή αντίδραση σχάσης.
Αυτό δεν θα προκαλούσε έκρηξη, αλλά θα δημιουργούσε μια έντονη μπλε λάμψη και μια μεγάλη εκπομπή νετρονίων που θα ήταν θανατηφόρα για όσους βρίσκονται κοντά. «Δεν μπορείς απλώς να στείλεις μερικούς ανθρώπους με ένα φορτηγό για να φορτώσουν το υλικό και να φύγουν», τονίζει η Rofer.
Ιστορικά υπάρχει ένα παράδειγμα παρόμοιας επιχείρησης το 1994 όταν οι ΗΠΑ απομάκρυναν 600 κιλά υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου από το Καζακστάν που είχε απομείνει από τη Σοβιετική Ένωση, στο πλαίσιο της επιχείρησης Project Sapphire.
Με τη συνεργασία της χώρας το υλικό μεταφέρθηκε με τρία μεταγωγικά αεροσκάφη C-5 και η διαδικασία διήρκεσε σχεδόν έναν μήνα, με ομάδες ειδικών να εργάζονται καθημερινά επί 12 ώρες για τον εντοπισμό και τη μεταφορά του.
Πολλοί ειδικοί θεωρούν ότι το καλύτερο σενάριο σήμερα θα ήταν η επανέναρξη της ειρηνικής παρακολούθησης των πυρηνικών δραστηριοτήτων του Ιράν από τη Διεθνή Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας. Αν όμως ο πόλεμος ενισχύσει τον φόβο ότι το εμπλουτισμένο ουράνιο θα μπορούσε να καταλήξει σε επικίνδυνα χέρια, η πιθανότητα μιας επιχείρησης ανάκτησης ίσως επανέλθει στο προσκήνιο.
Προς το παρόν, ωστόσο, πολλοί αναλυτές θεωρούν ένα τέτοιο σενάριο μάλλον «φανταστικό», όπως σημειώνει ο Wellerstein, τονίζοντας ότι θα απαιτούσε πολύ καλύτερο σχεδιασμό και προετοιμασία από ό,τι έχει μέχρι στιγμής επιδείξει ο πόλεμος με το Ιράν.





























