Τα μικροπλαστικά σωματίδια που απελευθερώνονται καθώς τα ελαστικά των αυτοκινήτων μας τρίβονται στο οδόστρωμα μπορεί να έχουν μέγεθος μόλις λίγων χιλιοστών, αλλά αποτελούν μια τεράστια πηγή ρύπανσης. Σύμφωνα με μια έκθεση της ελβετικής κυβέρνησης, η φθορά των ελαστικών ευθύνεται για το 90% περίπου της μόλυνσης από μικροπλαστικά στη χώρα.
«Αυτά τα σωματίδια έχουν σημαντικό περιβαλλοντικό αντίκτυπο. Ορισμένα αντιοξειδωτικά που περιέχουν, όπως η 6PPD, μια ευρέως χρησιμοποιούμενη ένωση, αποτελούν πραγματική αιτία ανησυχίας», λέει ο Florian Breider, επικεφαλής του Central Environmental Laboratory της Ομοσπονδιακής Πολυτεχνικής Σχολή Λοζάνης (EPFL). «Ένα υποπροϊόν της οξείδωσης της 6PPD είναι η 6PPD-κινόνη (6PPD-Q), η οποία έχει αποδειχθεί, για παράδειγμα, ότι προκαλεί οξεία τοξικότητα στον ασημένιο σολομό (Oncorhynchus kisutch) των ΗΠΑ».
Τα τελευταία τέσσερα χρόνια, ο Breider, ειδικός στη βιογεωχημεία, συνεργάζεται με επιστήμονες από το Ελβετικό Κέντρο Εφαρμοσμένης Οικοτοξικολογίας (Ecotox) και το Ελβετικό Ομοσπονδιακό Ινστιτούτο Υδάτινων Επιστημών και Τεχνολογίας (Eawag) για να μελετήσει πώς οι χημικές ενώσεις που απελευθερώνονται από τη φθορά των ελαστικών επηρεάζουν τους υδάτινους πόρους.
«Η μελέτη μας στοχεύει να εντοπίσει όσο το δυνατόν περισσότερες από τις επιπτώσεις αυτών των προσθέτων, να προσδιορίσει πώς αυτά περνούν στην τροφική αλυσίδα και να εντοπίσει τους σχετικούς κινδύνους για το οικοσύστημα και την ανθρώπινη υγεία».
Σε μια από αυτές τις μελέτες εξετάστηκε η επίδραση περισσότερων από δώδεκα διαφορετικών προσθέτων ελαστικών, συμπεριλαμβανομένου του 6PPD-Q, στα ποτάμια στο καντόνι Βω. Σε αυτή τη μελέτη όμως η ερευνητική ομάδα του Florian Breider είχε και τη συνδρομή μια ομάδας πολιτών-επιστημόνων (citizen science).
Είκοσι εθελοντές και εθελόντριες ηλικίας 14 έως 74 ετών, μέσω μιας πρωτοβουλίας «Επιστήμης των πολιτών» (citizen science) που ονομάζεται De Route en Rivière («Από τον Δρόμο στον Ποταμό») και σε συνεργασία με το Τμήμα Εξωστρέφειας (Science Outreach Department, SPS) του EPFL, μπήκαν ενεργά στην ερευνητική διαδικασία.
Οι εθελοντές παρακολούθησαν επτά εκπαιδευτικές συνεδρίες στην πανεπιστημιούπολη του EPFL στη Λοζάνη, όπου εξοικειώθηκαν με τα βήματα και τις διαδικασίες της επιστημονικής μεθόδου έρευνας και, στη συνέχεια, βγήκαν στο πεδίο για να συλλέξουν από 35 τοποθεσίες δείγματα ιζημάτων και ασπόνδυλων, που είναι δείκτες ποιότητας νερού.
«Στόχος μας ήταν να βοηθήσουμε άτομα χωρίς επιστημονικό υπόβαθρο να κατανοήσουν τον τρόπο διεξαγωγής της έρευνας», λέει η Farnaz Moser-Boroumand, επικεφαλής του Τμήματος εξωστρέφειας. «Γι' αυτό διοργανώσαμε τις εκπαιδευτικές συνεδρίες, γιατί θέλαμε οι εθελοντές, πέρα από την απλή συλλογή και αποστολή δειγμάτων, να συμμετάσχουν ουσιαστικά στην έρευνα».
Η πρωτοβουλία της επιστήμης των πολιτών συντονίστηκε από δύο επιστήμονες, τη Shan Yao και την Pauline Ruffiot, οι οποίες συνεργάστηκαν στενά με την ερευνητική ομάδα του Breider, συνέταξαν το επεξηγηματικό υλικό για τους εθελοντές και προσάρμοσαν το πρωτόκολλο και τον εξοπλισμό ώστε να είναι κατάλληλα για χρήση από το ευρύ κοινό.
«Η ανατροφοδότηση που λάβαμε από τους συμμετέχοντες ήταν εξαιρετική», λένε. «Απόλαυσαν να συνομιλούν με τους επιστήμονες και να μπαίνουν βαθιά στην έρευνα. Και ενώ οι συμμετέχοντες απoκτούσαν χρήσιμες γνώσεις, οι επιστήμονες μπόρεσαν να αναλύσουν δεδομένα από ένα ευρύ φάσμα τοποθεσιών χάρη στις προσπάθειες τους. Χωρίς αυτή την πρωτοβουλία της επιστήμης των πολιτών, η ερευνητική ομάδα δεν θα μπορούσε να λάβει δείγματα από τόσα πολλά διαφορετικά σημεία».
Εκτός από τη δημιουργία δεσμών μεταξύ επιστημόνων και κοινού, η πρωτοβουλία ώθησε επίσης τους συμμετέχοντες να μοιραστούν τις εμπειρίες τους και διεύρυνε την κατανόησή τους για το φυσικό περιβάλλον.
«Δεν είχα συνειδητοποιήσει πόσα διαφορετικά είδη υπάρχουν γύρω μας», είπε η Véronique Fuchsmann, εθελόντρια που συνέλεξε δείγματα σε διάφορες τοποθεσίες μαζί με τον σύζυγό της και τη 15χρονη κόρη της. «Υπάρχουν τόσα πολλά που δεν μπορούμε να δούμε με γυμνό μάτι. Νοιάζομαι πολύ για τα περιβαλλοντικά ζητήματα και οδηγώ ηλεκτρικό αυτοκίνητο, πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να αλλάζω τα ελαστικά πιο συχνά. Έτσι, με ενδιέφερε το θέμα της μελέτης. Αυτό που πραγματικά με εξέπληξε ήταν τα βήματα όλης της διαδικασίας, η πεζοπορία στο σωστό σημείο δειγματοληψίας, η προσεκτική συλλογή των δειγμάτων ιζημάτων και ασπόνδυλων και στη συνέχεια η εκτέλεση των αναλύσεων. Ένας ειδικός μάς έδειξε πώς να ταξινομούμε τα ασπόνδυλα που συλλέξαμε. Μας δόθηκε ένας οδηγός αναγνώρισής τους και στείλαμε φωτογραφίες για να τα ελέγξουν οι επιστήμονες. Αλλά το να καταλάβουμε σε ποια οικογένεια ανήκαν τα ασπόνδυλα ήταν μερικές φορές δύσκολο».
Ο Alistair Pichon-Boder, ένας 17χρονος μαθητής λυκείου που συμμετείχε επίσης στην πρωτοβουλία, εντυπωσιάστηκε εξίσου από αυτά που ανακάλυψε: «Ο αριθμός των διαφορετικών ειδών και ασπόνδυλων στο νερό ήταν απλά εκπληκτικός. Μερικές φορές συνέλεγα μεταξύ 200 και 300 μικρών καρκινοειδών. «Ως αντάλλαγμα για τον χρόνο που ξοδέψαμε, ήταν η εμπειρία που αποκτήσαμε από πρώτο χέρι για την επιστημονική μέθοδο. Μπόρεσα να δω πώς διεξάγεται η έρευνα», είπε.
Πέρα από την ευκαιρία μάθησης, στη Véronique Fuchsmann άρεσε επίσης το ότι μπορούσε να κάνει τη διαφορά ευαισθητοποιώντας το κοινό σχετικά με το ζήτημα της ρύπανσης που προκαλείται από τη φθορά των ελαστικών. «Αφιέρωσα πολύ χρόνο σε αυτό το έργο και το βρήκα συναρπαστικό να συμμετέχω σε μια επιστημονική μελέτη», λέει. «Λάβαμε μεγάλη υποστήριξη ως εθελοντές και το ότι μπορέσαμε να δούμε τα αποτελέσματα της δουλειάς μας ήταν ένα επιπλέον πλεονέκτημα».
Η ερευνητική ομάδα του Breider ήταν επίσης πολύ ευχαριστημένη με την πρωτοβουλία, καθώς η βοήθεια των 20 εθελοντών τής εξοικονόμησε πολύ χρόνο. «Η συμβολή τους μας επέτρεψε να δημιουργήσουμε ένα μεγάλο σύνολο δεδομένων και να εντοπίσουμε τοποθεσίες όπου χρειάζεται πρόσθετη δειγματοληψία», λέει ο Breider.
«Εντοπίσαμε περίπου 15 διαφορετικά αντιοξειδωτικά στα δείγματα, συμπεριλαμβανομένης της 6PPD, καθώς και μερικά ‘θερμά’ σημεία στην περιοχή. Το πρόβλημα είναι ότι οι άνθρωποι συχνά σκέφτονται τις επικίνδυνες ουσίες μόνο σε σχέση με το πού παράγονται, αλλά στην πραγματικότητα πρέπει να λάβουμε υπόψη ολόκληρο τον κύκλο ζωής τους και τον τρόπο με τον οποίο είτε αποσυντίθενται στο περιβάλλον, είτε μεταβολίζονται από ζωντανούς οργανισμούς».
Και πού βρίσκονται αυτά τα hotspots; «Προς το παρόν δεν μπορούμε να πούμε με σιγουριά. Πρέπει να διεξάγουμε περισσότερες αναλύσεις για να επιβεβαιώσουμε τα ευρήματά μας», λέει ο Breider. Ωστόσο, τονίζει ότι είναι σημαντικό οι πολίτες να ενημερωθούν για το ζήτημα και αυτή η πρωτοβουλία της επιστήμης των πολιτών ήταν μια καλή αρχή.
Πηγή: EPFL




























