Αν πιστέψουμε τα φιλοκυβερνητικά Μ.Μ.Ε. και το οργανωμένο σύστημα παράμβασης της κυβέρνησης στα social media, οι παγκόσμιοι κολοσσοί της ενέργειας διαγκωνίζονται ποιος θα πρωτοεπενδύσει στην Ελλάδα και στις ΑΟΖ της. Η πρόσφατη σύμβαση με τη Chevron και την EXXON MOBIL παρουσιάστηκε ως «θρίαμβος».
Στο «πόπολο» η επικοινωνιακή γραμμή έκλεινε το μάτι αφήνοντας να εννοηθεί πως από τους κρουνούς θα τρέχουν δολάρια. Από τη «Δανία του Νότου» του Γ. Παπανδρέου πηγαίνουμε – υποτίθεται- στη «Νορβηγία του Νότου» του Κ. Μητσοτάκη. Για τους πιο «ψαγμένους» η ίδια γραμμή τάζει κατοχύρωση της Ελληνικής ΑΟΖ και ανατροπή του τουρκολυβικου μνημονίου.
Η αλήθεια είναι πως ακόμη και αν τα ενδεχόμενα κοιτάσματα είναι εκμεταλλεύσιμα, το ελληνικό δημόσιο θα πάρει ψίχουλα. Ταυτόχρονα οι εταιρείες, στις οποίες η κυβέρνηση έχει παραχωρήσει τις θαλάσσιες περιοχές, έχουν επίσης υπογράψει αντίστοιχες συμφωνίες με την Λιβυη και την Τουρκία οπότε είναι αστείο να πιστεύουμε πως θα παίξουν το ρόλο εγγυητή ελληνικών συμφερόντων. Η Chevron ή η EXXON Mobil δεν ενδιαφέρονται τόσο για εξορύξεις με αυτή την τιμή του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Ενδιαφέρονται περισσότερο να πουλήσουν δικό τους – πανάκριβο – LNG, επιδίωξη που ικανοποιεί και τους Έλληνες εφοπλιστές που θα το μεταφέρουν οπότε η κυβέρνηση σπεύδει.
Δεν υπάρχει τίποτα το πρωτότυπο σε αυτές τις -αποικιακού χαρακτήρα- συμφωνίες που υπογράφονται με «επενδυτές» ούτε και στην επικοινωνιακή τους διαχείριση. Ας κάνουμε το συνηθισμένο ταξίδι μας στο παρελθόν, τέτοιες μέρες ήταν, Μάρτιος του 1871, όταν η κυβέρνηση του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου ψήφιζε νόμο περί «απαγορεύσεως της εξορύξεως των παλιών εκβολάδων». Η αρχή της ιστορίας μοιάζει με την αρχή των γνωστών ανέκδοτων, μόνο που δεν υπήρχε τίποτα το αστείο στην εξέλιξή της.
Μπαίνουν ένας Ιταλός, ένας Γάλλος και ένας Έλληνας «επενδυτής»...
Το 1864 έφτασε στην Ελλάδα ένας Ιταλός «επενδυτής», ο Τζιοβάνι Μπατίστα Σερπιέρι, έχοντας σημειωμένη στην ατζέντα του μία φράση από τα «Γεωγραφικά» του Στράβωνα, του περιηγητή του 1ου π.Χ. αιώνα. Η φράση αφορούσε τα αρχαία μεταλλεία του Λαύριου: «Ξαναλιώνοντας την παλιά εκβολάδα και σκουριά, βγάζανε από αυτή καθαρό ασήμι, όπως οι παλιοί άτεχνα καμίνευαν».
Ο Σερπιέρι έδωσε για εξέταση δείγματα σε ευρωπαϊκά εργαστήρια, τα οποία αποφάνθηκαν πως το μετάλλευμα αργυρούχου μόλυβδου θα μπορούσε να αποφέρει μεγάλα κέρδη. Πριν από τον Σερπιέρι ο Σμυρνιός ορυκτολόγος Αντρέας Κορδέλλας είχε συγγράψει μελέτη και είχε ενημερώσει το ελληνικό κράτος όμως κανείς δεν έδωσε σημασία. Ο Σερπιέρι δημιούργησε μαζί με τον Γάλλο Ζαν-Σαρλ Ρου την εταιρεία Roux - Serpieri - Fraissinet C.E. και πέτυχε την παραχώρηση των εγκαταλελειμμένων ορυχείων από το ελληνικό κράτος. Το 1865 πραγματοποιήθηκε η πρώτη εξόρυξη και τα αποτελέσματα έμοιαζαν εντυπωσιακά.
Το Λαύριο ενσάρκωνε την προσδοκία της εκβιομηχάνισης, το 1869 δούλευαν στο μεταλλείο 1.500 εργάτες, όταν ο πληθυσμός της πόλης ήταν 3.000. Οι συνθήκες εργασίας ήταν απάνθρωπες ενώ για την τήρηση της τάξης «μεριμνούσε» ο λήσταρχος Κίτσος, ο οποίος έλεγχε την περιοχή και πλέον ήταν άνθρωπος της εταιρείας, ιδιωτική εταιρεία «σεκιούριτι» θα λέγαμε σήμερα. Τα νέα παίρνουν διαστάσεις μύθου. Όπως γράφει ο Ε. Κυριακίδης ο Τύπος παρίστανε τις εκβολάδες ως «χρυσορρόας ποταμούς μέλλοντας να πλουτίσωσι την Ελλάδα· η φαντασία των αργών των καφενείων είχεν εξαφθή […] διότι υπελόγιζον εκατομμύρια επί εκατομμυρίων, εξώφλουν τα εθνικά δάνεια, ηλάττωνον τους φόρους, κατεσκεύαζον θωρηκτά, εδημιούργουν στρατούς […]».
Το ελληνικό κράτος ξυπνά (;)
Και τότε ξύπνησε το ελληνικό κράτος, καθώς «οι αργοί των καφενείων» ζητούσαν μερίδιο, μιας και οι καταβολάδες ήταν «των προγόνων μας»! Στις 30 Μαρτίου 1870 ο Σερπιέρι ζήτησε εγγράφως από τον νομάρχη Αττικοβοιωτίας το δικαίωμα εκμετάλλευσης των εκβολάδων, μέχρι τότε η εξορυκτική δραστηριότητα αφορούσε το μεταλλείο γενικώς. Η ελληνική κυβέρνηση σύστησε «ειδική επιτροπή» για να εξετάσει το αίτημα και ο καθένας καταλάβαινε πως η απόφαση θα ήταν αυτή που ήθελε το ελληνικό κράτος. Το καταλάβαιναν, βέβαια, και ο Σερπιέρι με τον Ρου και για αυτό ζήτησαν την επέμβαση της Ιταλίας και της Γαλλίας, οι οποίες απείλησαν μέχρι και με στρατιωτική επέμβαση απαιτώντας για πρώτη φορά «ετεροδικία», να κριθεί δηλαδή η υπόθεση από διεθνή διαιτησία.
Η απάντηση της ελληνικής κυβέρνησης ήταν στην αρχή η πρέπουσα. Τον Μάρτιο του 1871 η κυβέρνηση του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου ψήφισε νόμο περί «απαγορεύσεως της εξορύξεως των παλιών εκβολάδων» και τον επόμενο μήνα γενικό νόμο «περί εκβολάδων», με τον οποίον οριζόταν πως αυτές ανήκαν στο δημόσιο και κάθε παραχώρηση, έπειτα από πλειστηριασμό, θα είχε ελάχιστη φορολόγηση 60% επί της καθαρής προσόδου.
Ο Σερπιέρι ήδη από τον Φεβρουάριο του 1871 είχε στείλει επιστολή στον πρωθυπουργό Κουμουνδούρο με την οποία εκβίαζε ανοιχτά πως ή θα έπαιρνε και τις εκβολάδες ή θα τα παρατούσε όλα. Εκτός… εκτός και αν το ελληνικό κράτος αγόραζε το μεταλλείο, που ο Σερπιέρι είχε πάρει τζάμπα και στο οποίο είχε επενδύσει μόλις 500.000 δραχμές. Ως αντίτιμο ζητούσε το ποσό των 20.000.000 φράγκων, η αναλογία φράγκου – δραχμής έκανε το ποσό αστρονομικό! Και αυτά τα ζητούσε με ... πόνο ψυχής, κουρασμένος από τις «οπισθοδρομικές ιδέες» που εμποδίζουν την «υγιή» επιχειρηματικότητα, όπως έλεγε ο καλός μας Τζιοβάνι σε γράμμα του που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Αιών» στις 4 Ιουλίου1872.
Όλη αυτή συζήτηση γινόταν σε κλίμα παροξυσμού για τους θησαυρούς που «θα» έρχονταν. Η πρόταση του Σερπιέρι περιείχε εκτίμηση καθαρού κέρδους 106 εκατομμυρίων δραχμών. Σε δημοσιεύματα του Τύπου γινόταν λόγος για 500 εκατομμύρια (!) ενώ ανεπίσημα το ελληνικό κράτος άφηνε να διαρρέουν πληροφορίες για 176 εκατομμύρια δραχμές. Ακολούθησαν διαπραγματεύσεις, δημοσιεύματα κατευθυνόμενα που οδήγησαν σε αλλαγή κυβέρνησης, σχηματίστηκε μία πιο «φιλική στην επιχειρηματικότητα» ώσπου εμφανίστηκε ο «σωτήρας» από την Κωνσταντινούπολη.
Ο «ευεργέτης» Αντρέας Συγγρός
Ο Ανδρέας Συγγρός γεννήθηκε το 1828 στην Κωνσταντινούπολη. Γιος του Κυριάκου Συγγρού, αρχίατρου του σουλτάνου, ανέπτυξε τις οικονομικές του δραστηριότητες στην παραπαίουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία, το μεγάλο χρέος της οποίας την κρατούσε αποκλεισμένη από τις διεθνείς αγορές και την καθιστούσε εύκολο στόχο κερδοσκόπων, όπως του ομίλου ομογενών χρηματιστών που εκπροσωπούσε ο Συγγρός. Το αδιέξοδο που υπήρχε στις διαπραγματεύσεις μεταξύ του ελληνικού κράτους και της εταιρείας των Σερπιέρι - Ρου αποτέλεσε ευκαιρία να μεταφέρει μεγάλο μέρος των δραστηριοτήτων του στην Ελλάδα.
Σύμμαχος του έσπευσε ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄: συμμαχούσε με μια οικονομικά ισχυρή ομάδα, η οποία θα τον στήριζε στις πολιτικές του επιλογές αλλά και στην εξωφρενικά πολυδάπανη ζωή του. Ο Συγγρός με την ιδιότητα του αντιπροσώπου της Τράπεζας Κωνσταντινουπόλεως εξαγόρασε την εταιρεία του Σερπιέρι αντί 11,5 εκατ. φράγκων και ίδρυσε μια νέα εταιρεία μαζί του, τα Μεταλλουργεία Λαυρίου. Ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στο κράτος το 44% ενώ εκείνο παραχωρούσε στην εταιρεία την περιοχή του Λαυρίου για ενενήντα εννέα χρόνια. Χαρές και πανηγύρια στον Τύπο: Δεν πλήρωσε το κράτος, σταμάτησαν οι διεθνείς εντάσεις, η ισχυρή «ομογένεια έδειχνε υποτίθεται έμπρακτα τη στήριξή της στη μητέρα-πατρίδα. Ήταν τόσο ωραία όλα αυτά, που η εφημερίδα «Καιροί» έγραφε στο φύλλο της 22ας Φεβρουαρίου 1873:
«Ο κ. Συγγρός, αναδεχθείς διά λόγους αυτώ μόνον γνωστούς την εν Λαυρίω μεταλλευτικήν επιχείρησιν, κατέστη αληθώς άξιος υπολήψεως και συμπαθείας […]»
Εύλογη η συγκαλυμμένη απορία της εφημερίδας, «διά λόγους αυτώ μόνον γνωστούς». Κι όμως, δεν ήταν δύσκολο να τους μαντέψει κάποιος, αρκεί να πρόσεχε την οικονομική στήλη της ίδιας εφημερίδας την ίδια ημέρα: «Κωνσταντινούπολις, αυθημερόν. Μετοχαί Πιστωτικής υψώθησαν κατά 32 φράγκα. Αι μετοχαί της Τραπέζης Κωνσταντινουπόλεως, εις μεγάλην ζήτησιν, ανήλθον εις 970». Και οι δύο τράπεζες ήταν συμφερόντων Συγγρού, μάλιστα η Πιστωτική είχε εξασφαλίσει στις 2 Νοεμβρίου 1872 το «εκδοτικό προνόμιο», δηλαδή το δικαίωμα να εκδίδει χαρτονόμισμα όπου δεν είχε υποκατάστημα η Εθνική.
Η επιλογή έγινε πιο ξεκάθαρη έστω και αν χρειάστηκε να εξευτελιστούν το Ελληνικό κράτος και ο πρωθυπουργός του. Με μεσολαβητή τον πρωθυπουργό Ε. Δεληγιώργη (αχ πού είσαι νιότη που έδειχνες...) εκχωρήθηκε στην εταιρεία του Συγγρού το δικαίωμα εκμετάλλευσης των εκβολάδων, με σύμβαση της 29ης Απριλίου 1873. Εδώ όμως υπήρχε ένα αγκάθι: με βάση τον νόμο του 1871, απαιτούνταν πλειοδοτικός διαγωνισμός και υπήρχε και αντιπρόταση: Μια κοινοπραξία δεκαοκτώ επιχειρηματιών (Βαλταζής, Βούρος, Σκουζές, Θεολόγος, Καλλιγάς κ.ά.) πρόσφερε στο ελληνικό κράτος μέρισμα 60% την ώρα που ο Συγγρός πρότεινε 44%! Στην ενημέρωσή του προς τους βουλευτές ο Ε. Δεληγιώργης δήλωσε: «Μετά τινάς δε ημέρας η αυτή εταιρεία υπέβαλεν αναφορά προς την κυβέρνησιν, την οποίαν ατυχώς δεν ηδυνήθην να εύρω, αλλά η οποία ουδέν άλλον καινόν περιείχε, ή μη μόνον τούτον, ότι ανεβίβαζε το προσφερόμενον παρ’ αυτής δικαίωμα εις 65%»!
Μοιάζει απίστευτο: «Χάθηκε», λέει ο πρωθυπουργός στη Βουλή, η πρόταση της ανταγωνίστριας προς τον Συγγρό κοινοπραξίας, όμως δεν έγινε και κάτι ... σοβαρό, απλώς ήξερε ότι ανέβαζε την προσφορά της. Οι αντιδράσεις ήταν μηδαμινές και η εξήγηση απλή: Σε αναφορά του προς τον υπουργό Εξωτερικών της Αγγλίας Γκράνβιλ, ο πρέσβης της στην Αθήνα Στιούαρτ ενημέρωνε πως ο Συγγρός είχε «δωρίσει» μετοχές σε πολλούς βουλευτές ενώ ο Γάλλος ομόλογός του Ζιλ Φερί σε αντίστοιχη αναφορά έγραφε ότι «υπάρχει μυστική συμφωνία ανάμεσα στον κ. Δεληγιώργη και στον κ. Συγγρό».
Όταν ήρθε λοιπόν τον Ιούνιο του 1873 στη Βουλή η σύμβαση με τον όμιλο Συγγρού, ουδείς αντέδρασε. Άλλωστε, η μετοχή πετούσε: 75 Φράγκα στις 3 Απριλίου, 96 στις 17 Απριλίου και 206 την Πρωτομαγιά. Αντίστοιχο πανηγύρι γινόταν και με τη μετοχή της Πιστωτικής Τράπεζας του Συγγρού, που τεχνηέντως αφηνόταν να διαδοθεί πως «στήριζε» την επιχείρηση στο Λαύριο. Η μετοχή της τον Δεκέμβριο του 1872 άξιζε 50 δραχμές, ενώ την Πρωτομαγιά του 1873 έφτασε στις 85 και έπειτα από οκτώ ημέρες στις 100.
Όλα αυτά τα παιχνίδια με τις μετοχές συνέβαιναν σε μια χώρα που δεν είχε χρηματιστήριο! Η αγορά των μετοχών γινόταν στη γωνία των οδών Ερμού και Αιόλου, στο καφενείο «Ωραία Ελλάς» (σωστά διαβάσατε), όπου άνθρωποι κάθε τάξης ακουμπούσαν τα μικρά ή μεγάλα ποσά τους. Ο πλούτος ενός ολόκληρου λαού συγκεντρώθηκε σε ελάχιστα χέρια και τότε η φούσκα έσκασε! Οι εκβολάδες αποδείχτηκε πως δεν ήταν ο θησαυρός που περιγραφόταν, πλαστές μετοχές κυκλοφορούσαν, η απόδοση μερισμάτων καθυστερούσε και ο πανικός ξέσπασε.
Η μετοχή της Πιστωτικής τον Απρίλιο του 1874 είχε φτάσει στις 29 δραχμές από τις 100. Ακόμη χειρότερα τα πράγματα για τη μετοχή της εταιρείας του Λαυρίου, η οποία μέσα σε έξι μήνες έφτασε στα 34 φράγκα από τα 206.Η Αθήνα μετατράπηκε σε αληθινό πτωχοκομείο, η πλειονότητα των κατοίκων καταστράφηκε οικονομικά. Αντίστοιχες εικόνες είχαμε και στην επαρχία, χαρακτηριστικό παράδειγμα η οικονομική καταστροφή πολλών σταφιδοπαραγωγών. Είχε ξεκινήσει η πορεία που οδήγησε στη χρεοκοπία του 1893.
Η οργή στράφηκε αρχικά κατά της κυβέρνησης Δεληγεώργη, η οποία κατέρρευσε υπό το βάρος του σκανδάλου. Και ο Σερπιέρι επέστρεψε θριαμβευτής στο Λαύριο ως επικεφαλής της εταιρείας Compagnie française des mines du Laurion (CFML). Ο Συγγρός και οι άλλοι κερδοσκόποι; Παρέμειναν «υγιείς επιχειρηματίες» και μάλιστα το 1875 με δωρεά του ανεγέρθηκε στην Αθήνα «Πτωχοκομείον»· από τότε και στο εξής απέκτησε και τον τίτλο του «ευεργέτη». Ο ίδιος δεν ντρεπόταν, φυσικά, το τραγικό είναι πως δεν ντρέπονταν ούτε αυτοί που τον κολάκευαν – και ήταν πολλοί.
Όλα τριγύρω αλλάζουνε... κι όλα τα ίδια μένουν!
155 χρόνια έχουν περάσει από την πρώτη – μεγάλης κλίμακας – ληστρική σύμβαση που υπέγραψε το ελληνικό κράτος, ακολούθησαν... ουκ έστιν αριθμός! Ο προσεκτικός αναγνώστης εύκολα θα αντικαταστήσει, σε κάθε μία σύμβαση, τα ονόματα των «επενδυτών», των πολιτικών που υπέγραφαν, των Ελλήνων «υγιών επιχειρηματιών» που έβαζαν το δάχτυλο στο μέλι και βέβαια των «λειτουργών του τύπου» που φρόντιζαν να γεμίζουν τη φαντασία της κοινωνίας με «χρυσά κουτάλια» που ποτέ δεν γέμισαν.
Το 1975 κυκλοφορεί, σε μουσική του Λουκιανού Κηλαηδόνη και στίχους του Γιάννη Νεγρεπόντη, το άλμπουμ «Απλά μαθήματα πολιτικής οικονομίας». Στο τραγούδι με τίτλο «Οι συμβάσεις», με τη μοναδική, εκλαικευτική ικανότητά του, ο Νεγραπόντης λέει τη διαχρονική αλήθεια:
«Η σύμβαση υπογράφτηκε εντός μιας νυχτός
μη κι έμενε ο λογαριασμός που λέτε ανοιχτός
Πενήντα χρόνων σύμβαση με εννιά τοις εκατό
στους ξένους δικαιώματα δοθήκαν αφειδώς
Οι όροι της συμβάσεως τελείως επαχθείς
από πλευράς πολιτικής μα κι οικονομικής
Δυο τρία φύλλα γράψανε κι αυτά διστακτικά
τη σύμβαση ο κιτρινισμός πέρασε στα ψιλά»
Τίποτα το πρωτότυπο λοιπόν και με την καινούργια σύμβαση. Δυστυχώς, αν δεν υπάρξουν ριζικές ανατροπές, δεν θα είναι καθόλου πρωτότυπο και το τέλος αυτής της ιστορίας.
Απλώς θα περιμένουμε να δούμε ποιος θα πει στη Βουλή το «Δυστυχώς επτωχέυσαμεν», όπως είπε (με άλλα λόγια) ο Χ. Τρικούπης ένα κρύο πρωινό του Δεκέμβρη του 1893. Και, όπως μας λέει η Ιστορία, την οικονομική πτώχευση ακολουθούν πάντα κοινωνικές και εθνικές συμφορές, το 1893 το ακολούθησε το 1897.
· Τα ιστορικά στοιχεία προέρχονται από το βιβλίο του συγγραφέα «Μεγάλη Ιδέα: 1844 -1922», εκδ. Τόπος.
(Ο Σπύρος Αλεξίου είναι ιστορικός και συγγραφέας).































