Μετά από πέντε μήνες ακροαματικής διαδικασίας και σχεδόν τέσσερα χρόνια από τότε που, μαζί με τον Ζαχαρία Κεσσέ, αναλάβαμε την υποστήριξη της κατηγορίας στην υπόθεση των υποκλοπών, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών εξέδωσε μια απόφαση ιστορικής σημασίας. Μια απόφαση που συνιστά την πρώτη ουσιαστική ρωγμή σε ένα αφήγημα το οποίο οικοδομήθηκε με επιμέλεια, επιμονή και επικοινωνιακή πειθαρχία.
Και όμως, αντί για αυτοκριτική, αντί για θεσμική περισυλλογή, παρακολουθούμε ένα επικοινωνιακό θέατρο του παραλόγου. Μια νέα επιχείρηση υποβάθμισης της υπόθεσης, διαστρέβλωσης της πραγματικότητας και σύγχυσης της κοινής γνώμης, με αιχμή το επιχείρημα ότι η απόφαση αφορά «μόνο ιδιώτες».
Αρχικά, η καταδικαστική απόφαση δεν θα μπορούσε να αφορά οποιονδήποτε άλλον πέραν των προσώπων που παραπέμφθηκαν σε δίκη. Στο εδώλιο παραπέμφθηκαν μόνο ιδιώτες, άρα μόνο ιδιώτες μπορούσαν να καταδικαστούν. Αυτό είναι νομικά αυτονόητο.
Το Δικαστήριο, όμως, δεν περιορίστηκε στην καταδίκη. Διαβίβασε τη δικογραφία για τη διερεύνηση πρόσθετων αδικημάτων και για την αναζήτηση ποινικών ευθυνών προσώπων πέραν των κατηγορουμένων. Και στα πρόσωπα αυτά δεν είναι δυνατόν να μην περιλαμβάνονται στελέχη της ΕΥΠ και οι πολιτικοί τους προϊστάμενοι. Διότι από τη δικογραφία και την ακροαματική διαδικασία προέκυψε, με ποικίλους και συγκλίνοντες τρόπους, η ύπαρξη ενός ενιαίου κέντρου παρακολουθήσεων ΕΥΠ–Predator, καθώς αποδείχθηκε ότι:
- Τουλάχιστον το ένα τρίτο των στόχων του Predator τελούσε ταυτόχρονα υπό «νομότυπη» άρση απορρήτου μέσω της ΕΥΠ. Μάλιστα, δεν διερευνήθηκε ποτέ εάν υπήρξαν και άλλες υπηρεσίες με δυνατότητα επισύνδεσης που παγίδευσαν παράλληλα τα θύματα του Predator, γεγονός που θα οδηγούσε σε περαιτέρω αύξηση του ποσοστού ταύτιση στόχων.
- Υπάρχουν στόχοι που η έναρξη της παγίδευσης τους μέσω Predator και με νομότυπη επισύνδεση μέσω της ΕΥΠ, ξεκίνησαν την ίδια ημέρα. Συγκεκριμένα, στις περιπτώσεις των δικηγόρων Α. Π. και Ι. Φ., για τον ίδιο λόγο —τη σχέση τους με τον Στέφανο Χίο— η έναρξη της παρακολούθησης μέσω ΕΥΠ και μέσω Predator συμπίπτουν απόλυτα.
Ειδικότερα, η άρση του τηλεφωνικού τους απορρήτου μέσω της ΕΥΠ ξεκινά και στους δύο την 22/6/2021, ενώ η επιμόλυνσή τους με το κατασκοπευτικό λογισμικό Predator, πραγματοποιείται επίσης ταυτόχρονα την 25/6/2021. Πως είναι δυνατόν μια ιδιωτική εταιρεία και μια κρατική υπηρεσία επιφορτισμένη με την προστασία της εθνικής ασφάλειας, να λειτουργούν δήθεν ανεξάρτητα και όχι μόνο να επιλέγουν τους ίδιους στόχους, αλλά να επιλέγουν και την έναρξη της παρακολούθησής τους ταυτόχρονα;
- Υπάρχουν στόχοι του Predator που αφορούν αποκλειστικά την ΕΥΠ, όπως υπάλληλοι της ΕΥΠ που είχαν απομακρυνθεί παράνομα από τις υπηρεσίες τους και είχαν στραφεί δικαστικά κατά της Υπηρεσίας. Μάλιστα, σε κάποια από τα μηνύματα που απεστάλησαν για την παγίδευσή τους, περιλαμβάνονται πληροφορίες που ήταν γνωστές μόνο σε υπαλλήλους της ΕΥΠ, όπως στοιχεία που αφορούν τη διαμόρφωση του εσωτερικού των γραφείων της Υπηρεσίας. Πώς γίνεται, λοιπόν, ένα ιδιωτικό σχήμα να επιλέγει ως στόχους παροπλισμένους υπαλλήλους της ΕΥΠ, που αφορούν αποκλειστικά την ίδια την Υπηρεσία Πληροφοριών και να γνωρίζει στοιχεία του εσωτερικού των εγκαταστάσεων της Υπηρεσίας;
- Υπάρχει μεθοδολογία παγίδευση έξι θυμάτων μέσω του emvolio.gov, με μηνύματα που αφορούσαν τα ραντεβού εμβολιασμού για τον COVID-19. Αποδείχθηκε ότι δεν υπήρξε διαρροή δεδομένων εμβολιασμού από την ΗΔΙΚΑ. Επομένως, πώς στάλθηκαν τα μηνύματα παγίδευσης με πραγματικά στοιχεία εμβολιασμού, με τέτοια ταχύτητα και με τέτοια ακρίβεια; Ο μόνος τρόπος ήταν να υπάρχει γνώση των πραγματικών μηνυμάτων εμβολιασμού που είχαν σταλεί προηγουμένως. Και αυτή η γνώση, κατά την κοινή λογική και τις καταθέσεις των θυμάτων, δεν μπορούσε να προέλθει παρά μόνο από την προγενέστερη νομότυπη επισύνδεση μέσω της ΕΥΠ (που αποδείχθηκε ότι είχε λάβει χώρα για τα θύματα αυτά) και έδινε τη δυνατότητα παρακολούθησης των γραπτών τους μηνυμάτων.
Έτσι, οι υπάλληλοι της ΕΥΠ λάμβαναν γνώση του πραγματικού μηνύματος εμβολιασμού που είχε αποσταλεί στα θύματα και στη συνέχεια επιμελούνταν μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα την αποστολή μηνύματος παγίδευσης μέσω Predator, το οποίο είχε την μορφή υπενθύμισης του ραντεβού και περιείχε τα πραγματικά στοιχεία εμβολιασμού, προκειμένου να παραπλανήσει τα θύματα να ενεργοποιήσουν το επιμολυσμένο link και να εγκατασταθεί το κατασκοπευτικό λογισμικό στο κινητό τους. Μετά από αυτό ο χειριστής του Predator είχε τη δυνατότητα πέραν των τηλεφωνικών συνομιλιών, να ακούει κάθε συζήτηση που γινόταν κοντά στην κινητή συσκευή χρησιμοποιώντας την σαν πομπό, να ανοίγει την κάμερα του κινητού και να αποσπά κάθε δεδομένο που περιείχε (όπως τραπεζικούς κωδικούς, συνομιλίες σε εφαρμογές κοινωνικής δικτύωσης, φωτογραφίες, videos, e -mails κλπ.)
- Ο Αιμίλιος Κοσμίδης, που η κάρτα του χρησιμοποιήθηκε -μεταξύ άλλων- για την αγορά των υπηρεσιών αποστολής των επιμολυσμένων μηνυμάτων, κατέθεσε ότι την κάρτα αυτή την έλαβε από κατάστημα κινητής τηλεφωνίας όπου εργαζόταν φίλος του, Κωνσταντίνος Πετρίσης, ο οποίος του είχε εκμυστηρευτεί ότι παρέχει διευκολύνσεις και πληρώνεται από την ΕΥΠ.
- Το όχημα της εταιρείας ΚΡΙΚΕΛ, του πρωτοδίκως καταδικασθέντος Ι. Λαβράνου, βρισκόταν στις εγκαταστάσεις της ΕΥΠ το καλοκαίρι του 2022.
- Το άκρως απόρρητο μνημόνιο συνεργασίας μεταξύ της ΕΥΠ και της αντίστοιχης υπηρεσίας των Σκοπίων διορθώθηκε από τον συνεργάτη της Intellexa Nir Ben Mose και το υψηλόβαθμο στέλεχος της Intellexa στην Ελλάδα, Merom Harpaz.
- Πλήθος στελεχών της ΕΥΠ, που είχαν κατονομαστεί ως σχετιζομένα με το Predator απομακρύνθηκε από την Υπηρεσία, μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου.
- Από συνεντεύξεις του πρωτοδίκως καταδικασθέντος Tal Dilian, από αναφορές της εταιρείας Intellexa που κατέχει το Predator, αλλά και από το κοινώς γνωστό στον χώρο, προέκυψε ότι τέτοια λογισμικά έχουν πελάτες κρατικούς φορείς. Το επιβεβαίωσε και ο μάρτυρας – εργαζόμενος της εταιρείας που κατέθεσε στο δικαστήριο, λέγοντας ότι οι παρουσιάσεις που πραγματοποιούσε γίνονταν μόνο σε κρατικούς φορείς.
- Μετά την αποκάλυψη των παγιδεύσεων ανώτατων πολιτικών και στρατιωτικών αξιωματούχων μέσω Predator - παγιδεύσεων από τις οποίες δεδομένα καταλύθηκε η εθνική ασφάλεια- δεν έγινε η οποιαδήποτε έρευνα από την ΕΥΠ ή οποιαδήποτε άλλη κρατική υπηρεσία.
- Αντιθέτως, όπως κατέθεσε μάρτυρας εργαζόμενος της Intellexa, μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου, η εταιρεία εξακολούθησε να λειτουργεί στην Ελλάδα, διοργανώνοντας μάλιστα και δεξιώσεις στην περιοχή του Πειραιά
- Ο Π. Κοντολέων, διοικητής της ΕΥΠ κατά την εγκατάσταση της Intellexa στην Ελλάδα, ανέφερε ότι εκ της θέσεώς του γνώριζε για την εταιρεία και τη δράση της, αλλά δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια όταν η εταιρεία εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα και προσέλαβε πρώην ισραηλινούς πράκτορες ως εργαζομένους της.
- Το Υπουργείο Εξωτερικών εξέδιδε άδειες εξαγωγής του Predator σε χώρες όπως η Μαγαδασκάρη και το Σουδάν.
- Το ελληνικό κράτος εξέδιδε με πρωτοφανή ταχύτητα άδειες διαμονής για τους εργαζομένους της Intellexa, που ως επί το πλείστον αποτελούσαν πρώην στελέχη των μυστικών υπηρεσιών του Ισραήλ.
- Μεταξύ πολλών στελεχών της κυβέρνησης του πρωτοδίκως καταδικασθέντος Ι. Λαβράνου, υπήρχαν στενές σχέσεις και σχέσεις κουμπαριάς.
- Μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου, η κυβέρνηση ακολούθησε μια επίμονη και συστηματική προσπάθεια εκτροπής της υπόθεσης από την πορεία της, ώστε να μην αποκαλυφθεί στη πλήρη της διάσταση, βάζοντας μια κουρτίνα μπροστά στα γεγονότα. Ενδεικτικά αναφέρεται η απουσία οποιασδήποτε καταγγελίας από κυβερνητικά στελέχη για τις σε βάρος τους παγιδεύσεις, ο κατ’ επίφαση έλεγχος και το πόρισμα της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, η απόσπαση δικογραφίας από τους εισαγγελείς Πρωτοδικών όταν έφτασαν σε κρίσιμο σημείο για την πορεία των ερευνών και ζήτησαν την ταυτοποίηση των κοινών στόχων ΕΥΠ και Predator.
Και ενώ κατά τη φυσιολογική πορεία των πραγμάτων, πράξεις παρακολούθησης στρατιωτικών και πολιτικών αξιωματούχων θα έπρεπε να προκαλέσουν την κινητοποίηση όλων των κρατικών μηχανισμών για την ανεύρεση των υπαιτίων, ανώτατα κυβερνητικά στελέχη προέβησαν σε στοχοποίηση δημοσιογράφων ως «παραμυθάδων» και «συκοφαντών», όταν αποκάλυψαν τα θύματα των υποκλοπών, την ώρα που όλες οι αποκαλύψεις, μία προς μία, στη συνέχεια επιβεβαιώθηκαν.
Όλα αυτά, συνθέτουν ένα πλαίσιο αποδείξεων, που δεν αφήνουν οποιοδήποτε περιθώριο αμφιβολίας για το πως ακριβώς και με την ευθύνη ποιων προσώπων λειτούργησε το κατασκοπευτικό λογισμικό Predator στην Ελλάδα.
Ας υποθέσουμε όμως, προς στιγμήν, ότι όλα έγιναν αποκλειστικά από ιδιώτες. Ότι αποκλειστικά ιδιώτες επέλεξαν να παρακολουθούν κυβερνητικά στελέχη, τις συζύγους και τους συνεργάτες τους, την αντιπολίτευση, τα ανώτατα στελέχη του στρατού, δικαστές, ιερείς, δημοσιογράφους, δικηγόρους, επιχειρηματίες.
Ακόμη και αν αυτό ίσχυε, πώς είναι δυνατόν να προβάλλεται ως “άλλοθι” από μέλη της κυβέρνησης; Πώς μπορεί να υιοθετείται ως επικοινωνιακή γραμμή υποβάθμισης της υπόθεσης, όταν ένα τέτοιο επιχείρημα τους αφήνει εκτεθειμένους ως προς τον τρόπο με τον οποίο προασπίζουν την εθνική ασφάλεια της χώρας;
Πως δικαιολογείται ότι παρόλο που οι κρατικοί αξιωματούχοι (υπουργοί, αρχηγός ΓΕΕΘΑ κλπ), ήταν αποδεδειγμένα παρακολουθούμενοι από το Predator και αποδεδειγμένα ενημερώθηκαν θεσμικά για αυτή την παρακολούθησή τους, δεν υπέβαλαν σχετική καταγγελία, δεν επεδίωξαν τη διερεύνηση της υπόθεσης και γιατί έστω, δεν τέθηκαν στη διάθεση των αρχών, προκειμένου να εξεταστούν ως μάρτυρες; Εφόσον γνώριζαν ότι παγιδεύτηκαν -ή έστω έγινε απόπειρα παγίδευσής τους- από τρίτους, άγνωστους ιδιώτες, γιατί αδιαφόρησαν παρά τη θεσμική, νομική και ηθική τους υποχρέωση;
Γιατί δεν ενδιαφέρθηκαν και δεν επεδίωξαν τη διερεύνηση της υπόθεσης, για να μάθουν ποιοι και γιατί προέβησαν στη παγίδευση και την παρακολούθησή τους; Τι περιήλθε στη γνώση τους από αυτή την παρακολούθηση; Ποια μυστικά του κράτους τυχόν διέρρευσαν; Τι απόρρητες πληροφορίες έμαθαν οι -δήθεν ιδιώτες- χειριστές του Predator; Αν αποκαλύφθηκε από την παρακολούθηση τους κάτι που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια και γιατί αδιαφόρησαν για την προστασία της;
Συνεπώς, το γεγονός ότι κυβερνητικά στελέχη επικαλούνται την υποτιθέμενη αποκλειστική χρήση του λογισμικού από ιδιώτες ως επιχείρημα υποβάθμισης της υπόθεσης, δημιουργεί ερωτηματικά για το πως αντιλαμβάνονται την προστασία της εθνικής ασφάλειας και αν πράγματι ενδιαφέρονται γι’ αυτή.
Και τελικά, δεν μπορώ να καταλήξω τι είναι πιο ανησυχητικό και επικίνδυνο. Οι υποκλοπές αυτές καθ’ αυτές ή η παραδοχή αδιαφορίας για την εθνική ασφάλεια ως μέσο υποβάθμισης της βαρύτητάς τους;
Ο Πέτρος Λιανός είναι δικηγόρος































