Η εικόνα της Ελλάδας να πνίγεται τον χειμώνα και να διψά το καλοκαίρι δεν είναι πλέον οξύμωρο σχήμα, αλλά μια σκληρή πραγματικότητα που επαναλαμβάνεται από τον Έβρο έως τις Κυκλάδες και το Βόρειο Αιγαίο. Σε μια εποχή όπου η κλιματική κρίση εντείνει τα ακραία φαινόμενα, η απουσία ολοκληρωμένου σχεδίου διαχείρισης υδάτων αποκαλύπτει ένα βαθύτερο, διαχρονικό έλλειμμα: την ανεπάρκεια υποδομών και πολιτικής βούλησης.
Πλημμυρισμένα χωράφια τον χειμώνα και αγρότες που το καλοκαίρι αγωνιούν αν θα έχουν σταγόνα για να ποτίσουν τις καλλιέργειές τους συνθέτουν ένα παράδοξο με βαρύ κοινωνικό και οικονομικό κόστος. Από τον Έβρο και τη Νάξο έως τη Λέσβο, η διαχείριση του νερού είναι ζήτημα επιβίωσης του πρωτογενούς τομέα και, τελικά, στρατηγική επιλογή για το μέλλον της χώρας.
Κανένα σχέδιο διαχείρισης υδάτων στον Έβρο
Οι πλημμύρες στον Έβρο, μετά τη θραύση τεσσάρων αναχωμάτων, έχουν προκαλέσει τεράστιες καταστροφές. Περισσότερα από 150.000 στρέμματα έχουν πλημμυρίσει και το μέγεθος της ζημιάς θα αποκαλυφθεί πλήρως όταν φύγουν τα νερά.
Τον περασμένο Νοέμβριο, ο Δήμαρχος Σουφλίου, Παναγιώτης Καλακίκος, μιλώντας στο Dnews για την αποδυνάμωση της Περιφέρειας, μας μετέφερε την έντονη ανησυχία του, τονίζοντας ότι η περιοχή βιώνει πρωτοφανή περίοδο αποδυνάμωσης και εγκατάλειψης. Είχε επισημάνει ότι ο δήμος βρίσκεται «στη δυσμενέστερη θέση της σύγχρονης ιστορίας του», μετά τις καταστροφικές φωτιές, τα πλήγματα που δέχεται ο πρωτογενής τομέας από την έλλειψη υποδομών, την λειψυδρία, την ευλογιά και τον ΟΠΕΚΕΠΕ.
Προφητικά είχε τονίσει ότι η περιοχή το χειμώνα πλημμυρίζει και το καλοκαίρι πλήττεται από την λειψυδρία. «Για δεκαετίες το ελληνικό κράτος δεν κατέστρωσε ένα σχέδιο για να διαχειριστεί τα ύδατα στον Έβρο, ώστε να υπάρχει επαρκής ποσότητα και τους καλοκαιρινούς μήνες. Δεν έχουν σχεδιαστεί σε βάθος και δεν υλοποιούνται σημαντικά έργα διαχείρισης των υδάτων. Το αποτέλεσμα είναι ότι στις ήδη δυσμενείς συνθήκες, οι αγρότες δεν μπορούν να έχουν δυναμικές καλλιέργειες διότι τους περιμένει πάντα ένα καλοκαίρι δύσκολο, δεν γνωρίζουν εάν θα υπάρχουν επαρκείς ποσότητες νερού».
Μιλήσαμε με τον κ. Καλακίκο και μετά τις καταστροφικές πλημμύρες που μεγεθύνουν την πληγή στον Έβρο. Αν και παραδέχεται ότι φέτος υπήρξαν έντονες βροχοπτώσεις, επιμένει στο αυτονόητο, τα έργα υποδομής: «Έχουμε νερά, πολλούς ποταμούς αλλά δεν τα συγκρατούμε. Το καλοκαίρι που στερεύουν στην πιο κρίσιμη περίοδο οι αγρότες δεν έχουν τις κατάλληλες ποσότητες προκειμένου να καλλιεργήσουν».
Και είναι ειρωνεία το νερό που τόσο λείπει το καλοκαίρι, σήμερα να πολλαπλασιάζει τα προβλήματα της περιοχής, καθώς όπως τονίζει ο Δήμαρχος Σουφλίου σε «ορισμένα σημεία το νερό ξεπερνάει τα έξι μέτρα, έχουν καταστραφεί οι υποδομές, αντλιοστάσια, αγροτικοί δρόμοι, φανταστείτε την ποσότητα των φερτών υλικών που θα υπάρχουν στα χωράφια και τι προβλήματα θα δημιουργηθούν στους αγρότες».
Τελειώνει η παραγωγή στη Νάξο
Το κοινό στοιχείο ανάμεσα στον Έβρο και τη Νάξο είναι η αίσθηση των πολιτών ότι το κράτος αδιαφορεί πλήρως για την πρωτογενή παραγωγή. Η έλλειψη νερού στο νησί των Κυκλάδων αποτελεί πρόβλημα εδώ και πολλά χρόνια αλλά όπως τονίζει μιλώντας στο Dnews, ο Δημήτρης Καπούνης, πρόεδρος της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Νάξου «το πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχουν έργα υποδομής για να στηριχθεί ο πρωτογενής τομέας».
Ο κ. Καπούνης , επισημαίνει ότι το 2000 ολοκληρώθηκε το φράγμα της Φανερωμένης, το οποίο, όπως τονίζει «προοριζόταν για άρδευση, αλλά τελικά εξελίχθηκε σε φράγμα για ύδρευση. Το 2009 δημοπρατήθηκε δεύτερο έργο, το φράγμα του Τσικαλαριού, η μελέτη ήταν έτοιμη από το 2002, αλλά ακόμη δεν έχει γίνει τίποτα». Το μόνο που γίνεται, όπως συμπληρώνει ο κ. Καπούνης είναι να έρχονται στο νησί εκπρόσωποι της κυβέρνησης και να… «εγκαινιάζουν το ανύπαρκτο έργο». Ο πρωθυπουργός σε επίσκεψή του στη Νάξο το Νοέμβριο του 2024, στον πέμπτο χρόνο της θητείας του, αναγνώρισε ότι η Νάξος «είναι ένα νησί το οποίο είναι πασίγνωστο στον κόσμο για τον πρωτογενή τομέα, για τα αγροτικά και τα κτηνοτροφικά της προϊόντα». Ο πρωθυπουργός μίλησε και για το πρόβλημα της λειψυδρίας: «Δεν γίνεται να έχουμε στη Νάξο εδώ ένα φράγμα το οποίο είναι ημιτελές τόσα χρόνια. Είναι δέσμευσή μου το φράγμα αυτό επιτέλους να ολοκληρωθεί και να προκηρυχθούν και οι μελέτες, ώστε να έχουμε τα σχετικά δίκτυα άρδευσης» όπως ανέφερε χαρακτηριστικά.
Το φράγμα δεν έχει προχωρήσει και αυτό επηρεάζει άμεσα την αγροτική παραγωγή, την κτηνοτροφία και την τυροκομία.
Η Νάξος, όπως τονίζει ο πρόεδρος της Ένωσης, «βγάζει δύο φορές το χρόνο πατάτα, μαζεύαμε 6 εκ. κιλά και το 2025 δεν μαζέψαμε ούτε 4,5». Η παραγωγή μειώνεται διαρκώς εξαιτίας της λειψυδρίας και του ανεβασμένου κόστους παραγωγής. «Εάν το κόστος ανεβαίνει διαρκώς και ο παραγωγός ξέρει ότι δεν θα έχει και νερό, δεν καλλιεργεί» συμπληρώνει ο κ. Καπούνης και αναφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: «Ένας γεωργός που παράγει 70 τόνους πατάτες, παίρνει 26.000 ευρώ, δεν του μένει τίποτα. Η λειψυδρία τον αναγκάζει να μεταφέρει νερό από το ένα πηγάδι στο άλλο, με αποτέλεσμα να πληρώνει τριπλάσια ποσά σε ρεύμα. Αυτός ο γεωργός, σήμερα θα φυτέψει τις μισές ποσότητες και αυτό με ερωτηματικό».
Ο πρόεδρος του συνεταιρισμού επισημαίνει ότι έχουν προταθεί λύσεις για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα. Να υπάρξει τριτοβάθμια επεξεργασία στον βιολογικό καθαρισμό και να επιστρέφουν έως και 20.000 κυβικά νερό την ημέρα, στον υδροφόρο ορίζοντα του νησιού και να ολοκληρωθούν τα απαραίτητα έργα υποδομής κυρίως το φράγμα.
Η λειψυδρία επηρεάζει και την κτηνοτροφία. «Το 2007 στο χωριό μου υπήρχαν 126 στάβλοι, 126 οικογένειες κτηνοτρόφων, σήμερα είναι 28. Στο δίπλα χωριό, υπήρχαν 132 στάβλοι, σήμερα υπάρχουν 13» τονίζει ο κ. Καπούνης και προσθέτει: «ο πρωτογενής τομέας συρρικνώνεται και είναι αβέβαιο το μέλλον του. Οι νέοι επιλέγουν να ασχοληθούν με τις υπηρεσίες, να γίνουν γκαρσόνια, να καθαρίζουν πισίνες από το να καλλιεργούν και να ζουν με την ανασφάλεια εάν μπορούν να πουλήσουν το προϊόν τους». Ακόμη μία ειρωνεία, οι πισίνες γεμίζουν με τα νερά των γεωτρήσεων από πηγάδια -που εάν υπήρχε σχέδιο θα προορίζονταν για την κάλυψη της πρωτογενούς παραγωγής- και εξαντλούν τον υδροφόρο ορίζοντα του νησιού.
Λέσβος: 5% αρδευόμενη γη και 11,5 εκατομμύρια ελαιόδεντρα σε καθεστώς ξηρικής καλλιέργειας
Παρά τις έντονες βροχοπτώσεις του χειμώνα και τα επαναλαμβανόμενα πλημμυρικά φαινόμενα, η εικόνα που διαμορφώνεται το καλοκαίρι στη Λέσβο είναι εντελώς διαφορετική, όπως αναφέρει το ρεπορτάζ της Μαρίας Χατζηγεωργίου από την ιστοσελίδα stonisi.gr. Οι αγρότες βρίσκονται αντιμέτωποι με σοβαρή έλλειψη νερού για άρδευση. Σύμφωνα με στοιχεία έρευνας, στο νησί αρδεύεται μόλις το 5% της αγροτικής γης, ποσοστό εξαιρετικά χαμηλό σε σχέση με τις πραγματικές ανάγκες.
Οι αρδευόμενες εκτάσεις αφορούν κυρίως οργανωμένους ελαιώνες σε πεδινές περιοχές, εσπεριδοειδή – ιδιαίτερα στη Λουτρόπολη Θερμή – οπωροκηπευτικά και ορισμένες αροτραίες καλλιέργειες. Σε ένα νησί με περίπου 11,5 εκατομμύρια ελαιόδεντρα, η πλειονότητα των παραδοσιακών, κυρίως ορεινών, ελαιώνων παραμένει ξηρική. Η παρατεταμένη ξηρασία και οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής επηρεάζουν πλέον αισθητά την παραγωγικότητα της ελιάς. Επαγγελματίες αγρότες του νησιού αναφερόμενοι στο θέμα σημειώνουν ότι αν γινόταν συστηματική άρδευση του λεσβιακού ελαιώνα οι αποδόσεις του θα ήταν πολλαπλάσιες από τις σημερινές και φυσικά και το αντίστοιχο εισόδημα των αγροτών, το οποίο σήμερα οριακά καλύπτει τα έξοδα καλλιέργειας.
Στους Δήμους Μυτιλήνης και Δυτικής Λέσβου λειτουργούν μικρά και μεγαλύτερα αρδευτικά δίκτυα, ορισμένα μάλιστα ανοιχτού τύπου με τσιμενταύλακες. Στον Δήμο Μυτιλήνης ξεχωρίζει το δίκτυο που αρδεύει τον κάμπο του Ευεργέτουλα, καθώς και εκείνο της Θερμής και της Μεγάλης Λίμνης που αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια. Στη Δυτική Λέσβο λειτουργούν το φράγμα Ερεσού, τα δίκτυα Καλλονής και Πολιχνίτου, καθώς και μικρότερες υποδομές σε χωριά όπως τα Βασιλικά, το Λισβόρι και η Αγία Παρασκευή.
Προβληματική παραμένει η λιμνοδεξαμενή Βαφειού, η οποία δεν λειτουργεί λόγω φθορών στις μεμβράνες της, παρά το γεγονός ότι διαθέτει εγκαταστάσεις.
Παράλληλα, σε όλο το νησί καταγράφονται περισσότερες από 4.000 ιδιωτικές γεωτρήσεις και πηγάδια, μέσω των οποίων οι αγρότες επιχειρούν να καλύψουν τις ανάγκες τους, ασκώντας όμως πρόσθετη πίεση στον υδροφόρο ορίζοντα.
Ο γεωλόγος Δημήτρης Ακριώτης επισημαίνει ότι «η κατάσταση στην άρδευση της Λέσβου είναι αρκετά προβληματική, καθώς το οργανωμένο δίκτυο δεν επαρκεί για να καλύψει τις ανάγκες», υπογραμμίζοντας την ανάγκη σχεδιασμού νέων έργων με σύγχρονα συστήματα και τη δυνατότητα αξιοποίησης του φράγματος Τσικνιά και για άρδευση, εφόσον εκπονηθεί ειδική μελέτη. Ο αρμόδιος αντιδήμαρχος Μυτιλήνης, Χρήστος Τσιβγούλης, τονίζει ότι «το πρόβλημα μπορεί να αντιμετωπιστεί με έργα εμπλουτισμού του υδροφόρου ορίζοντα και την κατασκευή μικρών φραγμάτων σε διάφορες περιοχές». Από την πλευρά της, η πρώην αντιδήμαρχος Δυτικής Λέσβου, Ασανούλα Κοκκινέλλη, σημειώνει ότι «υποδομές υπάρχουν, όμως απαιτούν σημαντική συντήρηση και εκσυγχρονισμό», προσθέτοντας πως τέτοια έργα μπορούν να χρηματοδοτηθούν κυρίως από την Περιφέρεια. Την ίδια στιγμή, η ενίσχυση της αγροτικής παραγωγής δεν συγκαταλέγεται πλέον στις βασικές προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γεγονός που περιορίζει τις διαθέσιμες χρηματοδοτικές δυνατότητες για νέα αρδευτικά έργα.
«Το μέλλον έχει πολλή ξηρασία»
Ο ανατρεπτικός ποιητής Μιχάλης Κατσαρός, με την αλληγορία του «πάρτε μαζί σας νερό. Το μέλλον έχει πολλή ξηρασία» σκιαγράφησε με ένα στοίχο τη δυσοίωνη προοπτική της χώρας. Οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι το βιώνουν στην κυριολεξία. Η διαχείριση των υδάτων είναι ένα από τα βασικά αιτήματα από τον Έβρο έως τη Νάξο, τη Λέσβο και την Κρήτη. Όμως, όπως και σε όλα τα δομικά αιτήματά τους, βρίσκονται διαρκώς αντιμέτωποι με ένα αδιάφορο κράτος αλλά και με εχθρικές διεθνείς συμφωνίες (Mercosur). Συστατικά που αναμένεται με μαθηματική ακρίβεια να οδηγήσουν σε περεταίρω συρρίκνωση της αγροτικής παραγωγής και ακόμη περισσότερη... ξηρασία!































