Κάθε πρόταση που αφορά μισθούς, συντάξεις, κοινωνικό κράτος ή δημόσιες υπηρεσίες καλείται να απαντήσει αμέσως στο ερώτημα «πού θα βρεθούν τα χρήματα;» αναφέρει σε ανάλυσή του το Ινστιτούτο «Αλέξης Τσίπρας».
«Αντίθετα, όταν η συζήτηση αφορά μειώσεις φορολογικών συντελεστών για τα υψηλά εισοδήματα, την επιχειρηματική κερδοφορία ή τα διανεμόμενα μερίσματα, η ίδια επιλογή παρουσιάζεται σχεδόν αυτονόητα ως «αναπτυξιακή πολιτική», συμπληρώνει.
Το Ινστιτούτο Αλέξης Τσίπρας σημειώνει και αναλύει πως «η ασυμμετρία αυτή δεν είναι τεχνική. Είναι πολιτική. Αφορά το ποιος χρηματοδοτεί το κράτος, ποιος καρπώνεται την ανάπτυξη και ποιος καλείται κάθε φορά να απολογηθεί για το κόστος των κοινωνικών αναγκών». Μια πρόσφατη δημόσια παρέμβαση του κ. Άκη Σκέρτσου αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κυβερνητικής συλλογιστικής. Στην ανάρτησή του, η αύξηση των φορολογικών εσόδων των τελευταίων ετών παρουσιάζεται ως απόδειξη ότι οι μειώσεις φορολογικών συντελεστών που πραγματοποίησε η κυβέρνηση της ΝΔ ήταν όχι μόνο αναπτυξιακά ορθές, αλλά και δημοσιονομικά αποδοτικές».
Με αφορμή αυτή την παρέμβαση, το Ινστιτούτο «Αλέξης Τσίπρας» παραθέτει τι πραγματικά δείχνουν και τι δεν δείχνουν οι αριθμοί.
Από τη συσχέτιση στην αιτιότητα: το λογικό άλμα της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας
Ο κ. Σκέρτσος επιχειρεί να ξεδιπλώσει ένα επιχείρημα που επανέρχεται συχνά στον κυβερνητικό λόγο: ότι η αύξηση των φορολογικών εσόδων τα τελευταία χρόνια οφείλεται στη μείωση των φορολογικών συντελεστών που πραγματοποίησε η κυβέρνηση της ΝΔ. Πρόκειται για έναν παλιό και γνώριμο ισχυρισμό: ότι η μείωση των φορολογικών συντελεστών μπορεί να αυξήσει τα φορολογικά έσοδα, αφού δημιουργεί κίνητρα για την αύξηση της φορολογικής βάσης - η λεγόμενη καμπύλη Laffer. Ο κ. Σκέρτσος αναμασά το ίδιο επιχείρημα, χωρίς βέβαια να μπει στον κόπο να διαβάσει τις σχετικές μελέτες που αποδεικνύουν πως δεν ισχύει σχεδόν ποτέ στον πραγματικό κόσμο - βλ. για παράδειγμα την εργασία των οικονομολόγων της ΕΚΤ
Η επίκληση, όμως, αυτής της λογικής δεν αρκεί. Χρειάζεται εμπειρική τεκμηρίωση. Χρειάζεται να αποδειχθεί ότι, στη συγκεκριμένη οικονομία και στη συγκεκριμένη περίοδο, η αύξηση των εσόδων προκλήθηκε πράγματι από τη μείωση των συντελεστών και όχι από άλλους παράγοντες.
Αυτό ακριβώς λείπει από τη συλλογιστική του κ. Σκέρτσου.
Παραθέτει στοιχεία για τα έσοδα από τη φορολόγηση νομικών προσώπων και μερισμάτων, δηλαδή από τη φορολόγηση επιχειρηματικών και διανεμόμενων κερδών. Τα έσοδα αυτά έχουν πράγματι αυξηθεί. Και έχουν αυξηθεί επειδή αυξήθηκε η κερδοφορία και, μαζί της, η φορολογική βάση. Μέχρι εδώ, η διαπίστωση είναι ορθή.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν από αυτή τη διαπίστωση περνά στο συμπέρασμα ότι η αύξηση της κερδοφορίας οφείλεται στη μείωση των φορολογικών συντελεστών. Αυτό είναι λογικό άλμα. Η χρονική συσχέτιση δύο φαινομένων δεν σημαίνει αυτομάτως ότι το ένα είναι η αιτία του άλλου. Correlation is not causality, όπως λέγεται συχνά στην οικονομική ανάλυση. Και εδώ η διάκριση δεν είναι θεωρητική λεπτομέρεια. Είναι ο πυρήνας της δημοσιονομικής τεκμηρίωσης.
Η αύξηση των κερδών δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι οι φορολογικές μειώσεις «δούλεψαν». Μπορεί να συνδέεται με πληθωριστικές ανατιμήσεις, με ολιγοπωλιακές δομές, με διεύρυνση περιθωρίων κέρδους, με συμπίεση του μεριδίου των μισθών, με αύξηση της ονομαστικής κατανάλωσης λόγω ακρίβειας και όχι λόγω πραγματικής ευημερίας. Και στην ελληνική περίπτωση, αυτά δεν είναι θεωρητικά σενάρια. Είναι πλευρές της οικονομικής πραγματικότητας που βιώνουν τα νοικοκυριά και έχουν επισημανθεί, με διαφορετικές διατυπώσεις, από διεθνείς και εγχώριους οικονομικούς οργανισμούς.
Τι σημασία έχει που το ΔΝΤ, ο ΟΟΣΑ, η ΕΚΤ, η Τράπεζα της Ελλάδος, το ΙΟΒΕ έχουν μιλήσει για πληθωρισμό απληστίας και για αδικαιολόγητη αύξηση των περιθωρίων κέρδους των επιχειρήσεων σε βάρος των μισθών; Ο κ. Σκέρτσος και η κυβέρνηση της ΝΔ ξέρουν καλύτερα. Ζούμε, φαίνεται, σε συνθήκες οικονομικού θαύματος· απλώς οι πολίτες αρνούνται να το πιστέψουν.
Το κρίσιμο, λοιπόν, δεν είναι μόνο ότι αυξήθηκαν τα έσοδα. Το κρίσιμο είναι από πού προήλθαν αυτά τα έσοδα και μέσα σε ποιο οικονομικό περιβάλλον δημιουργήθηκαν τα κέρδη που φορολογήθηκαν.
Όταν η αύξηση της κερδοφορίας συνδέεται με την ακρίβεια, με την αύξηση των περιθωρίων κέρδους και με τη συμπίεση των πραγματικών εισοδημάτων, δεν μπορεί να παρουσιάζεται απλώς ως επιβεβαίωση μιας επιτυχημένης φορολογικής πολιτικής. Πολύ περισσότερο, δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως επιχείρημα για ακόμη μεγαλύτερη φορολογική ελάφρυνση του κεφαλαίου.
Με απλά λόγια: η κυβέρνηση παρουσιάζει ως οικονομική επιτυχία μια αναδιανομή που, σε μεγάλο βαθμό, έγινε εις βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας. Βλέπει αυξημένα κέρδη και ζητά περαιτέρω φορολογικές ελαφρύνσεις για το κεφάλαιο. Βλέπει πιεσμένους μισθούς και απαντά με επιδόματα και κουπόνια. Βλέπει ακρίβεια και την εντάσσει στο αφήγημα της ανάπτυξης.
Αυτό δεν είναι ουδέτερη οικονομική ανάγνωση. Είναι πολιτική επιλογή.
Περί δημοσιονομικών κανόνων
Η ίδια λογική εμφανίζεται και όταν η κυβέρνηση επικαλείται το ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο, επιχειρώντας να παρουσιάσει τη δική της δημοσιονομική πολιτική ως μονόδρομο. Όμως οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες δεν υπαγορεύουν την πολιτική της ΝΔ. Θέτουν ένα πλαίσιο εντός του οποίου κάθε κυβέρνηση κάνει επιλογές.
Στην περίπτωση της Ελλάδας, το ισχύον Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα 2025-2028 προβλέπει μέση ετήσια αύξηση των καθαρών πρωτογενών δαπανών κατά 3,2%. Αυτό είναι το πραγματικό περιθώριο άσκησης δημοσιονομικής πολιτικής. Δεν είναι ιδιοκτησία καμίας κυβέρνησης. Δεν είναι τεχνικό προνόμιο κανενός κυβερνητικού στελέχους. Είναι ένα δεσμευτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο οφείλουν να ιεραρχούνται δημόσιες προτεραιότητες.
Αυτόν τον δημοσιονομικό χώρο αξιοποιεί σήμερα η κυβέρνηση Μητσοτάκη για να υπηρετήσει τη δική της στρατηγική: φορολογικές μειώσεις στα υψηλότερα εισοδήματα και στη μεγάλη κερδοφορία, αποσπασματικές παρεμβάσεις για τα χαμηλότερα εισοδήματα, διαχείριση της ακρίβειας με προσωρινά μέτρα αντί για μόνιμες αλλαγές στην κατανομή των βαρών.
Τον ίδιο δημοσιονομικό χώρο μπορεί και πρέπει να αξιοποιήσει μια διαφορετική κυβέρνηση για να εφαρμόσει διαφορετική δημοσιονομική στρατηγική.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της διαφωνίας. Η χώρα κινείται μέσα σε ένα δεδομένο ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο, με συγκεκριμένα όρια και δεσμεύσεις. Άρα το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν μπορεί κανείς να μοιράζει ανεξέλεγκτα πόρους. Δεν μπορεί. Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιες προτεραιότητες χωρούν μέσα σε αυτό το πλαίσιο και ποια κοινωνικά συμφέροντα υπηρετούνται από κάθε επιλογή.
Θα αξιοποιείται το διαθέσιμο περιθώριο για τη συνέχιση ενός μοντέλου που ελαφρύνει συστηματικά τα υψηλά εισοδήματα και τη μεγάλη κερδοφορία, ενώ αφήνει την εργασία, τη μεσαία τάξη και τα νοικοκυριά να σηκώνουν το βάρος της ακρίβειας;
Ή θα ανακατευθύνεται, με σοβαρότητα και κοστολόγηση, σε μια προοδευτική στρατηγική που μειώνει το βάρος στην εργασία, ενισχύει το κοινωνικό κράτος, στηρίζει τη δημόσια επένδυση και φορολογεί δικαιότερα εκεί όπου πραγματικά συγκεντρώνεται ο πλούτος;
Αυτή είναι η πραγματική πολιτική αντιπαράθεση. Όχι αν υπάρχουν δημοσιονομικοί κανόνες. Κανόνες υπάρχουν και δεσμεύουν κάθε κυβέρνηση. Το ζήτημα είναι ποιες επιλογές κάνεις μέσα σε αυτούς.
Η ΝΔ χρησιμοποιεί τη δημοσιονομική σοβαρότητα ως άλλοθι για κοινωνική αδράνεια και φορολογική εύνοια προς τα υψηλά εισοδήματα. Μια προοδευτική κυβέρνηση οφείλει να αποδείξει τη δική της δημοσιονομική σοβαρότητα στην πράξη: με προτεραιότητες, κοστολόγηση, δίκαιη κατανομή των βαρών και πραγματική ενίσχυση της κοινωνικής πλειοψηφίας.
Γιατί στο τέλος, το ερώτημα δεν είναι μόνο αν αυξήθηκαν τα φορολογικά έσοδα. Το ερώτημα είναι ποιος παρήγαγε τον πλούτο, ποιος τον καρπώθηκε και ποιος καλείται να πληρώσει τον λογαριασμό.

































