Τη στιγμή που η κυβέρνηση, διά του επικεφαλής του Οικονομικού Γραφείου του Πρωθυπουργού Μιχάλη Αργυρού, υποστηρίζει ότι η Ελλάδα έχει κάνει σημαντικά βήματα στον παραγωγικό μετασχηματισμό της οικονομίας, το Ινστιτούτο Αλέξη Τσίπρα (ΙΝΑΤ) δίνει στη δημοσιότητα ένα εκτενές άρθρο που αμφισβητεί ευθέως αυτό το αφήγημα. Το κείμενο υποστηρίζει ότι, παρά τους πρωτοφανείς πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, η παραγωγική δομή της χώρας δεν άλλαξε ουσιαστικά και κάνει λόγο για μια χαμένη ευκαιρία με πολιτικές ευθύνες.
Αναλυτικά το σχετικό άρθρο το οποίο υπογράφουν η Ευγενία Φωτονιάτα, Συντονίστρια Επιστημονικού Συμβουλίου του ΙΝΑΤ και ο Βαγγέλης Κανούλας, Καθηγητής ΤΝ στο Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ, Μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του ΙΝΑΤ.
Αναλυτικά:
«Γιατί οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης δεν άλλαξαν την παραγωγική δομή της χώρας
Το αν αλλάζει το παραγωγικό μοντέλο της χώρας είναι ίσως το κρισιμότερο οικονομικό και πολιτικό ερώτημα της περιόδου. Πολύ περισσότερο όταν η Ελλάδα είχε στη διάθεσή της, μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, μια χρηματοδοτική δυνατότητα χωρίς προηγούμενο. Σε πρόσφατο άρθρο του, ο επικεφαλής του Οικονομικού Γραφείου του Πρωθυπουργού απαντά καταφατικά. Επικαλείται την αύξηση των εξαγωγών και των επενδύσεων, τις εισροές ξένων κεφαλαίων και τη βελτίωση της παραγωγικότητας μετά την πανδημία. Οι αριθμοί, όμως, επιλέγονται και διαβάζονται με τρόπο που προκατασκευάζει το συμπέρασμα. Οι εξαγωγές εμφανίζονται σε τρέχουσες τιμές, οι επενδύσεις χωρίς τη σύνθεσή τους, οι ξένες εισροές χωρίς το πραγματικό παραγωγικό τους περιεχόμενο και η παραγωγικότητα με αφετηρία τη χρονιά της πανδημικής κατάρρευσης.
Η ελληνική οικονομία ανέκαμψε. Αυτό δεν σημαίνει ότι μετασχηματίστηκε
Παραγωγικός μετασχηματισμός σημαίνει αλλαγή στη σύνθεση της παραγωγής, περισσότερη εγχώρια προστιθέμενη αξία, ισχυρότερη βιομηχανική και τεχνολογική βάση, υψηλότερη παραγωγικότητα, πιο σύνθετες εξαγωγές και μικρότερη εισαγωγική εξάρτηση. Με αυτά τα κριτήρια πρέπει να κριθεί το κυβερνητικό success story.
Το τεστ που μένει εκτός αφηγήματος
Δύο μεγέθη αρκούν για να φωτίσουν τα όρια της κυβερνητικής ανάγνωσης.Το πρώτο είναι το επενδυτικό κενό. Παρά την άνοδο των επενδύσεων, η Ελλάδα εξακολουθεί να υπολείπεται της ευρωζώνης κατά περίπου τέσσερις μονάδες του ΑΕΠ και παραμένει στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το δεύτερο είναι το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Ένα έλλειμμα της τάξης του 5,7% του ΑΕΠ δείχνει ότι η χώρα εξακολουθεί να χρειάζεται περισσότερα αγαθά, πρώτες ύλες και παραγωγικές εισροές από το εξωτερικό από όσα μπορεί να καλύψει η παραγωγική της βάση.
Η επιλεκτική προβολή των θετικών δεικτών δεν απαντά σε αυτές τις δύο δομικές αδυναμίες. Απλώς τις αφήνει εκτός κάδρου.
Το εξαγωγικό «άλμα» των τρεχουσών τιμών
Οι εξαγωγές των 98 δισ. ευρώ προβάλλονται ως απόδειξη αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου. Πρόκειται, όμως, για ονομαστικό μέγεθος σε τρέχουσες τιμές, το οποίο ενσωματώνει και τις ανατιμήσεις της περιόδου. Σε σταθερές τιμές, οι εξαγωγές αυξήθηκαν από 67 δισ. ευρώ το 2019 σε 73 δισ. το 2025. Η πραγματική άνοδος ήταν 8,7%. Την ίδια περίοδο, οι εισαγωγές αυξήθηκαν από 70,5 δισ. σε 88 δισ. ευρώ, δηλαδή κατά 25%.
Το πραγματικό χάσμα μεταξύ τους διευρύνθηκε από περίπου 3,5 δισ. ευρώ το 2019 σε 15 δισ. το 2025. Πίσω από το ονομαστικό ρεκόρ βρίσκεται μια οικονομία της οποίας η ανάγκη για εισαγωγές αυξήθηκε σχεδόν τρεις φορές ταχύτερα από τις εξαγωγές.
Παράλληλα, οι ελληνικές εξαγωγές διατηρούν υψηλό εισαγωγικό περιεχόμενο. Μέρος των πρώτων υλών, των ενδιάμεσων αγαθών και του εξοπλισμού που ενσωματώνουν παράγεται στο εξωτερικό. Επομένως, ένα τμήμα της εξαγόμενης αξίας έχει ήδη δημιουργηθεί και αμειφθεί σε άλλες οικονομίες. Περιορισμένο παραμένει και το τεχνολογικό τους βάθος. Το μεγαλύτερο μέρος των εξαγόμενων αγαθών αφορά προϊόντα χαμηλής ή μέσης τεχνολογικής έντασης, ενώ η συμμετοχή των προϊόντων μέσης-υψηλής και υψηλής τεχνολογίας παραμένει χαμηλή και υποχωρεί. Στο ίδιο μείγμα διατηρούν ισχυρή παρουσία τα πετρελαιοειδή και λίγοι συγκεντρωμένοι κλάδοι. Τα 98 δισ. μετρούν την αξία που περνά από τα σύνορα. Δεν μετρούν την αξία που δημιουργείται και μένει στη χώρα.
Η επενδυτική άνοδος και η πραγματική της σύνθεση
Ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου αυξήθηκε από 20,3 δισ. ευρώ ή 11% του ΑΕΠ το 2019 σε 41,9 δισ. ευρώ ή 16,9% το 2025. Η άνοδος είναι υπαρκτή, αλλά η Ελλάδα παραμένει στην προτελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ενδιαφέροντα συμπεράσματα προκύπτουν αν δει κανείς τη σύνθεση της επενδυτικής μεταβολής. Από τη συνολική αύξηση των 21,7 δισ. ευρώ, τα 6,1 δισ. συνδέονται με τις κατοικίες, περίπου 2 δισ. με τις εξοπλιστικές δαπάνες και 2,9 δισ. με κεφαλαιακές δαπάνες του Ταμείου Ανάκαμψης. Οι τρεις κατηγορίες αντιστοιχούν σε λίγο περισσότερο από το μισό της ανόδου. Οι κατοικίες και οι εξοπλιστικές προμήθειες καταγράφονται στους εθνικούς λογαριασμούς ως σχηματισμός παγίου κεφαλαίου. Δεν μπορούν, όμως, να εξομοιώνονται με παραγωγικές επενδύσεις. Η κατοικία κατευθύνει κεφάλαια σε έναν μη εμπορεύσιμο κλάδο, χωρίς να διευρύνει τη βιομηχανική και τεχνολογική βάση ή την εξαγωγική ικανότητα της χώρας. Οι εξοπλιστικές δαπάνες υπηρετούν πρωτίστως ανάγκες άμυνας και, όταν αφορούν εισαγόμενο υλικό, η παραγωγή και η προστιθέμενη αξία δημιουργούνται κυρίως στο εξωτερικό.
Η καταγραφή τους στον συνολικό επενδυτικό δείκτη ακολουθεί την καθιερωμένη στατιστική ταξινόμηση. Η επίκλησή τους, όμως, ως απόδειξη παραγωγικού μετασχηματισμού είναι παραπλανητική.
Χωρίς τις κατοικίες, τις εξοπλιστικές δαπάνες και τις κεφαλαιακές δαπάνες του Ταμείου Ανάκαμψης, οι επενδύσεις θα κινούνταν κοντά στο 14% του ΑΕΠ και η Ελλάδα θα βρισκόταν στην τελευταία θέση της Ένωσης. Η απορρόφηση πόρων δεν αποτελεί από μόνη της παραγωγική στρατηγική. Το ουσιαστικό μέτρο είναι το νέο παραγωγικό κεφάλαιο που δημιουργείται και οι δυνατότητες που παραμένουν μετά την ολοκλήρωση της χρηματοδότησης.
Το «ρεκόρ» των άμεσων ξένων επενδύσεων χτίστηκε στα χαρτιά
Οι άμεσες ξένες επενδύσεις εμφανίζονται να εκτινάσσονται το 2025 από 7,6 σε 12,9 δισ. δολάρια. Το «ρεκόρ», όμως, δεν προέκυψε από ένα κύμα νέων εργοστασίων, παραγωγικών μονάδων ή τεχνολογικών υποδομών.
Σχεδόν ολόκληρη η ετήσια αύξηση συνδέεται με μία εταιρική αναδιάρθρωση: τη δημιουργία της νέας μητρικής της Metlen στο Λονδίνο και την απόκτηση από αυτήν των μετοχών της ελληνικής εταιρείας, σε συναλλαγή περίπου 5 δισ. ευρώ. Στη στατιστική, η πράξη εμφανίζεται ως ξένη επένδυση. Στην πραγματική οικονομία δεν δημιουργήθηκαν εξαιτίας της νέα μονάδα, νέος εξοπλισμός ή αντίστοιχου ύψους παραγωγικό κεφάλαιο στην Ελλάδα. Άλλαξε η εταιρική δομή ενός υφιστάμενου ομίλου, όχι η παραγωγική δυνατότητα της χώρας. Κι όμως, μια μεταβολή εταιρικής ιδιοκτησίας παρουσιάζεται ως εθνικό επενδυτικό άλμα. Το λογιστικό μέγεθος χρησιμοποιείται για να υποκαταστήσει το ουσιαστικό ερώτημα: πόσο νέο παραγωγικό κεφάλαιο εγκαταστάθηκε πράγματι στην Ελλάδα;
Αντίστοιχη εικόνα εμφανίζει και το ευρύτερο μείγμα κεφαλαιακών εισροών. Σημαντικά κεφάλαια κατευθύνονται στην ακίνητη περιουσία, στη Χρυσή Βίζα, στις βραχυχρόνιες μισθώσεις και στην ανακύκλωση υφιστάμενων περιουσιακών στοιχείων. Οι αξίες γης και κατοικίας αυξάνονται, χωρίς ανάλογη διεύρυνση της βιομηχανικής και τεχνολογικής υποδομής. Η εκτίμηση ότι οι ελληνικές κατοικίες είναι υπερτιμημένες κατά 18% αποτυπώνει αυτή την ανισορροπία.
Η στατιστική καταγράφει τη διασυνοριακή κίνηση κεφαλαίου. Η πολιτική οφείλει να διακρίνει μια νέα παραγωγική επένδυση από μια νέα εταιρική διεύθυνση.
Η παραγωγικότητα πέρα από τη χαμηλή βάση
Η αύξηση της συνολικής παραγωγικότητας κατά 6,2% μετά το 2020 προβάλλεται επίσης ως απόδειξη διαρθρωτικής αλλαγής. Η αφετηρία, όμως, είναι η χρονιά της βαθύτερης ύφεσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η επιστροφή από την πανδημική κατάρρευση διογκώνει αναπόφευκτα τον δείκτη.
Η μακροχρόνια εικόνα είναι διαφορετική. Σύμφωνα με νέα μελέτη του ΙΟΒΕ για τον ΣΕΒ, η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα παραμένει περίπου στα επίπεδα του 2000. Ανά απασχολούμενο αντιστοιχεί στο 54% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ανά ώρα εργασίας στο 43%. Η χώρα δεν υστερεί επειδή εργάζεται λιγότερο. Υστερεί ακόμη περισσότερο όταν η παραγωγή μετριέται ανά ώρα. Οι πολλές ώρες δεν αναπληρώνουν το χαμηλό κεφάλαιο ανά εργαζόμενο, την περιορισμένη τεχνολογική ένταση, το μικρό επιχειρηματικό μέγεθος και τις αδυναμίες οργάνωσης.
Στον επιχειρηματικό μη αγροτικό τομέα, το 2023 κάθε απασχολούμενος στην Ελλάδα παρήγαγε αξία 29,3 χιλ. ευρώ, έναντι 64,5 χιλ. ευρώ στην ΕΕ. Μόλις το 45% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Η απόσταση διαφοροποιείται ανά κλάδο. Η ελληνική παραγωγικότητα αντιστοιχεί στο 71% του ευρωπαϊκού μέσου όρου στις μεταφορές και την αποθήκευση, στο 56% στη μεταποίηση, στο 46% στο εμπόριο και στο 43% στην εστίαση και τα καταλύματα. Ένας εργαζόμενος στη μεταποίηση παράγει κατά μέσο όρο αξία 45,6 χιλ. ευρώ, ενώ στην εστίαση και στα καταλύματα 12,1 χιλ. ευρώ. Παρ’ όλα αυτά, την περίοδο 2021–2025 η απασχόληση στη μεταποίηση αυξήθηκε κατά 7,6%, έναντι 23,1% στην εστίαση και τα καταλύματα.
Η χαμηλή παραγωγικότητα δεν είναι ζήτημα εργασιακής προσπάθειας. Είναι αποτέλεσμα του εξοπλισμού, της τεχνολογίας, του μεγέθους, της οργάνωσης και της κλαδικής δομής της οικονομίας.
Η παραγωγική βάση μιας προοδευτικής πολιτικής
Για την Αριστερά, ο παραγωγικός μετασχηματισμός δεν είναι τεχνοκρατική παραχώρηση στην ατζέντα της ανάπτυξης. Είναι η υλική βάση μιας πολιτικής αναδιανομής με διάρκεια.
Δεν μπορεί να υπάρξει βιώσιμη αναδιανομή πάνω σε μια οικονομία χαμηλής παραγωγικότητας, περιορισμένης εγχώριας αξίας και υψηλής εισαγωγικής εξάρτησης. Όσο η παραγωγική βάση παραμένει στενή, οι αναδιανεμητικές πολιτικές εξαρτώνται από τη συγκυρία και συρρικνώνονται στην πρώτη κρίση. Η βιώσιμη αναδιανομή προϋποθέτει βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης. Ο παραγωγικός μετασχηματισμός είναι, επομένως, προϋπόθεση για ισχυρότερη εργασία, κοινωνική πολιτική με σταθερή χρηματοδότηση και ουσιαστική σύγκρουση με τις ανισότητες. Η παραγωγικότητα, βέβαια, δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε καλύτερους μισθούς. Δημιουργεί τη δυνατότητα. Για να μετατραπεί σε κοινωνικό όφελος χρειάζονται συλλογικές συμβάσεις, ισχυροί θεσμοί εργασίας, φορολογική δικαιοσύνη και δημόσια συμμετοχή στις αποδόσεις των επενδύσεων.
Το κοινωνικό αποτύπωμα της περιόδου είναι σαφές. Ο πραγματικός μέσος μισθός παραμένει περίπου 22% χαμηλότερος από το 2009 και το μερίδιο της εργασίας στο ΑΕΠ έχει περιοριστεί στο 35,6%. Από το 2019 τα εταιρικά κέρδη αυξήθηκαν κατά 42%, έναντι 32% των συνολικών αμοιβών εργασίας, όταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση η σχέση κινήθηκε αντίστροφα. Ο κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού έφτασε στο 27,5%, ενώ τα ελληνικά νοικοκυριά εμφανίζουν σταθερά αρνητική αποταμίευση από το 2022. Δεν ξοδεύουν περισσότερα από όσα εισπράττουν επειδή ευημερούν. Το κάνουν για να καλύψουν βασικές ανάγκες.
Εδώ βρίσκεται η πολιτική διαχωριστική γραμμή. Η συντηρητική αντίληψη αρκείται στην αύξηση του ΑΕΠ, των αποτιμήσεων και των κερδών, προσδοκώντας ότι κάποτε τα οφέλη θα διαχυθούν. Μια προοδευτική στρατηγική ρωτά ποια παραγωγή χρηματοδοτείται, ποιες ανάγκες υπηρετεί, ποιος αναλαμβάνει το ρίσκο και ποιος καρπώνεται την απόδοση.
Όταν τελειώσει το Ταμείο, τι μένει;
Η άνοδος του μεσοπρόθεσμου ρυθμού ανάπτυξης από 0,9% σε 1,5% και το σωρευτικό όφελος περίπου 7% σε βάθος δεκαετίας αποδίδονται σε μεγάλο βαθμό στο «Ελλάδα 2.0» και στους ευρωπαϊκούς δημόσιους πόρους.
Το κρίσιμο δεν είναι μόνο η ώθηση που δημιούργησαν όσο βρίσκονταν σε ροή. Είναι τι θα μείνει όταν η χρηματοδότηση ολοκληρωθεί. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει επιβράδυνση καθώς το Ταμείο εκπνέει, ενώ τα πρόσφατα τριμηνιαία στοιχεία δείχνουν ήδη τον ασθενέστερο ρυθμό από το 2023. Το κράτος και η Ευρωπαϊκή Ένωση ανέλαβαν μεγάλο μέρος της χρηματοδότησης και του κινδύνου. Το αποτέλεσμα παρουσιάζεται, παρ’ όλα αυτά, σαν να προέκυψε από μια αγορά που μετασχημάτισε μόνη της την οικονομία.
Το κόστος κοινωνικοποιήθηκε. Η απόδοση ιδιωτικοποιήθηκε.
Το πραγματικό τεστ αρχίζει όταν η ροή των πόρων σταματήσει.
Η χαμένη ευκαιρία ήταν πολιτική επιλογή
Η αδυναμία παραγωγικού μετασχηματισμού δεν είναι μια τεχνική αστοχία ούτε μια μετάβαση που χρειάζεται απλώς περισσότερο χρόνο. Είναι το αποτέλεσμα μιας στρατηγικής που αρνήθηκε να θέσει δημόσια κατεύθυνση και δεσμευτικούς όρους στη διάθεση των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών πόρων που είχε ποτέ η χώρα. Το Ταμείο Ανάκαμψης λειτούργησε ως χρηματοδοτικός επιταχυντής του υφιστάμενου μοντέλου. Το κράτος ανέλαβε το κόστος και το ρίσκο, αλλά άφησε στην αγορά να αποφασίσει την κατεύθυνση και τους τελικούς ωφελημένους.
Η κυβέρνηση δεν απέτυχε απλώς να αλλάξει την οικονομία. Επέλεξε συνειδητά να μην αλλάξει τους όρους που την κρατούν καθηλωμένη».
































