«H πρόσφατη Υπουργική Απόφαση για δέσμευση ηλεκτρικού χώρου υπεράκτιων αιολικών δεν αποτελεί απλώς μια αμφιλεγόμενη επιλογή χωροθέτησης, αποτελεί μια απόφαση που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα», τονίζει σε ανάλυσή του το Ινστιτούτο του Αλέξη Τσίπρα.
«Στο Θρακικό Πέλαγος χωροθετείται εντός Natura 2000, και στον Πατραϊκό Κόλπο έχει αχρείαστα υψηλό οικονομικό και περιβαλλοντικό κόστος.
Η πολιτεία οφείλει να ανακαλέσει άμεσα τις συγκεκριμένες χωροθετήσεις και να επανασχεδιάσει το πρόγραμμα στη βάση επιστημονικής τεκμηρίωσης και προστασίας του δημόσιου συμφέροντος», προσθέτει σχετικά.
Αναλυτικά:
«Σύνοψη
Σύμφωνα με την Ομάδα Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής του ΙΝΑΤ η υπουργική απόφαση για δέσμευση ηλεκτρικού χώρου υπεράκτιων αιολικών δεν αποτελεί απλώς μια αμφιλεγόμενη επιλογή χωροθέτησης, αποτελεί μια απόφαση που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα. Στο Θρακικό Πέλαγος χωροθετείται εντός Natura 2000, και στον Πατραϊκό Κόλπο έχει αχρείαστα υψηλό οικονομικό και περιβαλλοντικό κόστος. Η επιλογή περιοχών με δυσμενή περιβαλλοντικά και τεχνικοοικονομικά χαρακτηριστικά όταν υπάρχουν τεκμηριωμένα καλύτερες εναλλακτικές, δεν μπορεί να εξηγηθεί με όρους ορθολογικού ενεργειακού σχεδιασμού. Η πολιτεία οφείλει να ανακαλέσει άμεσα τις συγκεκριμένες χωροθετήσεις και να επανασχεδιάσει το πρόγραμμα στη βάση επιστημονικής τεκμηρίωσης και προστασίας του δημόσιου συμφέροντος.
Η πρόσφατη Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ Β 4011/02.07.2026) για δέσμευση ηλεκτρικού χώρου 2.350MW για υπεράκτια αιολικά πάρκα αποτελεί μια κρίσιμη τομή για την ενεργειακή στρατηγική της χώρας. Ως Ομάδα Εργασίας του ΙΝΑΤ, που έχει εκπονήσει εκτενή επιστημονική μελέτη για το ζήτημα, οφείλουμε να επισημάνουμε σημεία σύγκλισης αλλά και σοβαρές αποκλίσεις που καθιστούν την απόφαση αυτή προβληματική.
Σημεία σύγκλισης
Θετικό στοιχείο αποτελεί η αναγνώριση της ανάγκης ανάπτυξης υπεράκτιων αιολικών πάρκων στην Ελλάδα, με τη δέσμευση σημαντικού ηλεκτρικού χώρου. Ιδιαίτερα, η πρόβλεψη για την Κρήτη (250MW) συμβαδίζει με τα ευρήματα της μελέτης μας, που αναδεικνύει την περιοχή της Ανατολικής Κρήτης ως εξαιρετικά κατάλληλη για πλωτά υπεράκτια αιολικά πάρκα, με υψηλή συμβατότητα και χαμηλό Σταθμισμένο Κόστος Ενέργειας (LCOE) που μπορεί να προσεγγίσει τα ~60 €/MWh. Η περιοχή χαρακτηρίζεται από ευνοϊκό ανεμολογικό καθεστώς, με ισχυρούς και σταθερούς ανέμους. Ταυτόχρονα, η γειτνίαση με τα κυρωμένα όρια της ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας – Αιγύπτου, προκρίνει τη διερεύνηση μιας εναλλακτικής χωροθέτησης εντός ΑΟΖ, με ακόμα ευνοϊκότερες ανεμολογικές συνθήκες και οικονομική απόδοση με επιπρόσθετο όφελος τη μηδενική οπτική όχληση ή άλλη όχληση στις ανθρώπινες δραστηριότητες.
Σοβαρές αποκλίσεις και επιστημονικά ατεκμηρίωτες επιλογές
Ωστόσο, η απόφαση περιλαμβάνει και επιλογές που έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την επιστημονική τεκμηρίωση:
– Θρακικό Πέλαγος – Εγκατάσταση εντός Natura 2000: Η απόφαση δεσμεύει τη μεγαλύτερη ισχύ (600 MW) στο Θρακικό Πέλαγος, για την εξυπηρέτηση των δύο πιλοτικών έργων του ΕΠΑΥΑΠ (Έβρος και Σαμοθράκη, Εικόνα 1). Βάσει της μελέτης μας, πρόκειται για τεμάχια μηδενικής και ελάχιστης συμβατότητας (0%, <5% αντίστοιχα). Τα προτεινόμενα οικόπεδα βρίσκονται εντός περιοχών Natura 2000, γεγονός που συνιστά κατάφωρη παραβίαση των αυστηρών περιβαλλοντικών κριτηρίων που η ίδια η Ελλάδα έχει δεσμευτεί να τηρεί. Η επιμονή στα συγκεκριμένα τεμάχια του Θρακικού Πελάγους καθίσταται ακόμη πιο ακατανόητη, δεδομένου ότι η ίδια επιστημονική ανάλυση αναδεικνύει σαφώς καταλληλότερες εναλλακτικές στην ευρύτερη περιοχή.
Εικόνα 1: Πιλοτικά έργα στο Θρακικό Πέλαγος (προτεινόμενα τεμάχια ΕΠΑΥΑΠ με κόκκινη γραμμή). Επικάλυψη με περιοχές περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος (π.χ. βεραμάν πολύγωνα: περιοχές Natura 2000). Η ευρύτερη περιοχή χαρακτηρίζεται από μη ευνοϊκές ανεμολογικές συνθήκες για ηλεκτροπαραγωγή (ροζ πλέγμα: περιοχές με μέσες ταχύτητες ανέμου μικρότερες των 6 m/s). Οι κατάλληλες περιοχές για χωροθέτηση κατά τους Tsiara et al., 2025, σημειώνονται με μωβ και πράσινο πλέγμα για σταθερής έδρασης και πλωτά ΥΑΠ, αντίστοιχα.
Όπως αποτυπώνεται στην Εικόνα 2 (που προέρχεται από το Σχήμα 4α της μελέτης Tsiara et al., 2025), η περιοχή δυτικά της Σαμοθράκης πληροί όλα τα αυστηρά περιβαλλοντικά κριτήρια (εκτός Natura 2000, ΙΒΑ και μεταναστευτικών οδών) και προσφέρει οικονομικά ανταγωνιστικές τιμές LCOE για πλωτές φάρμες, της τάξεως των 80-100 €/MWh. Η ύπαρξη αυτής της εναλλακτικής θέσης στο Θρακικό Πέλαγος, η οποία δεν συγκρούεται με ευαίσθητα οικοσυστήματα και δεν επιβαρύνει το δημόσιο συμφέρον, στερεί κάθε δικαιολογία από την επιλογή των προβληματικών τεμαχίων εντός Natura 2000. Όταν, μάλιστα, τα τεμάχια αυτά σχεδόν σε όλη τους έκταση χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερα χαμηλό αιολικό δυναμικό (μέσες ταχύτητες ανέμου <6 m/s στα 10 μέτρα), καθιστώντας τα ενεργειακά ασύμφορα, η επιλογή τους δεν μπορεί να αποδοθεί παρά μόνο στην εξυπηρέτηση συγκεκριμένων επενδυτικών συμφερόντων, που προφανώς δεν ταυτίζονται με την εθνική στρατηγική ή το δημόσιο όφελος.
Εικόνα 2: Υπολογισμός κόστους (Σταθμισμένο Κόστος Ενέργειας – Δείκτης LCOE) στις κατάλληλες περιοχές προς χωροθέτηση πλωτών ΥΑΠ κατά τους Tsiara et al., 2025. Παρατηρείται ότι το Πιλοτικό Έργο «Έβρος» δεν συμπίπτει με κατάλληλες περιοχές. Στην ευρύτερη περιοχή των προτεινόμενων τεμαχίων (κόκκινη γραμμή) στη Σαμοθράκη, υπάρχουν βιώσιμες εναλλακτικές. Eκτιμάται LCOE 125-140, 90-115, 80-105 €/MWh δυτικά, νότια και ανατολικά του νησιού, αντίστοιχα.
– Πατραϊκός Κόλπος – Ένα έργο εκτός διεθνούς πρακτικής: Η δέσμευση ηλεκτρικού χώρου για το ΥΑΠ σταθερής έδρασης στον Πατραϊκό Κόλπο, είναι ενδεικτική της αδιαφορίας για την επιστημονική τεκμηρίωση. Παρότι το αιολικό δυναμικό της περιοχής δεν είναι ενθαρρυντικό (μέσες ταχύτητες ανέμου <6 m/s στα 10 μέτρα), το ΕΠΑΥΑΠ προέβλεπε τεμάχιο αθροιστικής εγκατεστημένης ισχύος 695 MW, με μέσο βάθος τα 69 m (και κατά τόπους βάθος έως και 100 m), καθιστώντας εξαιρετικά δύσκολη έως αδύνατη την εφαρμογή τεχνολογίας σταθερής έδρασης. Η εγγύτητα στην ακτή (~1,5 km) είναι άνευ προηγουμένου για έργο τέτοιας κλίμακας, με την οπτική όχληση να εκτιμάται ως εξαιρετικά έντονη. Η θέση του λιμένα Πάτρας, συνεπάγεται ιδιαίτερα πυκνή κυκλοφορία πλοίων εντός του Πατραϊκού κόλπου, γεγονός που αμφισβητεί περαιτέρω την τεχνική βιωσιμότητα του έργου. Ταυτόχρονα, το έργο γειτνιάζει με προστατευόμενες περιοχές, όπως το ευαίσθητο οικοσύστημα της λιμνοθάλασσας Μεσολογγίου, το οποίο προστατεύεται ως τόπος Natura 2000 και σημαντική περιοχή για την ορνιθοπανίδα, κατά την Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία. Επιπλέον, στην ευρύτερη περιοχή δεν υφίσταται σημείο διασύνδεσης με το δίκτυο, ώστε να εξυπηρετήσει φάρμα αυτού του μεγέθους, επομένως η υλοποίηση του ήδη ασύμφορου ενεργειακά έργου, θα προϋπέθετε επιπλέον δαπανηρές υποδομές. Έτσι, διαφαίνεται πως αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η πρόσφατη Υπουργική Απόφαση προβλέπει υποτριπλάσια μέγιστη εγκατεστημένη ισχύ για το έργο του Πατραϊκού κόλπου (200 MW), καθώς σημείο σύνδεσης στο ΕΣΜΗΕ θα μπορούσε πλέον να αποτελέσει το υφιστάμενο ΚΥΤ Πάτρας. Ωστόσο, είναι σαφές πως σε κάθε περίπτωση, οι υπόλοιπες τεχνικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές προκλήσεις εξακολουθούν να ισχύουν, καθιστώντας το έργο στον Πατραϊκό κόλπο αφενός ενεργειακά ασύμφορο και αφετέρου, επιζήμιο για τις τοπικές κοινωνίες και τη βιοποικιλότητα.
– Επιλεκτική εφαρμογή κριτηρίων: Ενώ το ΕΠΑΥΑΠ αναδεικνύει ορισμένες περιοχές υψηλής συμβατότητας (Κρήτη ή Ικαρία), η απόφαση προκρίνει περιοχές που θα έπρεπε να είχαν αποκλειστεί από το πρώτο στάδιο αξιολόγησης (χαμηλό αιολικό δυναμικό ή/και επικάλυψη με σημεία περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος π.χ. Natura 2000). Αυτή η επιλεκτική εφαρμογή των επιστημονικών κριτηρίων εγείρει σοβαρά ερωτήματα για τη διαφάνεια της διαδικασίας και την πραγματική βούληση υλοποίησης ενός βιώσιμου και κοινωνικά δίκαιου ενεργειακού σχεδιασμού.
Πρόταση
Ως Ομάδα Εργασίας του ΙΝΑΤ, καλούμε την πολιτεία να άρει άμεσα την απόφαση για το Θρακικό Πέλαγος και τον Πατραϊκό κόλπο και να επικαιροποιήσει άμεσα τη χωροθέτηση, με βάση αυστηρά επιστημονικά και περιβαλλοντικά κριτήρια. Οι χάρτες καταλληλότητας των υπεράκτιων θέσεων, καθώς και των αμετακλήτως εξαιρούμενων περιοχών από τη χωροθέτηση, οφείλουν να είναι δεδομένα ανοιχτά στο κοινό. Η μετάβαση από τη στεριά στη θάλασσα αποτελεί σημαντική παράμετρο της ενεργειακής μετάβασης, αλλά οφείλει να γίνει με όρους διαφάνειας, ελέγχου και ουσιαστικής συμμετοχής των τοπικών κοινωνιών, αποφεύγοντας τα λάθη που οδήγησαν σε κοινωνική καχυποψία και πολλές φορές απόρριψη των χερσαίων αιολικών πάρκων».
Ομάδα Περιβάλλοντος, Ενέργειας Και Κλιματικής Αλλαγής, ΙΝΑΤ
– Βανέσσα Κατσαρδή, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Θαλάσσιας και Παράκτιας Μηχανικής, Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Μέλος Επιστημονικού Συμβουλίου του ΙΝΑΤ
– Χριστίνα Τσιάρα, Υποψήφια Διδάκτωρ, Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Συνεργάτης του ΙΝΑΤ
– Τριαντάφυλλος Αλμπάνης, Ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Χημείας και πρώην Πρύτανης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Μέλος Επιστημονικού Συμβουλίου του ΙΝΑΤ
– Γιώργος Βασιλειάδης, Φυσικός, Συνεργάτης του ΙΝΑΤ
– Άρης Μαγκλάρας, Δρ. Ηλεκτρολόγος Μηχανικός, Μέλος Επιστημονικού Συμβουλίου του ΙΝΑΤ
– Κωνσταντίνος Μυλωνάς, Μηχανικός Έρευνας και Ανάπτυξης Ενεργειακών Συστημάτων, Συνεργάτης ΙΝΑΤ
– Μανώλης Πλειώνης, Καθηγητής Αστροφυσικής, Τμήμα Φυσικής, ΑΠΘ και πρώην Πρόεδρος Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, Μέλος Επιστημονικού Συμβουλίου του ΙΝΑΤ
– Δημήτρης Τσέκερης, Ενεργειακός Μηχανολόγος Μηχανικός, Συνεργάτης του ΙΝΑΤ

































