Ένα νέο κεφάλαιο στη συζήτηση για την αξιοπιστία των πιστοποιήσεων ξένων γλωσσών ανοίγει στην Ελλάδα, με την ΟΙΕΛΕ να φέρνει στο προσκήνιο καταγγελίες για μια «βιομηχανία πιστοποιήσεων» και την ALTE να θέτει στο επίκεντρο την ανάγκη για διαφάνεια, αξιοπιστία και αυστηρά πρότυπα στις εξετάσεις γλωσσομάθειας. Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκονται φορείς πιστοποίησης, εξεταστικά κέντρα και διαδικασίες που μπορούν σε ορισμένες περιπτώσεις να οδηγήσουν στην απόκτηση πιστοποιητικών σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή οι πιστοποιήσεις ξένων γλωσσών ανάλογα με την προκήρυξη και το επίπεδο της πιστοποίησης, μπορούν να αποτελούν τυπικό προσόν ή να αξιοποιούνται στη μοριοδότηση διαδικασιών του ΑΣΕΠ. Έτσι, η αξιοπιστία ενός πιστοποιητικού δεν αφορά μόνο τον κάτοχό του, αλλά επηρεάζει συνολικά την ισοτιμία μεταξύ των υποψηφίων.
Η ΟΙΕΛΕ έχει καταγγείλει δημόσια ότι στην ελληνική αγορά έχουν αναπτυχθεί πρακτικές που μετατρέπουν την πιστοποίηση της γλωσσομάθειας σε ένα προϊόν «ταχείας έκδοσης». Ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας, μιλώντας στο forum της ALTE στην Αθήνα, αναφέρθηκε σε φορείς και συνεργαζόμενα κέντρα που, σύμφωνα με τις καταγγελίες του, παρέχουν πιστοποιήσεις σε ανθρώπους που δεν διαθέτουν την αντίστοιχη γλωσσική επάρκεια, κάνοντας λόγο ακόμη και για περιπτώσεις «Proficiency σε 3 μήνες». Πρόκειται για σοβαρές καταγγελίες, οι οποίες, όπως είναι αυτονόητο, απαιτούν έλεγχο και τεκμηρίωση από τις αρμόδιες αρχές.
Το ερώτημα που τίθεται πλέον δεν είναι μόνο πόσο γρήγορα μπορεί κάποιος να αποκτήσει ένα πιστοποιητικό, αλλά κυρίως τι ακριβώς πιστοποιεί αυτό το έγγραφο. Πίσω από έναν τίτλο C2, C1 ή B2 υπάρχει μια διαδικασία εξέτασης και αξιολόγησης που θα πρέπει να διασφαλίζει ότι ο κάτοχος διαθέτει πράγματι το επίπεδο γλωσσομάθειας που αναγράφεται στο πιστοποιητικό. Η ταχύτητα απόκτησης ενός τίτλου δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη παρατυπίας. Όταν όμως συνδυάζεται με καταγγελίες για ελλιπή εποπτεία, ανεπαρκείς ελέγχους ή διαδικασίες που παρακάμπτουν ουσιαστικά την αξιολόγηση, τότε η αξιοπιστία ολόκληρου του συστήματος τίθεται υπό αμφισβήτηση.
{https://exchange.glomex.com/video/v-dltnlbxxyg89?integrationId=40599y14juihe6ly}
Στο σημείο αυτό βρίσκεται και η ουσία της συζήτησης για τη λεγόμενη «βιομηχανία πιστοποιήσεων». Η ΟΙΕΛΕ υποστηρίζει ότι η ελληνική αγορά έχει αποκτήσει χαρακτηριστικά έντονης εμπορευματοποίησης, με δεκάδες φορείς να δραστηριοποιούνται στον χώρο της πιστοποίησης ξένων γλωσσών. Το ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο πόσοι είναι οι φορείς, αλλά με ποιους κανόνες λειτουργούν, ποια είναι τα κοινά πρότυπα που εφαρμόζουν και ποιος ελέγχει την ποιότητα των εξετάσεων.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις, το κόστος των πτυχίων κυμαίνεται από 150-300 ευρώ και φτάνουν έως και 7.000 ευρώ, ανάλογα με τη διαβάθμιση του πτυχίου. «Τα “Proficiency σε 3 μήνες” και τα διπλώματα C2 ξένων γλωσσών, που πάνε πακέτο με fake μεταπτυχιακά και διδακτορικά, είναι πλέον γνωστά και στο εξωτερικό, σπιλώνοντας την εικόνα της χώρας και ευαισθητοποιώντας διεθνείς φορείς που πλέον ενεργοποιούνται. Αποδεικτικό της σήψης στον χώρο είναι ότι η Γερμανία των 80 εκατομμυρίων έχει τρεις φορείς πιστοποίησης αγγλικής γλώσσας, ενώ στην Ελλάδα έχουμε πάνω από 50, στην πλειονότητά τους “μαϊμού”, που μοιράζουν πιστοποιήσεις χωρίς αντίκρισμα γνώσης», ανέφερε ο πρόεδρος της ΟΙΕΛΕ Γιώργος Χριστόπουλος.
Η «βιομηχανία» του Proficiency και των μορίων για τον ΑΣΕΠ
Ποιος ελέγχει, για παράδειγμα, την ταυτοποίηση του υποψηφίου; Ποιος εποπτεύει την εξέταση; Ποιος ελέγχει τα εξεταστικά κέντρα; Ποια διαδικασία ακολουθείται όταν υπάρχουν καταγγελίες; Και, κυρίως, ποιος εγγυάται ότι ένας τίτλος που αναγράφει C2 αντιστοιχεί πράγματι στο επίπεδο C2;
Τα ερωτήματα αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν το πιστοποιητικό χρησιμοποιείται σε διαδικασίες του Δημοσίου. Το ΑΣΕΠ διαθέτει ειδικό Παράρτημα Γλωσσομάθειας, στο οποίο καταγράφονται τα αποδεκτά πιστοποιητικά και η αντιστοίχισή τους με τα επίπεδα του Κοινού Ευρωπαϊκού Πλαισίου Αναφοράς για τις γλώσσες. Με τον τρόπο αυτό, ένας τίτλος γλωσσομάθειας μπορεί να αποκτήσει άμεση επαγγελματική αξία για τον κάτοχό του.
Αυτό ακριβώς είναι που μετατρέπει την υπόθεση από ένα ζήτημα που αφορά αποκλειστικά την αγορά ξένων γλωσσών σε ζήτημα δημόσιου ενδιαφέροντος. Όταν δύο υποψήφιοι διεκδικούν την ίδια θέση και προσκομίζουν πιστοποιητικό του ίδιου επιπέδου, θεωρείται ότι διαθέτουν το ίδιο τυπικό προσόν. Αν όμως η διαδικασία απόκτησης των δύο τίτλων δεν διέπεται από αντίστοιχα επίπεδα αξιοπιστίας και ελέγχου, τότε δημιουργείται ένα σοβαρό ζήτημα ισοτιμίας.
Το ΑΣΕΠ έχει ήδη τοποθετηθεί επί του θέματος. Τον Φεβρουάριο πραγματοποιήθηκε συνάντηση του προέδρου της Αρχής Αθανάσιου Παπαϊωάννου με τον πρόεδρο της ΟΙΕΛΕ, με αντικείμενο την πιστοποίηση των τυπικών προσόντων των υποψηφίων στην εκπαίδευση και ευρύτερα στον δημόσιο τομέα. Λίγους μήνες αργότερα, τον Μάιο, ο πρόεδρος του ΑΣΕΠ δήλωσε ότι η Αρχή μελετά το ζήτημα και θα συμμετάσχει στον δημόσιο διάλογο, διευκρινίζοντας παράλληλα ότι η εποπτεία και ο έλεγχος των πιστοποιήσεων δεν αποτελούν αρμοδιότητα του Οργανισμού, αλλά άλλων αρμόδιων φορέων.
Τα ερωτήματα για την αξιοπιστία των πιστοποιήσεων και τη μοριοδότησή τους στον ΑΣΕΠ
Η συζήτηση απέκτησε νέα διάσταση με το Q-Mark & Assessment Literacy Forum που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα με τη συμμετοχή της ALTE, της Glossomatheia και του Goethe-Institut. Στο επίκεντρο βρέθηκαν η αξιοπιστία και η διαφάνεια των διαδικασιών πιστοποίησης, η ποιότητα των εξετάσεων και η ανάγκη αποτελεσματικής εποπτείας. Η ALTE, ως ευρωπαϊκός φορέας που δραστηριοποιείται στον χώρο της αξιολόγησης γλωσσικών δεξιοτήτων, έφερε στο τραπέζι την ανάγκη ύπαρξης αξιόπιστων διαδικασιών και κοινών προτύπων. Από την πλευρά της, η ΟΙΕΛΕ ζήτησε τη διεύρυνση της συνεργασίας με την ALTE και τους αξιόπιστους φορείς πιστοποίησης, προκειμένου να διαμορφωθεί ένα συγκεκριμένο πλαίσιο προτάσεων προς την Πολιτεία. Στόχος, όπως υποστηρίζει η Ομοσπονδία, είναι να ενισχυθούν η διαφάνεια, η νομιμότητα και η αξιοπιστία των εξετάσεων και να περιοριστούν τα περιθώρια για πρακτικές που υπονομεύουν την αξία των πιστοποιητικών.
Η «φάμπρικα» των πιστοποιήσεων: Μια αγορά που δουλεύει υπερωρίες
Μιλώντας στο Dnews o πρόεδρος της ΟΙΕΛΕ τόνισε ότι «Η κατάσταση με την έκδοση παράνομων, παράτυπων, πλαστών πτυχίων και πιστοποιήσεων στη χώρα μας με στόχο την μοριοδότηση για διαγωνισμούς του ΑΣΕΠ και για προαγωγή στο δημόσιο έχει φθάσει σε ντροπιαστικά επίπεδα. Πλέον, δεν γνωρίζουμε ποια μεταπτυχιακά/διδακτορικά και ποιες πιστοποιήσεις ξένων γλωσσών και πληροφορικής έχουν αποκτηθεί με διαφάνεια. Το πολυπλόκαμο κύκλωμα "παραγωγής" προσόντων στηρίζεται σε τρεις πυλώνες. Πρώτος πυλώνας, εταιρείες στο διαδίκτυο που αναλαμβάνουν την συγγραφή πτυχιακών, μεταπτυχιακών και διδακτορικών διατριβών (με ταρίφα από 100 για απλή πτυχιακή εργασία έως και 7.000 ευρώ για διδακτορική διατριβή), δεύτερος πυλώνας τα μεταπτυχιακά και διδακτορικά εξ αποστάσεως, κυρίως από ιταλικά πανεπιστήμια, με μαϊμού διαδικασίες που σου δίνουν και πιστοποίηση C2 για την ιταλική γλώσσα κι ας μην ξέρεις λέξη και τρίτος πυλώνας η πιστοποίηση ξένων γλωσσών και πληροφορικής. Πλέον, συγκεκριμένοι φορείς "χαρίζουν" πιστοποιήσεις Proficiency σε 3 μήνες με διαβλητές εξεταστικές διαδικασίες είτε στο χώρο του φορέα είτε διαδικτυακά. Ανάλογη είναι και η εικόνα για την πληροφορική. Η ΟΙΕΛΕ τα τελευταία χρόνια δίνει έναν δύσκολο και άνισο αγώνα για να μπει μια τάξη στο χώρο. Δυστυχώς ελάχιστοι έχουν δείξει ενδιαφέρον. Οι περισσότεροι προσπαθούν να κρύψουν το θέμα, διότι το ποτάμι του μαύρου χρήματος "ποτίζει" πολλές τσέπες και είναι πολλοί οι ωφελούμενοι που κόμματα και άλλοι φορείς θέλουν να προστατεύσουν».



































