Τα αποτελέσματα της PISA 2025 δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για ωραιοποιήσεις. Δίχως υπερβολή αποτελούν τον καθρέπτη στον οποίο το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα βλέπει τις αδυναμίες, τα μαθησιακά κενά και τις ανεπάρκειές του. Η εικόνα των 15χρονων μαθητών στην Ελλάδα αποκαλύπτει ένα σχολείο που δυσκολεύεται να εξασφαλίσει ακόμη και τις βασικές δεξιότητες που χρειάζεται ένας νέος άνθρωπος για να σταθεί με επάρκεια στην καθημερινότητα, στις σπουδές και αργότερα στην εργασία. Στα Μαθηματικά, το 49,5% των μαθητών βρίσκεται κάτω από το βασικό επίπεδο επάρκειας. Στην Κατανόηση Κειμένου το ποσοστό φτάνει το 43,8%, ενώ στις Φυσικές Επιστήμες το 40,9%. Οι επιδόσεις της Ελλάδας διαμορφώθηκαν στους 424 βαθμούς στα Μαθηματικά, 423 στην Ανάγνωση και 434 στις Φυσικές Επιστήμες, σημαντικά χαμηλότερα από τους αντίστοιχους μέσους όρους του ΟΟΣΑ.
Δεν φταίνε οι μαθητές – Το σχολείο δυσκολεύεται να τους μάθει να σκέφτονται
Τα αποτελέσματα δεν αποτυπώνουν έλλειψη ευφυΐας των μαθητών. Αποκαλύπτουν, όμως, τη βαθιά απόσταση ανάμεσα σε ένα σχολείο που εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να οργανώνεται γύρω από την κάλυψη της ύλης και σε μια διεθνή αξιολόγηση που ζητά από τους μαθητές να κατανοούν, να κρίνουν, να συνθέτουν πληροφορίες και να εφαρμόζουν τη γνώση στην πράξη. Και αυτή η απόσταση δεν είναι χωρίς συνέπειες. Το ελληνικό σχολείο εξακολουθεί να κουβαλά μια ισχυρή παράδοση αποστήθισης και αναπαραγωγής έτοιμων απαντήσεων.. Η PISA κινείται στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Δεν ενδιαφέρεται μόνο για το αν ο μαθητής γνωρίζει μια πληροφορία, αλλά για το αν μπορεί να χρησιμοποιήσει όσα γνωρίζει σε μια άγνωστη κατάσταση. Εκεί βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα του ελληνικού σχολείου.
Γιατί το πρόβλημα δεν είναι αν ο μαθητής έχει συναντήσει έναν μαθηματικό τύπο, έχει διαβάσει ένα κείμενο ή έχει διδαχθεί ένα κεφάλαιο Φυσικής. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να χρησιμοποιήσει αυτά που έμαθε. Σε καμία περίπτωση η αποτυχία δεν μπορεί να χρεωθεί στα παιδιά καθώς το μόνο εύκολο είναι να πει κανείς ότι «οι μαθητές δεν διαβάζουν» ή ότι «δεν προσπαθούν». Όταν σχεδόν ένας στους δύο μαθητές δεν φτάνει το βασικό επίπεδο στα Μαθηματικά, δεν μπορεί η ευθύνη να μεταφέρεται συλλήβδην στους μαθητές.
Όταν περισσότεροι από τέσσερις στους δέκα δεν φτάνουν το βασικό επίπεδο στην Ανάγνωση, το πρόβλημα δεν είναι απλώς ατομικό αλλά ξεκάθαρα συστημικό. Και αφορά τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η διδασκαλία, υποστηρίζονται οι εκπαιδευτικοί, αντιμετωπίζονται τα μαθησιακά κενά και λειτουργούν οι ίδιες οι σχολικές μονάδες. Και το πιο ανησυχητικό είναι ότι τα μαθησιακά κενά δεν δημιουργούνται από τη μια μέρα στην άλλη. Συσσωρεύονται, μεταφέρονται από τάξη σε τάξη και γίνονται ολοένα δυσκολότερα να καλυφθούν. Το σχολείο προχωρά την ύλη, ο μαθητής προχωρά στην επόμενη τάξη, οι εξετάσεις συνεχίζονται. Όμως η πραγματική μάθηση δεν είναι αυτονόητο ότι προχωρά με τον ίδιο ρυθμό. Η ολοκλήρωση της ύλης δεν σημαίνει και κατάκτηση της γνώσης ενώ και η προαγωγή στην επόμενη τάξη δεν σημαίνει ότι έχουν κλείσει τα προηγούμενα μαθησιακά κενά.
{https://exchange.glomex.com/video/v-dlaimppbjfll?integrationId=40599y14juihe6ly}
Δεν αρκεί να «βγει η ύλη» – Οι Φυσικές Επιστήμες μαθαίνονται στην πράξη
Ενδιαφέρουσα είναι η τοποθέτηση της Δρ Τίνας Νάντσου Επιστημονικής Συνεργάτιδας του Τμήματος Φύσικης ΕΚΠΑ που επισημαίνει ότι «Η Ελλάδα βρίσκεται στις 434 μονάδες στις Φυσικές Επιστήμες, αρκετά κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, ενώ το 40,9% των 15χρονων μαθητών βρίσκεται κάτω από το βασικό επίπεδο επάρκειας. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι μόλις 1% φτάνει σε υψηλές επιδόσεις. Για μένα δεν αρκεί τα παιδιά να «βγάζουν την ύλη» στο μάθημα και να κάνουν τις ασκήσεις της Τράπεζας Θεμάτων. Χρειάζεται να παρατηρούν τη φύση και τους φυσικούς νόμους, να πειραματίζονται συστηματικά, να κάνουν ερωτήσεις ελεύθερα, να δοκιμάζουν στα εργαστήρια Φυσικών Επιστημών, να κάνουν λάθη και να ξαναδοκιμάζουν. Να συνδέουν, δηλαδή, τις Φυσικές Επιστήμες με τον πραγματικό κόσμο γύρω τους, όπου τα πράγματα δεν εξελίσσονται πάντα όπως περιμένουμε. Έτσι είναι η φύση. Η φύση δεν είναι βίντεο και προσομοιώσεις πειραμάτων».
«Το ελληνικό σχολείο των εξετάσεων, της παπαγαλίας και της ύλης εχει αποτύχει παταγωδώς»
Αίσθηση προκαλεί και το σχόλιο του Οικονομολόγου - Κοινωνιολόγου Παναγιώτη Κουσκουβελάκου που τονίζει στο Dnews ότι «Τα αποτελέσματα του διαγωνισμού PISA δεν αποτυπώνουν έλλειψη ευφυΐας των μαθητών, αλλά τη βαθιά αναντιστοιχία ανάμεσα στη δομή του ελληνικού σχολείου και στον τρόπο που αξιολογεί ο διεθνής γραμματισμός, κριτική κατανόηση κειμένου, επίλυση προβλημάτων στην πράξη, σύνθεση πληροφοριών. Το εκπαιδευτικό μας σύστημα παραμένει προσανατολισμένο στην αναπαραγωγή έτοιμων απαντήσεων και στην παπαγαλία με τελικό ορίζοντα τις Πανελλήνιες, αντί για την κριτική ανάγνωση, τη συναγωγή συμπερασμάτων και την εφαρμογή γνώσεων σε νέα περιβάλλοντα. Άκαμπτα και υπερφορτωμένα αναλυτικά προγράμματα. Η αγωνία για την «κάλυψη της ύλης» στερεί τον χρόνο για διερευνητική μάθηση, διάλογο στην τάξη και ανάπτυξη ουσιαστικών δεξιοτήτων γραμματισμού. Εξίσου επιβαρυντικός είναι και ο εξοστρακισμός των Κοινωνικών Επιστημών που στερεί από τους εφήβους τα εργαλεία για να αναλύουν κριτικά τη σύγχρονη κοινωνία, να κατανοούν θεσμικές λειτουργίες και να συνθέτουν πολυδιάστατα επιχειρήματα απέναντι σε σύνθετα κοινωνικά φαινόμενα. Ο PISA αναδεικνύει σταθερά ότι η επίδοση συνδέεται άμεσα με το οικογενειακό υπόβαθρο καθώς το σχολείο αποτυγχάνει να λειτουργήσει ως εξισωτικός μηχανισμός για τα παιδιά που δεν διαθέτουν εξωσχολική στήριξη. Εξίσου προβληματική και η έλλειψη ουσιαστικής υποστήριξης των εκπαιδευτικών καθώς δεν υπάρχει στοχευμένη επιμόρφωση σε σύγχρονες διδακτικές μεθόδους ενώ απουσιάζουν και οι δομές που ενθαρρύνουν τη συνεργασία και την ανατροφοδότηση εντός της σχολικής κοινότητας»
Ένα υπερσυγκεντρωτικό σχολείο με ελλείψεις προσωπικού
Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, το 46% των μαθητών στην Ελλάδα φοιτά σε σχολεία των οποίων οι διευθυντές δηλώνουν ότι η διδασκαλία παρεμποδίζεται από ελλείψεις εκπαιδευτικών, έναντι 39% στον ΟΟΣΑ. Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι το αντίστοιχο ποσοστό για το βοηθητικό προσωπικό 78% στην Ελλάδα έναντι 39% στον ΟΟΣΑ. Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα εμφανίζει σχετικά χαμηλή αναλογία μαθητών προς εκπαιδευτικό. Αυτό σημαίνει ότι το πρόβλημα δεν μπορεί να εξηγηθεί απλώς με το επιχείρημα «χρειάζονται περισσότεροι εκπαιδευτικοί». Αφορά και τον τρόπο με τον οποίο κατανέμονται, στελεχώνονται και λειτουργούν οι σχολικές μονάδες.
Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ακόμη ένα διαχρονικό πρόβλημα της εγχώρια εκπαίδευσης που δεν είναι άλλο από το γεγονός ότι η Ελλάδα διαθέτει ένα από τα πιο κεντρικά οργανωμένα εκπαιδευτικά συστήματα . Τα σχολεία έχουν πολύ περιορισμένη δυνατότητα να αποφασίζουν για κρίσιμα ζητήματα, όπως το περιεχόμενο των μαθημάτων και τα σχολικά βιβλία. Η ευθύνη παραμένει σε μεγάλο βαθμό συγκεντρωμένη στο κεντρικό επίπεδο. Με αυτή την «μέγγενη» το σχολείο καλείται να αντιμετωπίσει διαφορετικούς μαθητές με διαφορετικές ανάγκες αξιοποιώντας περιορισμένα εργαλεία για να προσαρμόσει τη λειτουργία του. Και οι εκπαιδευτικοί; Η ποιότητα της διδασκαλίας δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς ισχυρή υποστήριξη των εκπαιδευτικών. Άρα το πρόβλημα δεν είναι μόνο πόσοι εκπαιδευτικοί υπάρχουν. Είναι και πόσο καλά υποστηρίζονται για να κάνουν τη δουλειά τους.
Όπως εξηγεί ο Φυσικός και Εκπαιδευτικός Αναλυτής Αργύρης Μυστακίδης «τα αποτελέσματα αποτυπώνουν την έντονη διεθνή κρίση της εκπαίδευσης, που βιώνουμε και στη χώρα μας εδώ και πολλά χρόνια (και είναι τόσο προφανής σε όσους εμπλέκονται άμεσα με την εκπαιδευτική διαδικασία). Το φαινόμενο είναι διεθνές, αλλά στον γενικό κατήφορο, η χώρα μας δε φαίνεται ικανή να αναπτύξει ισχυρές αντιστάσεις (κατατάσσεται 23η στην ΕΕ27). Η αξία της γνώσης αμφισβητείται έντονα όχι μόνο στη χώρα μας, αλλά διεθνώς, παρά το γεγονός ότι η τεχνολογία προσφέρει τα μέσα ώστε η εκπαιδευτική διαδικασία να αναβαθμιστεί και σε ποιότητα και σε αποτελεσματικότητα. Εντούτοις φαίνεται να απουσιάζει το σημαντικότερο στοιχείο που απαιτείται προκειμένου η μάθηση να αποδώσει καρπούς και δεν είναι άλλο από τον έρωτα για τη γνώση. Οι άκρως υλιστικές μετανεωτερικές κοινωνίες μας που έχουν οικονομοποιήσει κάθε πτυχή της ανθρώπινης δράσης δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για να ανθίσει το μεράκι, το πάθος και η αγάπη για το μεγαλύτερο αγαθό που μπορεί να έχει ο άνθρωπος και δεν είναι άλλο από τη γνώση. Όλα αυτά προϋποθέτουν όμως διάρκεια και επιμονή, χαρακτηριστικά ασύμβατα με την εποχή μας όπου ταχύτητα (και η συνακόλουθη προχειρότητα) αποτελούν το κυρίαρχο χαρακτηριστικό των δράσεών μας. Σε όσους μπορούν να δουν λίγο πιο πέρα από τους στυγνούς δείκτες που τείνουν να αποτελέσουν μέτρο κάθε δράσης μας , παραβλέποντας ότι η πολυδιάστατη δράση του ανθρώπου δεν μπορεί να αποδοθεί πάντα με αριθμούς είναι πλήρως αντιληπτό ότι προκειμένου να αναστραφεί η κατάσταση απαιτείται μια πολιτισμική κοσμογονία, που δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα.»
{https://exchange.glomex.com/video/v-dlanz60rgyeh?integrationId=40599y14juihe6ly}
Η PISA δεν εκθέτει τους μαθητές αλλά το εκπαιδευτικό σύστημα
Και όπως εξηγούν εκπαιδευτικοί στο Dnews τα αποτελέσματα της PISA δεν εκθέτουν τους μαθητές αλλά το σύστημα που είναι δομημένη η εκπαίδευση. Γιατί όταν σχεδόν οι μισοί μαθητές δεν φτάνουν ούτε το βασικό επίπεδο στα Μαθηματικά, όταν πάνω από τέσσερις στους δέκα δυσκολεύονται στην Ανάγνωση και όταν οι ίδιες οι σχολικές μονάδες δηλώνουν ελλείψεις προσωπικού και πόρων, δεν αρκεί να πανηγυρίζουμε ότι το σχολείο λειτουργεί καθώς επί της ουσίας δεν επιτελεί το βασικό του σκοπό που είναι η μόρφωση. Τα χθεσινά ευρήματα της PISA όσο ενθαρρυντικά και αν επιχειρεί το Υπουργείο Παιδείας να διαβαστούν αποκαλύπτουν «άβολες αλήθειες» για το ελληνικό σχολείο που έχει ακόμη πολύ δρόμο μέχρι το «δίδαξα» να σημαίνει πραγματικά «ο μαθητής έμαθε». Kαι καλό θα είναι αν θέλουμε πραγματικά να τα αξιοποιήσουμε προς όφελος των μαθητών να επανεστιάσουμε όχι μόνο στα προγράμματα σπουδών αλλά σε όλη την εκπαιδευτική φιλοσοφία που έχει ως προμετωπίδα του το ελληνικό σχολείο. Να δώσουμε στο σχολείο περισσότερο χώρο στην κατανόηση, στην ανάγνωση, στην επιχειρηματολογία, στην επίλυση προβλημάτων και στην εφαρμογή της γνώσης αντί της βαθμοθηρίας με στόχευση την επιτυχία στις Πανελλήνιες. Πρέπει να αναθεωρήσουμε το εκπαιδευτικό πλαίσιο και να δώσουμε χώρο σε ένα σχολείο που ο μαθητής δεν θα καλείται απλώς να θυμηθεί τη σωστή απάντηση, αλλά θα πρέπει να μπορεί να εξηγήσει γιατί είναι σωστή, πώς προκύπτει και πού μπορεί να την αξιοποιήσει ώστε να έχει επιτευχθεί το ζητούμενο της εκπαίδευσης.































