Στην ανάγκη να ξεπεράσουν τα 60 δισ. ευρώ οι επενδύσεις στην Ελλάδα έως το 2030, από περίπου 46 δισ. ευρώ σήμερα, έδωσε έμφαση ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης, αναδεικνύοντας τον κομβικό ρόλο που καλείται να διαδραματίσει η ελληνική κεφαλαιαγορά στη χρηματοδότηση της οικονομίας τα επόμενα χρόνια.
Μιλώντας κατά την έναρξη του Επετειακού Συμποσίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 2026 στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, ο κ. Πιερρακάκης έθεσε ως βασικό ζητούμενο την περαιτέρω κάλυψη του επενδυτικού κενού της χώρας. Όπως επισήμανε, στόχος είναι οι επενδύσεις να αυξηθούν σε επίπεδα άνω των 60 δισ. ευρώ μέχρι το τέλος της δεκαετίας, ώστε να αντιστοιχούν περίπου στο 20% του ΑΕΠ και η Ελλάδα να συγκλίνει περισσότερο με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Σύμφωνα με τον υπουργό, η κεφαλαιαγορά έχει κεντρική θέση σε αυτή την προσπάθεια, καθώς μπορεί να λειτουργήσει ως βασικός δίαυλος για τη μεταφορά διαθέσιμων αποταμιευτικών πόρων προς τις χρηματοδοτικές ανάγκες των ελληνικών επιχειρήσεων και των νέων επενδύσεων.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη νέα πραγματικότητα που διαμορφώνει για το Χρηματιστήριο Αθηνών η ένταξή του στο ευρωπαϊκό οικοσύστημα της Euronext. Η εξέλιξη διευρύνει την πρόσβαση των ελληνικών επιχειρήσεων σε διεθνή κεφάλαια και σε μεγαλύτερη βάση επενδυτών, αυξάνοντας παράλληλα τις απαιτήσεις για διαφάνεια, αξιοπιστία και αποτελεσματική λειτουργία της αγοράς.
Ο κ. Πιερρακάκης στάθηκε ακόμη στην ανάγκη ενίσχυσης της επενδυτικής κουλτούρας των ελληνικών νοικοκυριών, ώστε η αποταμίευση να συνδέεται σε μεγαλύτερο βαθμό με μακροπρόθεσμα επενδυτικά προϊόντα. Η κινητοποίηση εγχώριων αποταμιευτικών κεφαλαίων αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη διεύρυνση της χρηματοδοτικής βάσης της οικονομίας, σε συνδυασμό με την προσέλκυση κεφαλαίων από το εξωτερικό.
Νέα εποχή
Στη νέα εποχή που ανοίγεται για την ελληνική κεφαλαιαγορά αναφέρθηκε από την πλευρά της η πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, Βασιλική Λαζαράκου, παρουσιάζοντας στοιχεία που αποτυπώνουν τη σημαντική αύξηση της δραστηριότητας τα τελευταία χρόνια.
Από το 2019 έχουν εγκριθεί 94 ενημερωτικά δελτία, μέσω των οποίων αντλήθηκαν συνολικά 25,3 δισ. ευρώ από την ελληνική αγορά. Ιδιαίτερα αυξημένη εμφανίζεται η δραστηριότητα μέσα στο 2026, καθώς μόνο κατά το πρώτο επτάμηνο οι αντλήσεις κεφαλαίων έφτασαν τα 7 δισ. ευρώ.
Ανάλογη ανάπτυξη καταγράφεται στον χώρο των συλλογικών επενδύσεων. Το ενεργητικό των αμοιβαίων κεφαλαίων έχει ανέλθει στα 25,6 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση άνω του 300% σε σύγκριση με το 2019, ενώ την ίδια περίοδο εγκρίθηκαν 144 νέα αμοιβαία κεφάλαια.
Η εικόνα ενίσχυσης της αγοράς αποτυπώνεται και στις νέες εισαγωγές. Το 2025 πραγματοποιήθηκαν εννέα εισαγωγές εταιρειών, ενώ πλέον ανοίγεται ο δρόμος και για την παρουσία ναυτιλιακών επιχειρήσεων στο Euronext Athens.
Ιδιαίτερη βαρύτητα απέδωσε η κ. Λαζαράκου στην 21η Σεπτεμβρίου, ημερομηνία κατά την οποία αναμένεται η ένταξη της Ελλάδας στις ανεπτυγμένες αγορές. Η μετάβαση αυτή ενισχύει το διεθνές επενδυτικό αποτύπωμα της χώρας, αλλά ταυτόχρονα ανεβάζει τον πήχη για τις εισηγμένες επιχειρήσεις, τις εποπτικές αρχές και συνολικά τους συμμετέχοντες στην αγορά.
Η διεύρυνση της αγοράς συνοδεύεται, σύμφωνα με την πρόεδρο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, από ενίσχυση της εποπτείας. Από το 2019 έχουν πραγματοποιηθεί 288 έλεγχοι σε εισηγμένες εταιρείες και έχουν εξεταστεί περισσότερες από 1.200 καταγγελίες. Παράλληλα, έχουν επιβληθεί πρόστιμα συνολικού ύψους 42,6 εκατ. ευρώ σε 668 υποθέσεις.
Σημαντικό μέρος της νέας εποπτικής στρατηγικής βασίζεται στην τεχνολογία. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ολοκληρώνει επένδυση ψηφιακού μετασχηματισμού ύψους 15 εκατ. ευρώ, με χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης, η οποία περιλαμβάνει νέα πληροφοριακά συστήματα, ενίσχυση της κυβερνοασφάλειας και προηγμένες δυνατότητες παρακολούθησης της αγοράς.
Στο εποπτικό οπλοστάσιο προστίθεται και η τεχνητή νοημοσύνη, με εργαλεία που μπορούν να αξιοποιηθούν, μεταξύ άλλων, για τον εντοπισμό μη αδειοδοτημένων παρόχων οι οποίοι δραστηριοποιούνται στο διαδίκτυο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Η κ. Λαζαράκου υπογράμμισε ότι η αυστηρή εποπτεία και η ανάπτυξη της αγοράς μπορούν να κινούνται παράλληλα, καθώς η μεγαλύτερη διεθνοποίηση της ελληνικής κεφαλαιαγοράς καθιστά ακόμη πιο κρίσιμες τη διαφάνεια, την αξιοπιστία και την προστασία των επενδυτών.






























