Στάση εργασίας κήρυξε η ΑΔΕΔΥ στα σχολεία αύριο Τετάρτη 20 Μαΐου μετά από αίτημα των δασκάλων που διαφωνούν με την διενέργεια των εξετάσεων για την ελληνική PISA. Με ανακοίνωση που εξέδωσε η ΑΔΕΔΥ σημειωνεται ότι ύστερα από αίτημα της ΔΟΕ, κηρύσσει τετράωρη διευκολυντική στάση εργασίας για το πρωινό πρόγραμμα, για την πρωτοβάθμια εκπαίδευση την Τετάρτη, 20 Μαΐου 2026, ημέρα διεξαγωγής της «ελληνικής» PISA. Αντίστοιχη απόφαση και από την ΟΛΜΕ που ανακοίνωσε πανελλαδική διευκολυντική στάση εργασίας για το πρώτο 3ωρο του πρωινού προγράμματος, την Τετάρτη 20 Μαΐου, με δυνατότητα επιπλέον στάσης που θα κηρυχθεί από τις αντίστοιχες ΕΛΜΕ. Επί της ουσίας η στάση εργασίας αφορά τα σχολεία που συμμετέχουν στις εξετάσεις για την ελληνική PISA.
Ελληνική PISA: Οι εξετάσεις που θα λάβουν χώρα σε 600 Δημοτικά και Γυμνάσια
Στόχος των εξετάσεων σύμφωνα με το ΥΠΑΙΘΑ δεν είναι η βαθμολογική αξιολόγηση των μαθητών, αλλά η αποτύπωση του επιπέδου γνώσεων και δεξιοτήτων, ώστε να εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα για το εκπαιδευτικό σύστημα. Η συνολική διάρκειά των εξετάσεων για την ελληνική PISA θα είναι 190 λεπτά και περιλαμβάνει εξέταση στη Νεοελληνική Γλώσσα διάρκειας 75 λεπτών, διάλειμμα 30 λεπτών, εξέταση στα Μαθηματικά επίσης 75 λεπτών και, τέλος, 10 λεπτά για τη συμπλήρωση κοινωνικοδημογραφικών στοιχείων από τους μαθητές. Στα Δημοτικά συμμετέχουν όλοι οι μαθητές της Στ’ τάξης, ενώ στα Γυμνάσια επιλέγονται ένα ή δύο τμήματα της Γ’ Γυμνασίου, ανάλογα με το μέγεθος του σχολείου. Ιδιαίτερη μέριμνα λαμβάνεται για μαθητές με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, για τους οποίους προβλέπονται διευκολύνσεις, όπως υποστήριξη από εκπαιδευτικό και πιθανή παράταση χρόνου έως 15 λεπτά ανά μάθημα. Τα θέματα των εξετάσεων θα διατεθούν την ίδια ημέρα μέσω ειδικής ηλεκτρονικής πλατφόρμας, με χρήση των κωδικών του διευθυντή της σχολικής μονάδας, ενώ η ευθύνη εκτύπωσης και διανομής τους ανήκει επίσης στο σχολείο. Η διαδικασία βασίζεται σε ανώνυμα απαντητικά δελτία, στα οποία οι μαθητές απαντούν τόσο σε ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής όσο και σε ορισμένες ανοιχτού τύπου, όπου απαιτείται αιτιολόγηση.
Τα θέματα των εξετάσεων που θα επιλεγούν από την Επιστημονική Επιτροπή, νωρίς το πρωί της Τετάρτης 20 Μαΐου θα είναι διαθέσιμα μέσω της ιστοσελίδας https://eedx.eservices.iep.edu.gr/home στις σχολικές μονάδες που συμμετέχουν στις εξετάσεις, με χρήση των προσωπικών κωδικών Taxisnet του/της Διευθυντή/-ντριας – Προϊσταμένου/-ης της σχολικής μονάδας. Ευθύνη του/της Διευθυντή/-ντριας – Προϊσταμένου/-ης της σχολικής μονάδας είναι η λήψη (download), εκτύπωση και διανομή των θεμάτων στους/στις μαθητές/τριες που συμμετέχουν. Επισημαίνεται πως δύο (2) από τα ερωτήματα του θέματος της Νεοελληνικής Γλώσσας και δύο (2) από τα ερωτήματα του θέματος των Μαθηματικών θα είναι ανοικτού τύπου, στα οποία οι μαθητές/-τριες θα κληθούν να τεκμηριώσουν την απάντησή τους. Οι μαθητές/-τριες θα σημειώνουν τις απαντήσεις τους στις κλειστές ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής σε ξεχωριστό ανώνυμο απαντητικό δελτίο. Στις ανοικτές ερωτήσεις οι μαθητές/-τριες γράφουν τις απαντήσεις στα αντίστοιχα πεδία του ιδίου ανώνυμου απαντητικού δελτίου. Ειδικότερα, για τα Μαθηματικά επισημαίνεται ότι πρέπει να καταγράψουν τις διαδικασίες επίλυσης των προβλημάτων και όχι μόνο την ορθή απάντηση. Οι μαθητές θα καταγράφουν τις απαντήσεις τους σε ειδικά απαντητικά δελτία και στη συνέχεια θα συμπληρώνουν μια ενότητα κοινωνικοδημογραφικών στοιχείων. Τα απαντητικά φύλλα θα αποσταλούν για επεξεργασία στο Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής, το οποίο έχει την ευθύνη της επιστημονικής ανάλυσης των αποτελεσμάτων.Όπως διευκρινίζεται, οι εξετάσεις έχουν αποκλειστικά διαγνωστικό χαρακτήρα: τα αποτελέσματα είναι ανώνυμα, δεν προσμετρώνται στη βαθμολογία των μαθητών και δεν επηρεάζουν την προαγωγή ή την αποφοίτησή τους. Στόχος της διαδικασίας είναι η χαρτογράφηση του επιπέδου του εκπαιδευτικού συστήματος, ο εντοπισμός πιθανών κενών στα προγράμματα σπουδών και η διαμόρφωση προτάσεων για τη βελτίωση της εκπαιδευτικής πολιτικής σε εθνικό επίπεδο.
Η λίστα με τα 600 σχολεία που θα συμμετάσχουν στις εξετάσεις εδώ
Σθεναρό «όχι» δασκάλων και καθηγητών στις εξετάσεις για την ελληνική PISA: Γιατί τις απορρίπτουν
Όπως σημειώνεται από πλευράς ΔΟΕ «οι κυβερνώντες «επιδιώκουν να ενισχύσουν τον κοινωνικό ανταγωνισμό, τη λογική “όλοι εναντίον όλων”, με τα αποτελέσματα να ιεραρχούν μαθητές και σχολεία ανοίγοντας τον αντιδραστικό δρόμο για την γονεϊκή επιλογή σχολείων, μέσω της σύγκρισης» κάτι που παρουσιάζεται ως προνόμιο στους γονείς ενώ θα οδηγήσει σε υποβάθμιση σχολείων και επιλογή και μαθητών από τα σχολεία (κάτι που έχει ήδη συμβεί όπου εφαρμόστηκαν ανάλογα συστήματα επιβεβαιώνοντας, δυστυχώς, τους ολέθριους σχεδιασμούς που κρύβονται πίσω από το όλο εγχείρημα). Οι εξετάσεις διαγνωστικού χαρακτήρα σε εθνικό επίπεδο αποτελούν μέρος του συνολικού σχεδιασμού του Υ.ΠΑΙ.Θ.Α. για την εφαρμογή της «αξιολόγησης» μαθητών-εκπαιδευτικών-σχολικών μονάδων και επιχειρούν να αλλάξουν τη λειτουργία του δημόσιου σχολείου μετατρέποντάς το σε ένα εξεταστικό κέντρο.
Η αντίθεσή μας στην πραγματοποίηση των εξετάσεων δεν αποτελεί, όπως έχει επιχειρηθεί να παρουσιαστεί, ως μια «μάχη χαρακωμάτων, άρνησης του καινοτόμου» αλλά θέση προάσπισης της δημόσιας εκπαίδευσης και της ουσιαστικής μαθησιακής διαδικασίας μέσα στην τάξη. Στις εξετάσεις «τύπου PISA» το περιεχόμενο της διδασκαλίας των μαθημάτων υποχωρεί έναντι των μεθόδων «πώς να πετύχεις στο τεστ».
Εκπαιδευτικοί και μαθητές λειτουργούν όχι αναζητώντας το «γιατί» της ουσιαστικής μάθησης αλλά το «τι» και το «πώς» μιας κενής ουσίας «επιτυχίας». Η πολιτική ηγεσία του Υ.ΠΑΙ.Θ.Α. γνωρίζει πολύ καλά τις ανάγκες της δημόσιας εκπαίδευσης. Τις έχει αναδείξει με τους αγώνες και τις διεκδικήσεις της η Δ.Ο.Ε. και το εκπαιδευτικό κίνημα συνολικά. Δεν προσδοκά από τις εξετάσεις αυτές να μάθει το τι όφειλε να έχει ήδη πράξει. Της είναι γνωστή η ανάγκη ουσιαστικής ενίσχυσης της σχολικής στέγης και των υποδομών, της μείωσης του αριθμού των μαθητών ανά τάξη, της κάλυψης των ελλείψεων σε εκπαιδευτικούς με μόνιμο προσωπικό ώστε να σταματήσει η αθλιότητα της αναπλήρωσης, η ολόπλευρη ενίσχυση όλων των δομών της ειδικής αγωγής, η πρόσληψη ψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών για όλα τα σχολεία, τα πραγματικά, με βάση την παιδαγωγική επιστήμη, σύγχρονα αναλυτικά προγράμματα και σχολικά βιβλία.»
Αντίστοιχα και η ΟΛΜΕ απορρίπτει την διαδικασία της ελληνικής PISA αναφέροντας αντίστοιχα ότι « Αλήθεια τι ακριβώς βελτιώθηκε στα σχολεία κατά τη διάρκεια των τεσσάρων χρόνων εφαρμογής των εξετάσεων αυτών; Αν κάτι βελτιώθηκε είναι η επικοινωνιακή τακτική της κυβέρνησης. Η προσπάθεια της να παραπλανά μαθητές/τριες και γονείς, προβάλλοντας την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού συστήματος. Πρόκειται για μια διαδικασία που δεν στοχεύει στην ενίσχυση των σχολείων, αλλά στη δημιουργία μιας επίπλαστης εικόνας «μέτρησης αποτελεσμάτων», χρήσιμης μόνο για να προωθηθούν ταξικές αναδιαρθρώσεις. Αυτές προωθούνται με συνεχείς εξετάσεις-λαιμητόμο που μειώνουν τον μαθητικό πληθυσμό, με κόφτες όπως η Ε.Β.Ε. που μειώνει δραματικά τους εισακτέους στα ΑΕΙ, με ιδιαίτερη αυστηροποίηση των ποινών τόσο για μαθητές/τριες όσο και για εκπαιδευτικούς. Μέσω αυτών των εξετάσεων, εμπεδώνεται ο κοινωνικός ανταγωνισμός, η λογική του «όλοι εναντίον όλων» και ανοίγει ο δρόμος για την κατηγοριοποίηση των σχολείων, με βάση «επιδόσεις» που δεν αντανακλούν την πραγματική εκπαιδευτική διαδικασία, αλλά τις κοινωνικές ανισότητες.»
Οι εξετάσεις διαγνωστικού χαρακτήρα σε εθνικό επίπεδο δεν είναι ούτε ουδέτερες ούτε «αθώες»
Σύμφωνα με τους καθηγητές της ΟΛΜΕ «οι εξετάσεις αυτές εντάσσονται στο σχεδιασμό της κυβέρνησης, που επιχειρεί να επιβάλει ένα σύστημα αξιολόγησης για τους/τις εκπαιδευτικούς και τις σχολικές μονάδες, με στόχο την κατηγοριοποίησή τους. Αποτελούν εργαλείο των αντιεκπαιδευτικών σχεδίων του Ο.Ο.Σ.Α. για την εκπαίδευση και επιχειρούν την αλλαγή του χαρακτήρα του δημόσιου σχολείου σε μηχανισμό ταξικής επιλογής, αποκλεισμού,κατηγοριοποίησης και υποβάθμισης. Με εργαλείο αυτές τις εξετάσεις, το Υπουργείο επιχειρεί να ενισχύσει τον ασφυκτικό έλεγχο πάνω στις σχολικές πρακτικές και την καθημερινή διδασκαλία, να επιβάλει κριτήρια «αποτελεσματικότητας» αποσυνδεδεμένα από την ουσία της παιδαγωγικής να απαξιώσει ακόμη περισσότερο τον παιδαγωγικό ρόλο των εκπαιδευτικών, να μετακυλίσει τις ευθύνες του για τα προβλήματα της δημόσιας εκπαίδευσης σε μαθητές/τριες και εκπαιδευτικούς. Η αντίθεσή μας στις εξετάσεις PISA δεν είναι άρνηση της «αποτίμησης» του εκπαιδευτικού συστήματος, αλλά αντίθεση στην εκπαιδευτική πολιτική που μετατρέπει τα σχολεία σε μηχανισμούς μετρήσεων και κατηγοριοποίησης και αποκλεισμού.»
































