Η καθιέρωση του Κρατικού Πιστοποιητικού Γλωσσομάθειας (ΚΠΓ) στο Γυμνάσιο αποτελεί μια σημαντική εξέλιξη για το εκπαιδευτικό σύστημα, ανοίγοντας τον δρόμο για μια πιο ισότιμη και οργανωμένη προσέγγιση στη διδασκαλία και την πιστοποίηση των ξένων γλωσσών. Πρόκειται για μια πρωτοβουλία που μπορεί να ενισχύσει τον ρόλο του δημόσιου σχολείου, υπό την προϋπόθεση ότι θα συνοδευτεί από ουσιαστικές παρεμβάσεις τονίζει η ΟΙΕΛΕ σε ανακοίνωσή της.
Η δυνατότητα απόκτησης πιστοποιημένης γλωσσομάθειας μέσα από το σχολείο και χωρίς οικονομική επιβάρυνση συνιστά ένα σημαντικό βήμα για τη μείωση των ανισοτήτων. Σε μια χώρα όπου η εκμάθηση ξένων γλωσσών συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με ιδιωτικές δομές και υψηλό κόστος για τις οικογένειες, η ενίσχυση του ΚΠΓ μπορεί να λειτουργήσει ως αντίβαρο, προσφέροντας αξιόπιστη πιστοποίηση σε όλους τους μαθητές. Παράλληλα, η σύνδεση της γλωσσομάθειας με τη σχολική διαδικασία δίνει τη δυνατότητα για πιο συστηματική και παιδαγωγικά τεκμηριωμένη προετοιμασία.
Ωστόσο, η επιτυχία του εγχειρήματος δεν είναι δεδομένη. Το Κρατικό Πιστοποιητικό δεν μπορεί από μόνο του να μετασχηματίσει τη ξενόγλωσση εκπαίδευση, εάν δεν υπάρξουν βαθύτερες αλλαγές στη δομή και τη λειτουργία της. Σήμερα, το δημόσιο σχολείο αφιερώνει περιορισμένο χρόνο στη διδασκαλία ξένων γλωσσών, γεγονός που επηρεάζει την αποτελεσματικότητα της μάθησης και οδηγεί μεγάλο μέρος των μαθητών σε εξωσχολικές λύσεις.
Απαραίτητη είναι, επομένως, η αναβάθμιση των προγραμμάτων σπουδών, με σύγχρονο εκπαιδευτικό υλικό και μεθόδους που θα ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες των μαθητών. Η αύξηση των διδακτικών ωρών, η συστηματική προετοιμασία για τις εξετάσεις του ΚΠΓ μέσα στο σχολείο και η ουσιαστική αξιοποίηση των εκπαιδευτικών ξένων γλωσσών αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την επιτυχία της μεταρρύθμισης.
Την ίδια στιγμή, η ενίσχυση του ΚΠΓ μπορεί να συμβάλει στην αντιμετώπιση χρόνιων παθογενειών, όπως το φαινόμενο των αμφίβολης αξιοπιστίας πιστοποιήσεων που κυκλοφορούν στην αγορά. Η ύπαρξη ενός ισχυρού, δημόσιου και αναγνωρισμένου συστήματος πιστοποίησης μπορεί να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη και να περιορίσει στρεβλώσεις που επιβαρύνουν τόσο τους μαθητές όσο και τις οικογένειες.
Συνολικά, το στοίχημα του Κρατικού Πιστοποιητικού Γλωσσομάθειας στο Γυμνάσιο δεν αφορά μόνο την παροχή μιας δωρεάν εξέτασης, αλλά τη συνολική αναβάθμιση της ξενόγλωσσης εκπαίδευσης. Αν η πρωτοβουλία αυτή ενταχθεί σε μια ευρύτερη στρατηγική ενίσχυσης του δημόσιου σχολείου, μπορεί να αποτελέσει καταλύτη για ουσιαστικές αλλαγές. Διαφορετικά, κινδυνεύει να παραμείνει μια θετική αλλά περιορισμένη παρέμβαση, χωρίς το βάθος και τη διάρκεια που απαιτούν οι ανάγκες της εκπαίδευσης σήμερα.
Μάλιστα προχωρώντας ένα βήμα παρακάτω η ΟΙΕΛΕ καταθέτει τις προτάσεις της για τις θεσμικές αλλαγές που πρέπει να υλοποιηθούν ώστε να αλλάξει πράγματι η ξενόγλωσση εκπαίδευση και η πιστοποίησή της στο δημόσιο σχολείο. Προς αυτή την κατεύθυνση προτείνεται:
⦁ Αλλαγή στο πρόγραμμα σπουδών και στα αναλυτικά προγράμματα. Ο εκσυγχρονισμός των εγχειριδίων και του εκπαιδευτικού υλικού είναι απολύτως απαραίτητος για να ενισχυθεί η ποιότητα της διδασκαλίας.
⦁ Σημαντική αύξηση των ωρών ξενόγλωσσης διδασκαλίας στο σχολείο. Σύμφωνα με την αναλυτική έρευνα του ΚΑΝΕΠ-ΓΣΕΕ (2025) για την ξενόγλωσση εκπαίδευση, το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα την έχει ουσιαστικά εγκαταλείψει! Σύμφωνα με τα συγκριτικά στοιχεία του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα αφιερώνει τον λιγότερο χρόνο διδασκαλίας μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ! Οι μαθητές στην Ελλάδα διδάσκονται ξένες γλώσσες μόλις 1,8 ώρες την εβδομάδα, έναντι 3,6 ωρών κατά μέσο όρο στον ΟΟΣΑ – γεγονός που κατατάσσει τη χώρα στην τελευταία θέση στην ΕΕ ως προς το διαθέσιμο χρόνο στη γλωσσική διδασκαλία.
⦁ Πλήρης ανάθεση στο δημόσιο σχολείο της προετοιμασίας για τις εξετάσεις του Κρατικού Πιστοποιητικού Γλωσσομάθειας, ώστε να περιοριστεί η ανάγκη της ελληνικής οικογένειας για προσφυγή σε ιδιωτικούς φορείς ξενόγλωσσης εκπαίδευσης (ετησίως δαπανούμε περισσότερα από 750 εκ. ευρώ σε ιδιωτικούς φορείς γλωσσομάθειας). Αυτή η πρωτοβουλία έχει, σύμφωνα με την έρευνα του ΚΑΝΕΠ-ΓΣΕΕ, την καθολική στήριξη των γονέων (92,8%) και των μαθητών (88,2%). Μην ξεχνάμε ότι πολλά ιδιωτικά σχολεία κάνουν ενισχυμένα προγράμματα γλωσσομάθειας και προετοιμασίας για εξετάσεις σε πιστοποιημένους φορείς, με αποτέλεσμα οι μαθητές να μην χρειάζονται ξενόγλωσσο φροντιστήριο.
⦁ Αναβάθμιση του ρόλου των ξενόγλωσσων εκπαιδευτικών. Υπάρχουν στο δημόσιο σχολείο χιλιάδες καθηγητές αγγλικής, γερμανικής, γαλλικής και ιταλικής γλώσσας που θα αποκτήσουν με τις αλλαγές που προτείνουμε ουσιαστικό αντικείμενο, αντί να είναι μέρος, όπως συμβαίνει σε πολλές περιπτώσεις (ιδίως στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση), μιας τυπικής διαδικασίας.
Κλείνοντας η ΟΙΕΛΕ τονίζει ότι «απαιτείται πολιτική βούληση για την καταπολέμηση των φαινομένων ασυδοσίας και ακραίας διαπλοκής στο χώρο της ξενόγλωσσης εκπαίδευσης. Είναι αδιανόητο σε μια χώρα όπως η Ελλάδα να υπάρχουν 47 (!) φορείς πιστοποίησης της αγγλικής γλώσσας (εκ των οποίων οι 40 περίπου είναι …μαϊμουδένιοι, όπως αναφέρουν γνώστες του χώρου), όταν στη Γερμανία με οκταπλάσιο πληθυσμό υπάρχουν 3!»
































