Η κυβέρνηση ανοίγει νέο κύκλο ρύθμισης ασφαλιστικών οφειλών σε έως 72 δόσεις, επιχειρώντας να δώσει ανάσα σε περισσότερους από 1,8 εκατομμύρια οφειλέτες του e-ΕΦΚΑ, την ώρα που τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς τα ασφαλιστικά ταμεία έχουν εκτοξευθεί σε επίπεδα-ρεκόρ. Πίσω από την απόφαση αυτή, ωστόσο, κρύβεται η ουσιαστική παραδοχή ότι το υφιστάμενο σύστημα των πάγιων ρυθμίσεων των 24 δόσεων απέτυχε να ανταποκριθεί στις πραγματικές δυνατότητες χιλιάδων επαγγελματιών, αυτοαπασχολουμένων και αγροτών, οι οποίοι αδυνατούν να εξυπηρετήσουν τόσο υψηλές μηνιαίες καταβολές.
Η νέα ρύθμιση, η οποία αναμένεται να ενεργοποιηθεί από τον Ιούνιο, αφορά χρέη που δημιουργήθηκαν έως το τέλος του 2023 και έρχεται σε μια περίοδο έντονης οικονομικής πίεσης για τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα. Η διεύρυνση των δόσεων από 24 σε 72 θεωρείται από κυβερνητικά στελέχη αναγκαία προσαρμογή στην πραγματικότητα που έχει διαμορφωθεί στην αγορά, καθώς οι περισσότερες επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα ρευστότητας και αδυνατούν να παραμείνουν συνεπείς στις τρέχουσες εισφορές και φορολογικές υποχρεώσεις.
Ληξιπρόθεσμα χρέη προς τα ασφαλιστικά ταμεία 51,31 δισ. ευρώ
Τα στοιχεία του ΚΕΑΟ αποτυπώνουν με σαφήνεια το μέγεθος του προβλήματος. Στο τέλος του 2025 τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς τα ασφαλιστικά ταμεία ανήλθαν στα 51,31 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά περίπου 2 δισ. ευρώ σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα. Από αυτά, περίπου 10,5 δισ. ευρώ χαρακτηρίζονται χαμηλής ή μηδενικής εισπραξιμότητας. Η εικόνα αυτή εντείνει την πίεση προς το οικονομικό επιτελείο να αναζητήσει πιο ρεαλιστικούς τρόπους αποπληρωμής, καθώς οι πάγιες ρυθμίσεις των 24 δόσεων δεν κατάφεραν να συγκρατήσουν τη συνεχή διόγκωση των οφειλών.
Η αποτυχία των υφιστάμενων ρυθμίσεων αποδίδεται κυρίως στο υψηλό ύψος της μηνιαίας δόσης που προκύπτει σε συνδυασμό με τις αυξημένες τρέχουσες ασφαλιστικές εισφορές, το ενεργειακό κόστος, τις φορολογικές επιβαρύνσεις και τις γενικότερες ανατιμήσεις στην αγορά. Επαγγελματικοί φορείς υποστηρίζουν ότι η πλειονότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε ένα τόσο ασφυκτικό πλαίσιο αποπληρωμής, με αποτέλεσμα πολλές ρυθμίσεις να χάνονται λίγους μήνες μετά την ένταξη των οφειλετών.
Η νέα ρύθμιση των 72 δόσεων επιχειρεί να μειώσει τη μηνιαία επιβάρυνση και να αυξήσει τη βιωσιμότητα της αποπληρωμής. Ωστόσο, παρά τη σημαντική επιμήκυνση, το νέο πλαίσιο συνοδεύεται από αυστηρούς όρους που ήδη προκαλούν αντιδράσεις στην αγορά. Το επιτόκιο της ρύθμισης εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί περίπου στο 5,84%, επίπεδο που χαρακτηρίζεται υψηλό για επιχειρήσεις που ήδη δυσκολεύονται να επιβιώσουν οικονομικά.
Δεν προβλέπεται καμία διαγραφή προσαυξήσεων ή πρόσθετων τελών
Παράλληλα, δεν προβλέπεται καμία διαγραφή προσαυξήσεων ή πρόσθετων τελών, σε αντίθεση με παλαιότερες ρυθμίσεις που προέβλεπαν σημαντικά «κουρέματα» ανάλογα με τον αριθμό δόσεων ή την εφάπαξ εξόφληση. Το γεγονός αυτό θεωρείται από πολλούς το βασικό μειονέκτημα της νέας παρέμβασης, καθώς μεγάλο μέρος των συνολικών οφειλών αφορά πλέον συσσωρευμένες προσαυξήσεις και τόκους.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, η συντριπτική πλειονότητα των οφειλετών αφορά μικρές και μεσαίες οφειλές. Περίπου 1,44 εκατομμύρια ασφαλισμένοι χρωστούν έως 15.000 ευρώ, ενώ σχεδόν 9 στους 10 έχουν συνολικά χρέη έως 30.000 ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται σε μεγάλους στρατηγικούς κακοπληρωτές, αλλά αγγίζει κυρίως τη βάση της ελληνικής οικονομίας: μικρές επιχειρήσεις, ελεύθερους επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενους που βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδοχικές κρίσεις τα τελευταία χρόνια.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σύνδεση της ρύθμισης με τη δυνατότητα συνταξιοδότησης οφειλετών του ΕΦΚΑ. Σήμερα, ασφαλισμένοι με χρέη άνω των 30.000 ευρώ προς πρώην ΟΑΕΕ και ΕΤΑΑ ή άνω των 10.000 ευρώ προς πρώην ΟΓΑ δεν μπορούν να λάβουν σύνταξη, εκτός εάν καταβάλουν το υπερβάλλον ποσό μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Με τη νέα ρύθμιση δημιουργείται ένα πιο ευέλικτο πλαίσιο, καθώς οι παλαιές οφειλές θα μπορούν να ενταχθούν στις 72 δόσεις, διευκολύνοντας αρκετούς ασφαλισμένους να μειώσουν το συνολικό χρέος κάτω από τα ισχύοντα όρια και να ανοίξουν τον δρόμο προς τη συνταξιοδότηση. Ωστόσο, απαραίτητη προϋπόθεση παραμένει η τακτοποίηση όλων των νεότερων χρεών που δημιουργήθηκαν από το 2024 και μετά.
Οι επαγγελματικοί φορείς ζητούν ήδη περαιτέρω βελτιώσεις πριν από την οριστική εφαρμογή της ρύθμισης. Βασικά αιτήματα αποτελούν η μείωση του επιτοκίου, η αύξηση του αριθμού των δόσεων και η επαναφορά κουρέματος προσαυξήσεων, ώστε η νέα παρέμβαση να αποκτήσει ουσιαστικά χαρακτηριστικά βιωσιμότητας. Όπως επισημαίνουν στελέχη της αγοράς, χωρίς ουσιαστικά κίνητρα ελάφρυνσης, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος ακόμη και η νέα ρύθμιση να οδηγηθεί σταδιακά στην ίδια αποτυχία με εκείνη των πάγιων 24 δόσεων.































