Η τραγωδία στην Ηλιούπολη παραμονές Πανελληνίων 2026 αναδεικνύει με τον πιο δηλωτικό τρόπο την αυξανόμενη πίεση που δέχεται η Gen Z μέσα σε ένα εξεταστικό σύστημα που βασίζεται τους βαθμούς, την αυστηρή αξιολόγηση και στην Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής (ΕΒΕ).
Για πολλούς μαθητές, η προετοιμασία για τις Πανελλήνιες είναι μια μακρά περίοδος έντονου άγχους και ψυχολογικής επιβάρυνσης. Η εισαγωγή της ΕΒΕ, σε συνδυασμό με τον υψηλό ανταγωνισμό για τις δημοφιλείς σχολές, έχει αυξήσει σημαντικά τον βαθμό δυσκολίας, δημιουργώντας την αίσθηση ότι δεν αρκεί η απλή προσπάθεια, αλλά απαιτούνται σχεδόν άριστες επιδόσεις για την επίτευξη του στόχου.
Η Gen Z, μια γενιά που έχει μεγαλώσει μέσα σε περιβάλλον συνεχούς σύγκρισης, ψηφιακής έκθεσης και αυξημένων κοινωνικών απαιτήσεων, φαίνεται να επηρεάζεται ιδιαίτερα από αυτή τη συνθήκη. Το άγχος της επίδοσης δεν περιορίζεται πλέον στην ημέρα των εξετάσεων, αλλά συνοδεύει τους μαθητές καθ’ όλη τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς, επηρεάζοντας τη συγκέντρωση, την ψυχολογία και τη συνολική τους απόδοση. Η συνεχής έμφαση στους βαθμούς και στις βάσεις εισαγωγής ενισχύει το αίσθημα ότι κάθε λάθος έχει υψηλό κόστος. Αυτό συχνά οδηγεί σε υπερβολική πίεση, εξουθένωση και φόβο αποτυχίας, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις μειώνει τη χαρά της μάθησης και μετατρέπει τη διαδικασία της εκπαίδευσης σε έναν διαρκή αγώνα αντοχής.
Παράλληλα, οι μαθητές καλούνται να διαχειριστούν ένα ιδιαίτερα απαιτητικό καθημερινό πρόγραμμα. Φροντιστήρια, επαναλήψεις, διαγωνίσματα και συνεχής πίεση για υψηλούς βαθμούς αφήνουν ελάχιστο χρόνο για ξεκούραση, κοινωνική ζωή και ψυχική αποφόρτιση. Το αποτέλεσμα είναι συχνά η εμφάνιση έντονου στρες, κόπωσης, αλλά και συναισθηματικής αποσταθεροποίησης όσο πλησιάζει η περίοδος των εξετάσεων.
{https://exchange.glomex.com/video/v-dihir44cgokx?integrationId=40599y14juihe6ly}
Ειδικοί στην εκπαίδευση και την ψυχική υγεία τονίζουν ότι η κατάσταση αυτή δεν είναι μεμονωμένη, αλλά αποτέλεσμα ενός ευρύτερου κοινωνικού και εκπαιδευτικού πλαισίου που δίνει υπερβολική έμφαση στην επίδοση ως μοναδικό κριτήριο επιτυχίας. Η Gen Z μεγαλώνει σε έναν κόσμο όπου η σύγκριση είναι συνεχής, τόσο μέσα όσο και έξω από το σχολείο, γεγονός που ενισχύει ακόμη περισσότερο το άγχος και την ανασφάλεια.
Η γενιά αυτή έχει μεγαλώσει μέσα σε ένα περιβάλλον οικονομικής αστάθειας, αυξημένου κόστους ζωής και έντονου ανταγωνισμού στην αγορά εργασίας. Σε αντίθεση με προηγούμενες γενιές, η εκπαιδευτική πορεία συνδέεται πλέον άμεσα με την επαγγελματική επιβίωση, γεγονός που αυξάνει σημαντικά το άγχος γύρω από την ακαδημαϊκή επίδοση. Για πολλούς υποψηφίους κάθε βαθμός αποτελεί ένα κρίσιμο βήμα για την μελλοντική τους αποκατάσταση. Η αβεβαιότητα για το επαγγελματικό μέλλον, σε συνδυασμό με το υψηλό κόστος σπουδών και ζωής, δημιουργεί ένα διαρκές αίσθημα πίεσης και ανασφάλειας. Ακόμη και η προοπτική των οικονομικών δυσκολιών μετά τις σπουδές ενισχύει αυτό το φορτίο. Παράλληλα, η ταχύτατα μεταβαλλόμενη αγορά εργασίας κάνει τις επαγγελματικές διαδρομές λιγότερο προβλέψιμες. Πολλοί μαθητές αισθάνονται ότι πρέπει να πετύχουν από νωρίς, διαφορετικά κινδυνεύουν να μείνουν πίσω σε ένα περιβάλλον που αλλάζει συνεχώς. Αυτό δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου η πίεση δεν προέρχεται μόνο από το σχολείο, αλλά και από τις ίδιες τις προσδοκίες του εαυτού τους και του κοινωνικού τους περίγυρου. Η επιτυχία δεν παρουσιάζεται απλώς ως στόχος, αλλά συχνά ως προϋπόθεση αξίας με τους μαθητές να αισθάνονται ότι η πορεία τους πρέπει να είναι προκαθορισμένη και αψεγάδιαστη, χωρίς περιθώριο για λάθη ή καθυστερήσεις.
{https://exchange.glomex.com/video/v-dihb4uyyy0oh?integrationId=40599y14juihe6ly}
Ο «πέλεκυς» της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής
Για έκτη χρονιά φέτος οι υποψήφιοι των Πανελληνίων θα κληθούν να ξεπεράσουν και τον σκόπελο της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής. Όπως σημειώνει ο καθηγητής Φυσικής και εκπαιδευτικός αναλυτής Γιώργος Χατζητέγας «η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής δεν αποτελεί εν τέλει φίλτρο ποιότητας όπως πίστεψαν όσοι την εισήγαγαν. Αποτελεί έναν μηχανισμό οριζόντιας απόρριψης υποψηφίων, ο οποίος τα τελευταία χρόνια παράγει τα ίδια τραγικά αποτελέσματα χωρίς καμία ουσιαστική αξιολόγηση από την Πολιτεία. Μας αφήνουν μάλλον αδιάφορους οι συνέπειες ενός μέτρου το οποίο απορρίπτει χιλιάδες νέους από τα Δημόσια Πανεπιστήμια και εγκαταλείπει δεκάδες τμήματα, στο κέντρο και στη περιφέρεια, σε παρακμή. Το θέμα απουσιάζει από την πολιτική ατζέντα όλων - πλην ελαχίστων - και τα όσα έχουμε προτείνει περί της διόρθωσης των κατώτατων συντελεστών, από την πρώτη μάλιστα εφαρμογή του μέτρου, δεν εισακούονται.»
«Οι Πανελλήνιες δεν είναι απολυτήριες εξετάσεις οι οποίες οφείλουν να διαπιστώνουν την ελάχιστη προαπαιτούμενη γνώση αποφοίτησης από το Λύκειο. Είναι διαγωνισμός αξιολογικής κατάταξης. Όταν, όμως, κάθε χρόνο αποκλείεται εκ των προτέρων περίπου το ένα τρίτο των υποψηφίων των Γενικών Λυκείων, τότε οι Πανελλήνιες μετατρέπονται σε εξετάσεις των δύο τρίτων. Ακόμη και αν εμφανιστεί μια εξαιρετικά φωτισμένη γενιά μαθητών, το σύστημα θα συνεχίσει να απορρίπτει μαζικά υποψηφίους εξαιτίας ενός ακατανόητου τεχνητού φραγμού. Το αποτέλεσμα είναι αποκαλυπτικό: περισσότερες από 10.000 κενές θέσεις κάθε χρόνο. Και δεν μιλάμε μόνο για περιφερειακά τμήματα. Ακόμη και κεντρικές σχολές εμφανίζουν εικόνα εγκατάλειψης. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση τμημάτων Φυσικής, στα οποία έμειναν κενές σχεδόν το 70% των θέσεων. Πρόκειται για ένα αναιτιολόγητο παράδοξο. Την ίδια στιγμή που το Ελληνικό Δημόσιο χρηματοδοτεί Πανεπιστήμια και υποδομές, οι θέσεις παραμένουν άδειες και οι νέοι ωθούνται εκτός δημόσιας τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Παράλληλα, η ΕΒΕ προκάλεσε μια πρωτοφανή μετανάστευση υποψηφίων από το δεύτερο και τρίτο επιστημονικό πεδίο προς το τέταρτο, επειδή εκεί οι μέσες επιδόσεις είναι χαμηλότερες και η πρόσβαση ευκολότερη. Αντί ωστόσο να διορθώσουμε τις στρεβλώσεις του συστήματος, μετακινούμε πλέον ολόκληρα τμήματα μεταξύ επιστημονικών πεδίων, προσπαθώντας να θεραπεύσουμε τις συνέπειες ενός λανθασμένου μέτρου.»
































