Το τραγικό περιστατικό στην Ηλιούπολη επαναφέρει με δραματικό τρόπο στο προσκήνιο ένα ζήτημα που συχνά παραμένει αθέατο, ότι η σιωπή των εφήβων δεν σημαίνει πάντα ηρεμία. Μπορεί, αντίθετα, να αποτελεί μια μορφή εσωτερικής αγωνίας που δεν βρίσκει εύκολα τρόπο να εκφραστεί.
Πίσω από μια φαινομενικά «κανονική» καθημερινότητα – σχολείο, φίλοι, μηνύματα, ρουτίνα – μπορεί να συνυπάρχει έντονη ψυχική πίεση που δεν γίνεται άμεσα αντιληπτή από το περιβάλλον. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η εφηβική ηλικία είναι από τη φύση της μια περίοδος μετάβασης, όπου οι εσωτερικές μεταβολές δεν αποτυπώνονται πάντα εξωτερικά.
Σε πολλές περιπτώσεις, η δυσκολία δεν εκφράζεται με λόγια αλλά με σιωπή, απομόνωση ή αλλαγές στη συμπεριφορά. Γι’ αυτό και η παρατήρηση από γονείς, εκπαιδευτικούς και ειδικούς αποκτά καθοριστική σημασία.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ανάγκη έγκαιρης αναγνώρισης των λεγόμενων «σιωπηλών ενδείξεων» της απόσυρσης, της απώλειας ενδιαφέροντος, της συναισθηματικής απόστασης ή της σταδιακής αποκοπής από δραστηριότητες που παλαιότερα ήταν σημαντικές. Οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι το ζητούμενο δεν είναι η πίεση για εξομολόγηση, αλλά η δημιουργία ενός πλαισίου εμπιστοσύνης, όπου ο έφηβος μπορεί να εκφραστεί χωρίς φόβο κριτικής ή απόρριψης.
Η απελπισία ενός εφήβου δεν κάνει πάντα θόρυβο
Όπως σημειώνει ο παιδίατρος και Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ελευθεροεπαγγελματιών Παιδιάτρων (ΠΟΕΠ) Κώστας Νταλούκας «ένα παιδί μπορεί να πονά βαθιά και να συνεχίζει να φαίνεται «κανονικό». Να πηγαίνει σχολείο. Να πηγαίνει φροντιστήριο. Να απαντά στα μηνύματα. Να χαμογελά περιστασιακά. Να κάνει σχέδια για την επόμενη μέρα, ενώ μέσα του δεν πιστεύει πια ότι αυτή η επόμενη μέρα έχει νόημα. Αυτό είναι που πρέπει να καταλάβουμε. Η απελπισία ενός εφήβου δεν κάνει πάντα θόρυβο. Μερικές φορές κρύβεται πίσω από σιωπή. Πίσω από μια φράση που προσπερνάμε: «δεν αντέχω άλλο», «δεν έχει νόημα», «δεν με νοιάζει τίποτα», «θα ήταν καλύτερα να μην υπάρχω».
Αυτές οι φράσεις δεν είναι εφηβική υπερβολή μέχρι αποδείξεως του εναντίου. Είναι φωνές κινδύνου. Είναι ο τρόπος με τον οποίο ένα παιδί μπορεί να μας ζητά βοήθεια, ακόμη κι όταν δεν ξέρει πώς να τη ζητήσει. Οι γονείς χρειάζεται να είναι παρόντες. Να αντέχουν να ακούσουν το δύσκολο. Να μη μικραίνουν τον πόνο του παιδιού με φράσεις όπως «όλοι περάσαμε δύσκολα», «μην κάνεις έτσι», «θα σου περάσει». Το σχολείο δεν μπορεί να είναι μόνο χώρος εξετάσεων, βαθμών και επίδοσης. Πρέπει να είναι χώρος όπου ένας έφηβος μπορεί να γίνει αντιληπτός όταν αλλάζει, όταν σιωπά, όταν αποσύρεται, όταν καταρρέει αθόρυβα.
Και εμείς οι παιδίατροι πρέπει να θυμόμαστε ότι η ψυχική υγεία του παιδιού και του εφήβου είναι μέρος της παιδιατρικής φροντίδας. Δεν αρκεί να ρωτάμε μόνο για πυρετό, εμβόλια, ανάπτυξη και εξετάσεις. Πρέπει να ρωτάμε και για τη διάθεση, τον ύπνο, το άγχος, τη μοναξιά, το bullying, την πίεση, την απελπισία. Να ρωτάμε ευθέως, ανθρώπινα, χωρίς φόβο: «Πώς είσαι πραγματικά;», «Υπάρχουν στιγμές που νιώθεις ότι δεν αντέχεις άλλο;» «Έχεις σκεφτεί ποτέ να κάνεις κακό στον εαυτό σου;» Η σιωπή είναι που αφήνει το παιδί μόνο του με τις ιδέες του. Και πάνω απ’ όλα, οφείλουμε να θυμίζουμε στα παιδιά μας, ξανά και ξανά, ότι καμία εξέταση, καμία αποτυχία, καμία απόρριψη και καμία δύσκολη περίοδος δεν αξίζει όσο η ζωή τους».
Οι έφηβοι δεν χρειάζονται ψεύτικη αισιοδοξία αλλά ρεαλιστική ελπίδα
Χρειάζονται ενήλικες που δεν θα τους υπόσχονται ότι όλα είναι εύκολα ή τέλεια, αλλά που θα τους δείχνουν ότι, ακόμα και μέσα στις δυσκολίες, υπάρχει δρόμος, υπάρχει συνέχεια, υπάρχει δυνατότητα να σταθούν ξανά όρθια. Γιατί η πραγματικότητα δεν είναι απλή. Υπάρχει πίεση, υπάρχει αβεβαιότητα, υπάρχουν αποτυχίες, υπάρχουν στιγμές που όλα μοιάζουν βαριά και αδιέξοδα. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η ζωή τελειώνει εκεί. Η ψεύτικη αισιοδοξία λέει «όλα θα πάνε καλά» χωρίς όρους και χωρίς βάση. Η ρεαλιστική ελπίδα λέει κάτι πιο ουσιαστικό ότι «θα υπάρξουν δυσκολίες, αλλά δεν είσαι μόνος και μπορείς να τις αντιμετωπίσεις». Τα παιδιά δεν χρειάζονται υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα. Χρειάζονται στήριξη, παρουσία και σχέσεις που αντέχουν. Χρειάζονται ενήλικες που δεν πανικοβάλλονται μπροστά στο άγχος τους, που δεν ακυρώνουν τον πόνο τους και που δεν τους φορτώνουν με περισσότερη πίεση.
Σύμφωνα με την ψυχολόγο - παιδοψυχολόγο Λίζα Βάρβογλη «ίσως ήρθε η ώρα πολλοί ενήλικες να ενηλικιωθούν συναισθηματικά. Να σταματήσουν να ξεφορτώνουν στα παιδιά τους δικούς τους φόβους, τη δική τους πικρία, τη δική τους απογοήτευση, τις δικές τους ανεκπλήρωτες ζωές. Γιατί άλλο πράγμα είναι να προετοιμάζεις ένα παιδί για τη ζωή και άλλο να του μαθαίνεις να τη φοβάται. Ο ρόλος του ενήλικα δεν είναι να μεταδίδει πανικό. Είναι να γίνεται πυξίδα. Να λέει: «Δεν ξέρω ακριβώς πώς θα είναι ο κόσμος αύριο. Αλλά πιστεύω στις δυνατότητές σου να προσαρμοστείς, να μάθεις, να ξαναρχίσεις και να χτίσεις τη ζωή σου.» Και κάτι ακόμα που πρέπει να ακούσουν πολλοί γονείς: Το παιδί δεν χρειάζεται τέλειους γονείς. Χρειάζεται συναισθηματικά διαθέσιμους γονείς. Όταν ένας έφηβος μιλά για θάνατο και απελπισία δεν το αγνοούμε ποτέ. Δεν σημαίνει ότι κάθε παιδί θα αυτοκτονήσει. Σημαίνει όμως ότι κάθε παιδί αξίζει να το πάρουμε στα σοβαρά. Και ναι… οι Πανελλήνιες, η πίεση, η μοναξιά, τα social media, η σύγκριση, η εξάντληση, η αίσθηση ότι «αν αποτύχω τελείωσα» μπορούν να γίνουν εκρηκτικός συνδυασμός σε έναν εύθραυστο ψυχισμό. Αλλά το αντίδοτο δεν είναι μόνο η επιτυχία. Είναι η σύνδεση. Η ασφάλεια. Η αίσθηση: «Ακόμα κι αν πέσω, κάποιος θα με κρατήσει.» Και αυτό μπορεί πραγματικά να σώσει ζωές.


































