Ένα ιδιαίτερα βαρύ κλίμα οικονομικής ανασφάλειας και απαισιοδοξίας καταγράφουν δύο μεγάλες έρευνες που πραγματοποιήθηκαν τις τελευταίες 60 ημέρες από το ΙΟΒΕ και το ΙΕΛΚΑ, αποτυπώνοντας την αυξανόμενη πίεση που βιώνουν τα ελληνικά νοικοκυριά από την ακρίβεια, τις γεωπολιτικές εξελίξεις και τη συνεχιζόμενη αβεβαιότητα για το μέλλον.
Οι δύο έρευνες συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι τα ελληνικά νοικοκυριά βρίσκονται σε φάση αυξημένης οικονομικής επιφυλακής και αμυντικής διαχείρισης των εισοδημάτων τους. Η ακρίβεια, η αβεβαιότητα και η κόπωση από τις συνεχείς κρίσεις φαίνεται να διαμορφώνουν ένα περιβάλλον χαμηλής καταναλωτικής εμπιστοσύνης, με τους πολίτες να δίνουν πλέον προτεραιότητα αποκλειστικά στην κάλυψη βασικών αναγκών.
Σύμφωνα με την Έρευνα Οικονομικής Συγκυρίας του ΙΟΒΕ για τον Απρίλιο του 2026, ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης υποχώρησε στις -54,7 μονάδες από -52,5 μονάδες τον Μάρτιο, με την Ελλάδα να παραμένει η πιο απαισιόδοξη χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η εικόνα που καταγράφει το ΙΟΒΕ δείχνει νοικοκυριά που αισθάνονται ότι η οικονομική τους κατάσταση επιδεινώνεται διαρκώς. Το 71% των ερωτηθέντων εκτιμά ότι η οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού του χειροτέρεψε το τελευταίο δωδεκάμηνο, ενώ το 69% προβλέπει νέα επιδείνωση μέσα στους επόμενους 12 μήνες. Παράλληλα, το 75% των καταναλωτών θεωρεί ότι θα επιδεινωθεί και η συνολική οικονομική κατάσταση της χώρας.
Ιδιαίτερα ανησυχητικά είναι τα στοιχεία για την αποταμίευση και την κατανάλωση. Ο δείκτης πρόθεσης αποταμίευσης υποχώρησε έντονα στις -74,9 μονάδες, με το 88% των νοικοκυριών να δηλώνει ότι δεν θεωρεί πιθανό να καταφέρει να αποταμιεύσει το επόμενο διάστημα. Την ίδια ώρα, το 63% δηλώνει ότι «μόλις τα βγάζει πέρα», ενώ αυξήθηκε στο 12% το ποσοστό όσων αναφέρουν ότι αναγκάζονται να αντλούν χρήματα από τις αποταμιεύσεις τους για να καλύψουν καθημερινές ανάγκες.
Παράλληλα, οι καταναλωτές εμφανίζονται πιο διστακτικοί ακόμη και σε βασικές αγορές. Η πρόθεση για μεγάλες δαπάνες, όπως αγορά επίπλων ή ηλεκτρικών συσκευών, εξασθένησε περαιτέρω, ενώ πολύ χαμηλά παραμένει και η πρόθεση αγοράς ή κατασκευής κατοικίας. Μόλις το 2,7% των νοικοκυριών δηλώνει ότι ενδέχεται να προχωρήσει σε αγορά κατοικίας μέσα στον επόμενο χρόνο.
Ανάλογη εικόνα οικονομικής πίεσης και ψυχολογικής κόπωσης αποτυπώνει και η πανελλαδική έρευνα του ΙΕΛΚΑ, που πραγματοποιήθηκε σε δείγμα 800 καταναλωτών από όλη τη χώρα. Η έρευνα εστιάζει στη συμπεριφορά και τα συναισθήματα των καταναλωτών απέναντι στις διεθνείς κρίσεις και στην ακρίβεια, καταγράφοντας κυρίαρχα συναισθήματα φόβου, θυμού και ανησυχίας.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, οι γεωπολιτικές εξελίξεις και ιδιαίτερα ο πόλεμος στον Περσικό Κόλπο προκαλούν έντονη συναισθηματική επιβάρυνση στα νοικοκυριά. Οι καταναλωτές δηλώνουν ότι αισθάνονται αυξημένο άγχος για τις οικονομικές επιπτώσεις των κρίσεων, ενώ η παρατεταμένη περίοδος ανατιμήσεων φαίνεται να έχει ενισχύσει την αίσθηση ανασφάλειας.
Οι αυξήσεις στις τιμές τροφίμων, ενέργειας και καυσίμων εξακολουθούν να αποτελούν τη μεγαλύτερη πηγή πίεσης. Το 40% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι επιβαρύνεται περισσότερο από τις τιμές των τροφίμων, το 34% από την ενέργεια και το 21% από τα καύσιμα. Για το επόμενο εξάμηνο, οι καταναλωτές εκτιμούν ότι οι πιέσεις στα καύσιμα θα ενταθούν ακόμη περισσότερο, ενώ τα τρόφιμα θα συνεχίσουν να αποτελούν τη βασική αιτία επιβάρυνσης του οικογενειακού προϋπολογισμού.
Η πίεση αυτή οδηγεί ολοένα και περισσότερα νοικοκυριά σε περιορισμό δαπανών και αλλαγή καταναλωτικών συνηθειών. Σύμφωνα με την έρευνα του ΙΕΛΚΑ, 6 στους 10 καταναλωτές έχουν ήδη αναβάλει αγορές ένδυσης και προσωπικών ειδών, ενώ περισσότεροι από τους μισούς περιορίζουν δαπάνες για διασκέδαση, εστίαση και διακοπές. Παράλληλα, 42% δηλώνει ότι αναζητά περισσότερο προσφορές και εκπτώσεις, 40% στρέφεται σε φθηνότερα προϊόντα και 36% περιορίζει ακόμη και βασικές αγορές τροφίμων και ειδών παντοπωλείου.




























