Θα είναι η τεχνητή νοημοσύνη ο καταλυτικός παράγοντας που θα διαμορφώσει την παγκόσμια τάξη στον 21ο αιώνα; Η απάντηση στο κρίσιμο αυτό ερώτημα αποκτά στη διεθνή συζήτηση ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε ένα ρευστό σκηνικό εντεινόμενων ανταγωνισμών και φυσικά ενεργών πολεμικών μετώπων (Ιράν, Ουκρανία, μεταξύ περίπου 130 συγκρούσεων συνολικά αυτή τη στιγμή στον πλανήτη, σύμφωνα με τη Διεθνή Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού). Αναμφίβολα, η τεχνολογία δεν θα μπορούσε να μη βρίσκεται στο επίκεντρο των διεθνών ανταγωνισμών, αφού, εδώ και αιώνες, αποτελεί καθοριστικό παράγοντα απόκτησης πλεονεκτήματος, είτε στο πεδίο της μάχης είτε γενικότερα στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας.
Η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης σήμερα έχει τις προοπτικές να αποτελέσει το κλειδί γεωπολιτικής και γεωοικονομικής επιρροής και κυριαρχίας των υπερδυνάμεων του πλανήτη, αλλά και να αναδειχθεί σε μετασχηματιστική δύναμη για τις διεθνείς σχέσεις, όπως βέβαια και σε παράγοντα όξυνσης των περιφερειακών οικονομικών ανισοτήτων.
Αμερική και Κίνα: Κυρίαρχες, με πολύ διαφορετικά μοντέλα
Σε ό,τι αφορά στις υπερδυνάμεις, Ηνωμένες Πολιτείες και Κίνα κυριαρχούν στο πεδίο της τεχνητής νοημοσύνης, αν και ακολουθούν πολύ διαφορετικά μονοπάτια. Σύμφωνα με ανάλυση της JP Morgan, το Πεκίνο είναι αυτό που επιδιώκει την κρατικά καθοδηγούμενη αυτονομία και τις εξαγωγές ανοιχτού κώδικα χαμηλού κόστους, ενώ η Ουάσιγκτον ποντάρει στην καινοτομία του ιδιωτικού τομέα, στην ανάπτυξη υποδομών και στην ενοποίηση στον τομέα της άμυνας. Πρόκειται για ένα βασικό γεωπολιτικό ρήγμα, όπως επισημαίνεται χαρακτηριστικά, καθώς ΗΠΑ και Κίνα ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωπες με τη διασταύρωση των δρόμων που έχουν επιλέξει και αναπόφευκτα θα πρέπει να επιλέξουν ποια κατεύθυνση θα ακολουθήσουν.
Τα αριθμητικά δεδομένα του AI Index Report 2026 που δημοσίευσε πρόσφατα το Stanford Institute for Human-Centered AI για ΗΠΑ και Κίνα, αποτυπώνουν την κυριαρχία των δύο χωρών στο πεδίο της τεχνητής νοημοσύνης, αλλά και τον σκληρό ανταγωνισμό τους, που παίρνει τον χαρακτήρα «κούρσας» και ενός «ψηφιακού Ψυχρού Πολέμου». Οι ιδιωτικές επενδύσεις στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης στις ΗΠΑ ανήλθαν το 2025 στα 285,9 δισεκατομμύρια δολάρια, υπερβαίνοντας κατά 23 φορές τα 12,4 δισεκατομμύρια δολάρια που επενδύθηκαν στην Κίνα (τα στοιχεία αφορούν ιδιωτικές επενδύσεις, χωρίς να υπολογίζονται οι συνολικές δαπάνες των κρατικών ταμείων της ασιατικής χώρας). Οι ΗΠΑ ηγήθηκαν, επίσης, της επιχειρηματικής δραστηριότητας με 1.953 νεοσύστατες εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης το 2025, δέκα φορές περισσότερες από την αμέσως επόμενη χώρα.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες λειτουργούν 5.427 κέντρα δεδομένων, αριθμός πάνω από δέκα φορές μεγαλύτερος από αυτόν οποιασδήποτε άλλης χώρας, υποδομές οι οποίες καταναλώνουν περισσότερη ενέργεια από οποιαδήποτε άλλη περιοχή του πλανήτη. Είναι ενδεικτικό ότι, μέχρι πρότινος, μία και μόνο εταιρεία, η TSMC, κατασκεύαζε σχεδόν όλους τους κορυφαίους επεξεργαστές τεχνητής νοημοσύνης, με αποτέλεσμα η παγκόσμια αλυσίδα εφοδιασμού υλικού ΑΙ να εξαρτάται από ένα μόνο εργοστάσιο παραγωγής στην Ταϊβάν (μόλις το 2025 άρχισε να λειτουργεί μια νέα μονάδα της εταιρείας στις ΗΠΑ).
Η Κίνα, την ίδια ώρα, κατέχει την παγκόσμια πρωτιά στον αριθμό των δημοσιεύσεων, των αναφορών και των χορηγηθέντων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, ενώ οι ΗΠΑ διατηρούν την πρωτιά στα διπλώματα ευρεσιτεχνίας με τη μεγαλύτερη επίδραση, παράγοντας 59 αξιοσημείωτα μοντέλα το 2025 έναντι 35 της Κίνας. Η Νότια Κορέα κατέχει την πρώτη θέση στα διπλώματα ευρεσιτεχνίας τεχνητής νοημοσύνης ανά κάτοικο, ενώ το μερίδιο της Κίνας στις 100 πιο αναφερόμενες εργασίες τεχνητής νοημοσύνης αυξήθηκε από 33 το 2021 σε 41 το 2024.
Η τεχνητή νοημοσύνη ως εργαλείο πολέμου
Μία άλλη πτυχή του ανταγωνισμού αποτελεί η εντεινόμενη κούρσα εξοπλισμών, η οποία αφορά όπλα και αμυντικά συστήματα που χρησιμοποιούν τεχνητή νοημοσύνη. Η χρήση της ΤΝ εξάλλου αποτελεί πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της πολεμικής πρακτικής. Πρόσφατη έκθεση του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ τόνιζε ότι η τεχνητή νοημοσύνη ήδη χρησιμοποιείται ευρέως σε στρατιωτικές επιχειρήσεις. Ανάλυση στόχων, αναγνώριση ατόμων, αυτόνομη πλοήγηση, αμυντικά συστήματα, χρήση ρομπότ για διάφορες δραστηριότητες είναι μόνο μερικές από τις εφαρμογές της ΤΝ. Ο πόλεμος στο Ιράν, αν και δεν είναι ο πρώτος στον οποίο αξιοποιήθηκαν εφαρμογές ΑΙ, εμπέδωσε τη χρήση της παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης (generative AI) ως όπλο πολέμου, καθώς ήταν η μεγαλύτερη απ’ ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη σύγκρουση.
Η ΤΝ φαίνεται να μεταμορφώνει τον τομέα της άμυνας και της αποτροπής. Οι ένοπλες δυνάμεις που θα ενσωματώσουν ταχύτερα την τεχνητή νοημοσύνη νομοτελειακά θα αποκτήσουν αποφασιστικά πλεονεκτήματα στο πεδίο της μάχης. Ασφαλώς, η ολοένα και μεγαλύτερη διείσδυση τεχνολογιών τεχνητής νοημοσύνης στις πολεμικές συγκρούσεις εγείρει αναπόφευκτα ηθικά διλήμματα σε σχέση με τους στόχους των επιθέσεων, ενώ ενέχει τον κίνδυνο ανεξέλεγκτης χρήσης φονικών όπλων.
Κατακερματισμός, εφοδιαστικές αλυσίδες και εργαλειοποίηση δεδομένων
Ο πόλεμος στο Ιράν όμως, πέρα από τη χρήση εφαρμογών ΤΝ στο πολεμικό πεδίο, έδειξε πως ο κατακερματισμός και οι αναταράξεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες μπορούν να έχουν επιπτώσεις στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης.
Η ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, που προκαλεί βραχυκύκλωμα στις διεθνείς μεταφορές, αποτελούν σημαντικούς παράγοντες διακινδύνευσης για τη συνέχιση επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη. Οι γεωπολιτικές εντάσεις θέτουν εμπόδια στον ομαλό εξοπλισμό των κέντρων δεδομένων, καθώς οι εφοδιαστικές αλυσίδες για κρίσιμα εξαρτήματα –από προηγμένα τσιπ έως καλώδια οπτικών ινών– βρίσκονται στη δίνη εμπορικών διαμαχών. Οι παραπάνω εξελίξεις επηρεάζουν άμεσα τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας, αφού οι επενδύσεις στην ΤΝ αποτέλεσαν τον επιταχυντή της παγκόσμιας ανάπτυξης και ένα αντίβαρο στις συνέπειες του κατακερματισμού που εντείνουν η δασμολογική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ και τα αντίποινα σε αυτή.
Συνεπώς, σε μία συγκυρία γεωοικονομικού κατακερματισμού και κλυδωνισμών στις εφοδιαστικές αλυσίδες, η ενέργεια και το hardware αποτελούν πλέον κρίσιμους παράγοντες υπεροχής. Οι ημιαγωγοί, τα κρίσιμα ορυκτά και η ικανότητα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας καθορίζουν ποιος μπορεί να αναπτύξει και να εξελίξει την τεχνητή νοημοσύνη και ποιος κινδυνεύει να μείνει πίσω.
Την ίδια ώρα, η πολιτικοποίηση των δεδομένων αποτελεί μέρος του ανταγωνισμού αυτού. Καθώς τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης γίνονται όλο και πιο ισχυρά, η κατοχή των δεδομένων στα οποία βασίζονται έχει μετατραπεί σε στρατηγικό πλεονέκτημα. Οι διασυνοριακές ροές δεδομένων τελούν πλέον υπό αυστηρότερη εποπτεία ή και άμεσους περιορισμούς στο όνομα (ή με το πρόσχημα) της «ψηφιακής κυριαρχίας». Κυβερνήσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση έως την Κίνα εφαρμόζουν νόμους για να διατηρήσουν τα ευαίσθητα δεδομένα εντός των συνόρων (και του ελέγχου) τους, υπό το φόβο ότι η επεξεργασία δεδομένων στο εξωτερικό θα μπορούσε να τις εκθέσει σε παρακολούθηση ή σε ξένη επιρροή, άρα και σε μια μειωμένη εθνική ασφάλεια.
Ο κίνδυνος να ανοίξει το χάσμα
Η ανάπτυξη της τεχνολογίας και των υποδομών ΤΝ μπορεί να εντείνει τις παγκόσμιες και περιφερειακές ανισότητες, προς όφελος των ήδη ισχυρών.
H Διάσκεψη του ΟΗΕ για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη (UNCTAD) προειδοποίησε ότι η «έκρηξη» των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη απειλεί να μεγαλώσει ακόμη περισσότερο το χάσμα στην παγκόσμια ανάπτυξη, αφήνοντας τις αναπτυσσόμενες οικονομίες ακόμη πιο πίσω σε σχέση με τις αναπτυγμένες. Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι οι επενδύσεις στον τομέα συγκεντρώνονται όλο και περισσότερο σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές: Περίπου το 75% των άμεσων ξένων επενδύσεων στις αναπτυσσόμενες οικονομίες κατευθύνεται πλέον σε δέκα μόνο χώρες (συμπεριλαμβανομένων μεγάλων οικονομιών όπως η Κίνα, η Βραζιλία, το Μεξικό, η Ινδονησία και η Ινδία), με αποτέλεσμα οι περισσότερες αναπτυσσόμενες χώρες —και σχεδόν όλες οι λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες— να δυσκολεύονται να προσελκύσουν κεφάλαια. Οι άμεσες ξένες επενδύσεις παραμένουν βασική πηγή χρηματοδότησης, θέσεων εργασίας, μεταφοράς τεχνολογίας και ενσωμάτωσης στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας. Όταν οι επενδύσεις επιβραδύνονται, συγκεντρώνονται ή μετατοπίζονται αλλού, χάνονται ευκαιρίες ανάπτυξης. Ακόμη, επισημαίνεται ότι οι γεωπολιτικές εντάσεις, ο στρατηγικός ανταγωνισμός και η αναδιάρθρωση των εφοδιαστικών αλυσίδων αναδιαμορφώνουν τον παγκόσμιο επενδυτικό χάρτη. Οι επιχειρήσεις κατευθύνουν όλο και περισσότερο τα κεφάλαιά τους προς αγορές που ευθυγραμμίζονται γεωπολιτικά και είναι περιφερειακά ενοποιημένες, ενώ οι κυβερνήσεις βασίζονται περισσότερο σε βιομηχανικές πολιτικές και μηχανισμούς ελέγχου για τη διαχείριση του κινδύνου. Έτσι, για τις χώρες που είναι καλά ενσωματωμένες στα περιφερειακά δίκτυα, αυτές οι αλλαγές ενδέχεται να προσφέρουν νέες ευκαιρίες, αντίθετα, για άλλες, αυξάνεται ο κίνδυνος να μείνουν ακόμη πιο πίσω.
Όλα τα παραπάνω αποτελούν ισχυρές ενδείξεις ότι η κατοχή τόσο τεχνολογίας όσο και υποδομών τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να αποτελέσει πηγή γεωπολιτικού πλεονεκτήματος. Η ΤΝ μπορεί να βελτιώσει πολλαπλώς την ανθρώπινη δραστηριότητα, όμως σε επίπεδο διεθνών σχέσεων, άμυνας και ασφάλειας, καθώς και οικονομίας, μπορεί να αποτελέσει προωθητή όξυνσης ανταγωνισμών και ανισοτήτων. Τα ηθικά ζητήματα υπάρχουν, είναι ξεκάθαρα. Συνεπώς, η ρύθμιση και οι –συλλογικές– θεσμικές λύσεις επείγουν.
(Ο Βαγγέλης Βιτζηλαίος είναι Συντονιστής Κύκλου Διεθνών & Ευρωπαϊκών Αναλύσεων Ινστιτούτου ΕΝΑ, Υποψήφιος Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Πειραιώς – H ανάλυση περιλαμβάνεται στο 33ο Δελτίο Διεθνών & Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του Ινστιτούτου ΕΝΑ)





























