Η ραγδαία ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης έχει αλλάξει σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο οι φοιτητές προσεγγίζουν τη συγγραφή ακαδημαϊκών εργασιών, δημιουργώντας παράλληλα νέες προκλήσεις για τα πανεπιστήμια σε ό,τι αφορά τη διασφάλιση της ακαδημαϊκής ακεραιότητας. Τα τελευταία χρόνια, τα πανεπιστήμια χρησιμοποιούν εξειδικευμένα λογισμικά ανίχνευσης λογοκλοπής, τα οποία συγκρίνουν το περιεχόμενο μιας εργασίας με τεράστιες βάσεις δεδομένων επιστημονικών άρθρων, βιβλίων και διαδικτυακών πηγών. Με τον τρόπο αυτό μπορούν να εντοπίσουν περιπτώσεις αντιγραφής, παραποιημένου περιεχομένου ή μη ορθής αναφοράς πηγών. Τα συστήματα αυτά δεν περιορίζονται μόνο στον εντοπισμό απλής αντιγραφής, αλλά μπορούν να αναγνωρίσουν και πιο σύνθετες μορφές λογοκλοπής, όπως η παράφραση κειμένων χωρίς αναφορά της πηγής ή η χρήση περιεχομένου που έχει δημιουργηθεί με εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης χωρίς την κατάλληλη τεκμηρίωση. Με δεδομένο ότι η συζήτηση γύρω από τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στην εκπαίδευση έρχεται όλο και πιο εντατικά στο προσκήνιο, τα πανεπιστήμια καλούνται να βρουν την ισορροπία ανάμεσα στη αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών και στη διατήρηση της αξιοπιστίας της ακαδημαϊκής διαδικασίας.
Παπαϊωάννου: Υπάρχουν εργαλεία για τον εντοπισμό λογοκλοπής στα πανεπιστήμια
Ο υφυπουργός Παιδείας Νίκος Παπαϊωάννου υπογράμμισε ότι τα ελληνικά πανεπιστήμια διαθέτουν πλέον εξειδικευμένα λογισμικά για τον εντοπισμό παραποιημένου περιεχομένου και λογοκλοπής σε ακαδημαϊκές εργασίες, απαντώντας σε επίκαιρη ερώτηση στη Βουλή. Όπως ανέφερε, υπάρχει ένα σαφές και συνεκτικό νομικό πλαίσιο με τον νόμο 4957/2022 που στοχεύει τόσο στην πρόληψη όσο και στην πειθαρχική αντιμετώπιση φαινομένων όπως η λογοκλοπή και η αγορά ακαδημαϊκών εργασιών.
Παράλληλα τόνισε ότι στα ανώτατα ιδρύματα λειτουργούν ειδικά συστήματα ελέγχου που μπορούν να διαπιστώσουν εάν μια πτυχιακή, μεταπτυχιακή ή άλλη ακαδημαϊκή εργασία είναι πρωτότυπη. Σε περιπτώσεις όπου εντοπίζεται λογοκλοπή, οι εργασίες απορρίπτονται, ενώ προβλέπονται και πειθαρχικές διαδικασίες. Παράλληλα, σε κάθε πανεπιστήμιο λειτουργεί Επιτροπή Ηθικής και Δεοντολογίας της Έρευνας, η οποία ελέγχει όχι μόνο τις φοιτητικές εργασίες αλλά και τα ερευνητικά προγράμματα, προκειμένου να αποφεύγεται η παραβίαση πνευματικών δικαιωμάτων.
Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά «σε κάθε πανεπιστήμιο με το ν.4957/22 έχουμε τη λειτουργία της Επιτροπής Ηθικής και Δεοντολογίας της Έρευνας. Διότι δεν είναι μόνο στο φοιτητή το θέμα το αν θα αντιγράψει ή δεν θα αντιγράψει, αλλά πρέπει να αποφύγουμε και τη δυνατότητα ερευνητικά προγράμματα, τα οποία κατατίθενται, να μην είναι προϊόν οποιασδήποτε τέτοιας κλοπής από τις ψηφιακές πλατφόρμες κ.λπ.. Επομένως, δεν είναι κάτι το οποίο το έχουμε αφήσει.»
Την ερώτηση στη Βουλή κατέθεσε ο βουλευτής Σπυρίδων Τσιρώνης, ο οποίος κατήγγειλε ότι τα τελευταία χρόνια έχουν αυξηθεί οι περιπτώσεις εταιρειών που διαφημίζουν συγγραφή ακαδημαϊκών εργασιών επί πληρωμή, αλλά και «εξπρές» πιστοποιήσεις ξένων γλωσσών και δεξιοτήτων που χρησιμοποιούνται για μοριοδότηση σε διαγωνισμούς του Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού. Όπως σημείωσε, τέτοιες πρακτικές δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για τη διαφάνεια και την αξιοπιστία του συστήματος, ενώ απαξιώνουν την προσπάθεια όσων αποκτούν τίτλους σπουδών με κόπο και πολυετή μελέτη.
Απαντώντας στις καταγγελίες, ο υφυπουργός διευκρίνισε ότι για τις πιστοποιήσεις και τα επαγγελματικά προσόντα αρμόδιος φορέας είναι ο Εθνικός Οργανισμός Πιστοποίησης Προσόντων και Επαγγελματικού Προσανατολισμού, ενώ για την αναγνώριση τίτλων σπουδών της αλλοδαπής υπεύθυνος είναι ο Διεπιστημονικός Οργανισμός Αναγνώρισης Τίτλων Ακαδημαϊκών και Πληροφόρησης.
Παράλληλα, επεσήμανε ότι πτυχία ή πιστοποιήσεις που αποκτώνται χωρίς ουσιαστική προσπάθεια έχουν περιορισμένη αξία, τονίζοντας πως η πραγματική γνώση και η αξιοκρατία παραμένουν βασικές προτεραιότητες της εκπαιδευτικής πολιτικής.
































