Ίσως το μεγαλύτερο λάθος που κάνει η αριστερά που θέλει να είναι κυβερνώσα, είναι όταν πείθεται πως για να έχει προοπτική εξουσίας πρέπει να απευθύνεται προς το λεγόμενο «κέντρο». Ότι η μάχη πρέπει να δίνεται στο «κέντρο», ότι χωρίς το «κέντρο» δεν υπάρχει κυβερνητική προοπτική κλπ..
Πρόκειται για ένα μύθο που δυστυχώς στηρίζεται και από το σύνολο σχεδόν των πολιτικών αναλυτών και δημοσκόπων, που κατ’ ευφημισμό έχουν μετατρέψει το «κέντρο» σε «κεντροαριστερά». Ωστόσο, δυο ιστορικά παραδείγματα αποδομούν τον μύθο και δείχνουν την πραγματικότητα.
Το πρώτο είναι η επι δεκαετίες κυριαρχία του δίπολου ΠΑΣΟΚ-ΝΔ. Όταν οι ψήφοι του «κέντρου» δεν επαρκούσαν το ΠΑΣΟΚ απευθυνόταν στην ευρύτερη αριστερά και την λεηλατούσε προβάλλοντας το δίλημμα, ψηφίστε πασοκ για να μην βγει η Δεξιά! «ΠΑΣΟΚ ή δεξιά», «πασοκ και άλλες προοδευτικές δυνάμεις». Έτσι οι προοδευτικοί και αριστεροί ψηφοφόροι αναγκάζονταν να ψηφίσουν το πασοκ όχι θετικά για το πρόγραμμα του, που τις τελευταίες δεκαετίες δεν διέφερε και πολύ από την ΝΔ, αλλά αρνητικά για να μην βγει η Δεξιά.
Το δεύτερο παράδειγμα είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ στην εποχή των μνημονίων, κέρδισε τις εκλογές γιατί απευθύνθηκε στους αντιμνημονιακούς πολίτες, δηλαδή κυρίως στον χώρο της ευρύτερης αριστεράς και όχι στο «κέντρο» που μαζί με την Δεξιά και το ΠΑΣΟΚ στήριζαν τα μνημόνια και μάλιστα με τον πιο προκλητικό και χυδαίο τρόπο «Γερούν γερά» και «βάστα Σόιμπλε»!
Βεβαίως σήμερα δεν έχουμε συνθήκες μνημονίων. Οι ερωτοτροπίες με το «κέντρο» λειτουργούν σαφώς υπέρ της ΝΔ και του κυρίου Μητσοτάκη και αυτό καταγράφεται στις μεγαλύτερες επιτυχίες του, αλλά και στα μεγαλύτερα λάθη της αριστεράς που θέλει να είναι κυβερνώσα.
Πρώτον. Όχι μόνο γιατί το περιβόητο «κέντρο» είναι κατειλημμένο από τον κο Μητσοτάκη, τους ακροκεντρώους και την δεξιά πτέρυγα του πασοκ. Ας μην ξεχνάμε ότι το μισό υπουργικό συμβούλιο προέρχεται από το πασοκ και αυτό κάποτε οφείλει να το εξηγήσει το πασοκ πρώτα απ όλα στον εαυτόν του.
Δεύτερον. Η βάση του «κέντρου» δεν ρισκάρει ούτε πειραματίζεται με αριστερές εναλλακτικές. Θέλει «σταθερότητα» (κατ’ ευφημισμό το λένε και «θεσμικότητα») και δεν προσφέρεται για να στηρίξει μια πραγματική αλλαγή πολιτικής και μάλιστα αριστερή. Το «κέντρο» από την φύση του είναι πάντα κέντρο, δηλαδή λίγο από εδώ και λίγο από εκεί και εν ολίγοις μία από τα ίδια.
Τρίτον. Και σημαντικότερο. Η «απεύθυνση» προς το «κέντρο» δυστυχώς απαιτεί και κεντρώες πολιτικές. Αν συνυπολογίσουμε και τον στενό δημοσιονομικό κορσέ που φαίνεται να έχει φορέσει ακόμα και στην αριστερά ο κος Μητσοτάκης, τότε καταλαβαίνει και ένα νήπιο, πως τον μόνο που ευνοεί αυτή η συνθήκη είναι τον ίδιο και την Δεξιά.
Είναι προφανές πως τους ψηφοφόρους που βρίσκονται πέραν και αριστερά του «κέντρου» και της δεξιάς σοσιαλδημοκρατίας, μόνο μια τολμηρή αριστερή πρόταση μπορεί να τους πείσει, να τους εμπνεύσει, να τους σηκώσει από τον καναπέ και να τους κινητοποιήσει και όχι μια πρόταση που αλληθωρίζει προς το «κέντρο» και ασφυκτιά εγκλωβισμένη μέσα σε έναν νεοφιλελεύθερο δημοσιονομικό κορσέ. Μια αριστερή πρόταση δεν μπορεί ποτέ να εγκλωβίζεται στο εφικτό αλλά να παλεύει για να το διευρύνει.
Ο Μαμντάνι δεν έπεισε με «κεντροαριστερές» πολιτικές, ούτε η μουσουλμάνα Elif Eralp του Die Linke στο Βερολίνο, αλλά με τολμηρές αριστερές πολιτικές. Η γονατισμένη ελληνική κοινωνία δεν πείθεται πια ακούγοντας τους όρους που περιέχουν την λέξη κέντρο. «Κεντροδεξιά», «κεντροαριστερά», «ακροκεντρώοι». Τους θεωρεί παντελώς αναξιόπιστους, τους έχει ζήσει στο πετσί της, έχει απαυδήσει και βυθίζεται στον καναπέ της. Η δεξιά σοσιαλδημοκρατία έχει καταρρεύσει ανεπιστρεπτί. Κόμματα και θεσμοί και ο λεγόμενος προοδευτικός χώρος έχουν απαξιωθεί και κυρίως έτσι εξηγούνται και τα τελματωμένα δημοσκοπικά ποσοστά..
Σήμερα, τα αριθμητικά αθροίσματα των λεγόμενων προοδευτικών δυνάμεων για να πέσει η Δεξιά, όχι μόνο είναι παντελώς αναξιόπιστα αλλά είναι και μαθηματικώς ανεφάρμοστα.
Η κοινωνία ποθεί το πραγματικά καινούργιο και αυτό δεν πρέπει να το ξεχνά η αριστερά. Ποθεί το καινούργιο που μόνο ριζοσπαστικό μπορεί να είναι, χωρίς «κεντρώα» στρογγυλώματα. Το τολμηρά καινούργιο γιατί μόνο αυτό μπορεί να την γοητεύσει και να αποτελέσει τον καταλύτη για την απαραίτητη ανασύνθεση και ανασυγκρότηση των λεγόμενων προοδευτικών δυνάμεων και την ουσιαστική συνεργασία τους που θα ρίξει την Δεξιά και τον νεοφιλελευθερισμό.
Ο αλληλοσπαραγμός της ΕΛ.Α.Σ. και του πασοκ, με την κύρια ευθύνη των επιθέσεων να ανήκει στην ηγεσία του πασοκ και στο παραδοσιακό μίσος του αντισύριζα μετώπου, μόνο κακό κάνει και σκοπίμως υπονομεύει κάθε μελλοντική συνεργασία μεταξύ τους.
Οι ερχόμενες εκλογές δεν θα κάνουν θαύματα, αλλά αντικειμενικά θα λειτουργήσουν ως ένας δείκτης της προοπτικής που θα γκρεμίσει την Δεξιά για να ανασάνει η κοινωνία... Όλα τα άλλα είναι μία από τα ίδια και δεν πείθουν κανέναν..
(Ο Τάκης Ψαρίδης είναι δημοσιογράφος - συγγραφέας)
































