Από τις πρώτες μέρες της δεύτερης θητείας Τραμπ, το ερώτημα που πλανιόταν στην Αθήνα ήταν: Αν κάποια στιγμή προκύψει μια ελληνοτουρκική κρίση, τι στάση θα κρατήσει αυτή η νέα Αμερική; Θα ακολουθήσει την παραδοσιακή συνταγή, με μια μεσολάβηση α-λα-Χόλμπρουκ για να εκτονωθεί γρήγορα η κρίση; Θα αντιδράσει με κάποιο νέο, απρόβλεπτο και λιγότερο ισορροπημένο τρόπο; Ή μήπως δεν θα αντιδράσει καθόλου, αφήνοντας την κρίση να εξελιχθεί και να δημιουργήσει νέα δεδομένα, πριν πάρει θέση;
Η απάντηση σε ερωτήματα σαν αυτά προϋπέθετε, βέβαια, την απάντηση σε ένα άλλο ερώτημα, που λογικά προηγείτο: Από ποιο κανάλι της Ουάσιγκτον θα περνούσε η διαχείριση μιας τέτοιας κρίσης; Από το παραδοσιακό του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, με βάση τους παραδοσιακούς του κανόνες, ή απ’ ευθείας από τον Λευκό Οίκο, στο ανεξερεύνητο έδαφος των προεδρικών ενστίκτων; Κι αν τα πράγματα εξελιχθούν με το δεύτερο σενάριο, τι θα μπορούσε να κάνει η Αθήνα για να εξισορροπήσει την δυνατότητα απ’ ευθείας επικοινωνίας του Τούρκου ηγέτη μ’ έναν Αμερικανό Πρόεδρο που δεν κρύβει τα αισθήματά του για εκείνον; «I like him a lot»- ήταν η τελευταία καταγεγραμμένη δημόσια δήλωση του Τραμπ για τον Ερντογάν.
Η επίσκεψη Ρούμπιο στην Αθήνα, πέρα από την φαντασμαγορική διάστασή της, αντιμετωπίστηκε από την επίσημη Αθήνα ως μια ανακουφιστική λύση στο αίνιγμα. Αποκαταστάθηκε- έλεγαν οι εντός των τειχών- ένα λειτουργικό κανάλι επικοινωνίας με κάποιον που είναι επικεφαλής τόσο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ όσο και του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας και που μπορεί, συνεπώς, να έχει άμεση πρόσβαση «στο αυτί» του Προέδρου.
Η αισιοδοξία διήρκεσε 48 ώρες. Η αναγγελία της συμφωνίας Τραμπ- Πούτιν για την διάθεση ρωσικού diesel στην αμερικανική και άλλες αγορές- ανεξάρτητα από τις επιπτώσεις που θα έχει (ή δεν θα έχει) στις τιμές της ενέργειας, ανεξάρτητα και από τις βέβαιες επιπτώσεις της στην εξέλιξη του πολέμου, στις σχέσεις των ΗΠΑ με την Ευρώπη και τις εσωτερικές ισορροπίες στη ίδια την Ευρώπη- διαλύει κάθε αυταπάτη ως προς ποια είναι η διαδικασία λήψης αποφάσεων στην Ουάσιγκτον.
Ο Τραμπ είχε μόλις υπογράψει νομοθετική πράξη που προέβλεπε αυστηρότερες κυρώσεις στην Ρωσία και βαριά τιμωρία, μέσω δασμών, για όποια χώρα συλλαμβανόταν να προμηθεύεται ρωσικό πετρέλαιο. Τρεις μόνον εβδομάδες αργότερα, κάνει ξαφνικά και εντελώς απροειδοποίητα μια στροφή 180 μοιρών και ανακοινώνει μια συμφωνία που δίνει στην Ρωσία την ελευθερία να διαθέσει εκατοντάδες χιλιάδες τόνους diesel στις αγορές από τις οποίες την είχε αποκλείσει. Τι μεσολάβησε; Δυο-τρία κύματα δημοσκοπήσεων, με όλο και πιο δυσοίωνες προγνώσεις για τους υποψηφίους των Ρεπουμπλικάνων στις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου. Ιδίως σε πολιτείες με μεγάλη αγροτική παραγωγή όπου οι καλλιέργειες εξαρτώνται από το diesel, οι οποίες από ρεπουμπλικανικά κάστρα, όπως το Τέξας, το Κάνσας, η Αϊόβα, μετατράπηκαν αίφνης σε δύσκολα πεδία αμφίρροπων εκλογικών μαχών.
Η κίνηση ανοίγει μια σειρά από ερωτήματα που δεν έχουν ακόμη απάντηση. Πώς θα επιδράσει η απελευθέρωση των ρωσικών εξαγωγών diesel στις τιμές; Τι επίπτωση θα έχει το δώρο του Τραμπ στον Πούτιν στις ισορροπίες στο πολεμικό μέτωπο; Πώς θα αντιδράσει η Ευρώπη; Πόσο θα επηρεάσει τις εσωτερικές της πολιτικές ισορροπίες αυτή η επιπλέον πολιτική πίεση; Σε κανένα από τα ερωτήματα αυτά δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή απάντηση- ούτε καν στο πρώτο. Πολλοί ειδικοί, στις πρώτες τους εκτιμήσεις, φοβούνται ότι η συμφωνία με τον Πούτιν θα έχει βαριές πολιτικές συνέπειες αλλά οριακή μόνον επίδραση στις τιμές.
Από την σκοπιά της Αθήνας, όμως, τα πράγματα είναι- δυστυχώς- πολύ πιο απλά, διαυγή και δυσοίωνα. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς τι σημαίνει η κίνηση Τραμπ, που συνοδεύτηκε μάλιστα από μια παρότρυνση στην Ουκρανία να αλλάξει Προέδρο και να βρει κάποιον διατεθειμένο να συμβιβαστεί με τις ρωσικές αξιώσεις, για μια χώρα όπως η Ελλάδα. Ο πρωθυπουργός της οποίας, μόλις την περασμένη Παρασκευή, επαναλάμβανε ότι «από την πρώτη στιγμή τάχθηκε με το μέρος της Ουκρανίας, διότι ήταν η αμυνόμενη και διότι κάποιος πήγε να εισβάλει και να την κατακτήσει». Και η οποία περιγράφει τον εαυτό της ως «χώρα που έχουμε οικοδομήσει την εξωτερική μας πολιτική πάνω στο Διεθνές Δίκαιο και στο απαραβίαστο των συνόρων».
Μέσα σε 48 ώρες, έγινε φανερό- και σε όσους παραληρούσαν ενθουσιασμένοι με τις αναφορές του Ρούμπιο στην κλασσική Ελλάδα και το χρέος της Δύσης σε αυτήν- ότι το αληθινό τεστ για τον λόγο της Πνύκας είναι η εφαρμογή του στο Κίεβο. Εκεί φανερώνονται οι συνέπειες, για μια χώρα που στηρίζεται στο διεθνές δίκαιο, της παραδοχής πως το εθνικό συμφέρον του ισχυρού είναι υπέρτερο κανόνων, συμμαχιών και διεθνών θεσμών.
(Ο Παύλος Τσίμας είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας - Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Τα Νέα»)





























