Το κομματικό σύστημα μοιάζει με αρχιπέλαγος όπου οι κομματικές βεβαιότητες, οι εντάσεις και ο απορριπτικός λόγος, συχνά συνοδευόμενος από παραισθητικές εικόνες μοναδικότητας ή μεγαλείου, κυριαρχούν.
Η κομματική πόλωση συνήθως αποδίδεται στις μεγάλες διαιρέσεις του παρελθόντος (εμφύλιοι, καχεκτική δημοκρατία, δικτατορίες, χρεοκοπία κ.ά.). Οχι άδικα. Αποδίδεται επίσης στον «χαρακτήρα του Ελληνα». Ετσι όμως υποτιμάται κάτι πιο κοντινό: η επίδραση του εκλογικού νόμου. Το εκλογικό σύστημα δεν είναι απλός τεχνικός μηχανισμός. Είναι και πολιτικοψυχολογικός. Μέσα από μακρά μάθηση, επηρεάζει σημαντικά την κουλτούρα και τα αντανακλαστικά και του κομματικού προσωπικού και των εκλογέων.
Πόλωση, πόλωση, πόλωση
Πλειοψηφικό για τα δύο μεγάλα κόμματα. Το σύστημα της ενισχυμένης αναλογικής αποσκοπεί στην ενίσχυση σε έδρες του πρώτου κόμματος με σκοπό τη δημιουργία μονοκομματικών σταθερών κυβερνήσεων. Συνολικά, το έχει καταφέρει. Ωστόσο, η πιο σημαντική επιρροή που έχει ασκήσει δεν βρίσκεται στον περιορισμό της «ιδεατής αναλογικότητας» μεταξύ ψήφων και εδρών, αλλά στην τροποποίηση της κατανομής των ψήφων. Ειδικότερα, η κατανόηση από σημαντικό τμήμα του εκλογικού πληθυσμού της ψήφου ως «χρήσιμης» ή «χαμένης» –η τακτική ψήφος– υπήρξε ο κρίσιμος πολιτικά και ψυχολογικά μηχανισμός που στο παρελθόν οδήγησε ταυτόχρονα (ή εναλλακτικά) στην ενδυνάμωση των δύο μεγαλύτερων κομμάτων.
Σύμφωνα με μέτρησή μας, για την περίοδο 1974-2024, οι μέσοι όροι του πρώτου και του δεύτερου κόμματος στην Ελλάδα και στο Ηνωμένο Βασίλειο, το αρχέτυπο του πλειοψηφικού συστήματος, είναι περίπου ίδιοι (Ελλάδα, πρώτο κόμμα: 41,61%, Η.Β., πρώτο κόμμα: 39,94%, Ελλάδα, δεύτερο κόμμα: 32,11%, Η.Β. δεύτερο κόμμα: 32,33%). Oταν κανείς εστιάζει στην κατανομή της ψήφου, όχι στις έδρες, το σύστημα της ενισχυμένης αναλογικής λειτουργεί, ή τουλάχιστον λειτούργησε, σαν κλασικό πλειοψηφικό για τα δύο μεγαλύτερα κόμματα. Oχι όμως για τα μικρότερα, καθώς το δικό μας σύστημα είναι ταυτόχρονα πολύ πιο αναλογικό από το βρετανικό. Το δικό μας, εντούτοις, οδηγεί σε μεγαλύτερη πόλωση.
Κλειδί το «επαρκές μέγεθος»
Στη σύγχρονη εκδοχή της, η ενισχυμένη αναλογική, λόγω του μπόνους, οξύνοντας τον ανταγωνισμό για την κατάληψη της τόσο προνομιακής πρώτης θέσης, καθιστά εξ αντανακλάσεως εξόχως προνομιακή και τη δεύτερη. Το δεύτερο σε ψήφους κόμμα είναι το μόνο που δικαιούται, λόγω μεγέθους –υπό τον όρο ότι έχει «επαρκές μέγεθος»–, να προσβλέπει στην πρώτη θέση.
Σήμερα, λοιπόν, με δεδομένη την εξασθένηση της Κεντροαριστεράς - Αριστεράς, το «επαρκές μέγεθος» είναι το κλειδί. Εάν ένα κόμμα εκ των δύο, η ΕΛΑΣ ή το ΠΑΣΟΚ, αποκτήσει «επαρκές μέγεθος» ώστε να βλέπει εξουσία – στον παρόντα χρόνο στερούνται και τα δύο του επαρκούς μεγέθους–, τότε η ενισχυμένη αναλογική θα λειτουργήσει σαν (σχεδόν) πλειοψηφικό για τα δύο μεγαλύτερα κόμματα (στις ψήφους· στις έδρες θα ωφεληθεί το πρώτο κόμμα). Εάν ούτε η ΕΛΑΣ ούτε το ΠΑΣΟΚ το καταφέρουν, τότε η πλειοψηφική κλίση του εκλογικού συστήματος θα ευνοήσει, όσο ευνοήσει, λόγω της φθοράς της, μόνο τη Ν.Δ. Συνεπώς, η ΕΛΑΣ και το ΠΑΣΟΚ επιχειρούν, παρότι δεν είμαστε ακόμη σε προεκλογική περίοδο, να καταλάβουν εκείνη τη (δημοσκοπική) θέση ώστε να καταστήσουν τη «χρήσιμη» ψήφο πλεονέκτημα για τα ίδια και τη «χαμένη» μειονέκτημα για τον ανταγωνιστή τους. Αυτό δεν μπορεί να γίνει με συνεργασία. Μπορεί μόνο με σύγκρουση.
Σύστημα εχθρικό σε συνασπισμούς
Μα γιατί δεν συνεργάζονται ΕΛΑΣ και ΠΑΣΟΚ ώστε να υπάρξει πολιτική αλλαγή, την οποία φαίνεται να επιθυμεί η πλειοψηφία του εκλογικού σώματος; Το «πριμ πλειοψηφίας» δίνεται στα «αυτοτελή» κόμματα. Το μπόνους αποδίδεται σε συνασπισμό «μόνον εάν ο μέσος όρος της δύναμης των κομμάτων, που τον απαρτίζουν, είναι μεγαλύτερος από τη δύναμη του αυτοτελούς κόμματος». Η σχετική διάταξη είναι απίστευτης εφευρετικότητας και αντιδημοκρατικότητας (παράδειγμα: εάν η Ν.Δ. ως αυτοτελές κόμμα πάρει 25% και μια συνεργασία ΕΛΑΣ - ΠΑΣΟΚ πάρει 49%, το μπόνους θα πάει στη Ν.Δ.). Ως συνέπεια, το εκλογικό σύστημα καθιστά σχεδόν απαγορευτική τη στρατηγική συνεργασιών συγγενών κομμάτων με προοπτική εξουσίας. Τα ωθεί ή σε συγχώνευση ή σε μεταξύ τους σύγκρουση. Η μη συνεργατική στρατηγική, και άρα η πόλωση, είναι η μόνη ορθολογική επιλογή.
Και από τους μικρούς
Το σύστημά μας έχει, σε αντίθεση με τα κλασικά πλειοψηφικά, μια ισχυρή αναλογική διάσταση, με την εξαίρεση του ορίου του 3%. Αυτό ωθεί στη συνεχή δημιουργία μικρών κομμάτων, ιδίως μέσω διασπάσεων. Τα μικρά κόμματα σήμερα ανθούν – για χίλιους λόγους. Η αύξηση του αριθμού των μικρών παικτών καθιστά τις αυτοδυναμίες πιο δύσκολες. Συνακόλουθα, οι «μεγάλοι» πολώνουν (για να προκαλέσουν την τακτική ψήφο υπέρ τους) και οι «μικροί» επιλέγουν την αδιαλλαξία –δηλαδή πολώνουν και από τη δική τους μεριά– ώστε να μην απορροφηθεί το εκλογικό τους σώμα από τα μεγαλύτερα κόμματα. Eτσι, ο συνδυασμός της πλειοψηφικής και της αναλογικής κλίσης αυξάνει αντί να μειώνει την πόλωση.
Και από το Κέντρο
Αξίζει να σημειωθεί ότι στην Ελλάδα η πόλωση οργανώνεται αποκλειστικά από το πολιτικό Κέντρο. Το σύστημά μας, λόγω του σταυρού, δεν οδηγεί στη δυαδική πόλωση εντός κάθε εκλογικής περιφέρειας, όπως γίνεται για παράδειγμα στο Ηνωμένο Βασίλειο με τις μονοεδρικές περιφέρειες ενός γύρου. Εδώ, η τοπική μάχη είναι προπάντων εσωκομματική, αφορά το κυνήγι του σταυρού εντός του κάθε συνδυασμού. Η βουλευτής Σία Αναγνωστοπούλου έχει ονομάσει αυτόν τον εσωτερικό ανταγωνισμό «κλωτσοπατινάδα». Καλύτερα θα ήταν δύσκολο να ειπωθεί. Η πόλωση, συνεπώς, τροφοδοτείται από το Κέντρο και κυρίως από αυτό. Είναι πιο δομημένη σε σύγκριση με άλλες χώρες.
Η γενικευμένη πόλωση, είτε λελογισμένη είτε ξέφρενη, ο πόλεμος όλων εναντίον όλων, είναι το σωρευτικό αποτέλεσμα των ανωτέρω χαρακτηριστικών.
Ο νικητής των ηττημένων
Τα τρία σημαντικότερα πολιτικά κόμματα του παρόντος έχουν πλήρως προσαρμοστεί στη λογική του εκλογικού συστήματος. Το «αυτοδυναμία και σταθερότητα» της Ν.Δ., το «ή εμείς ή κανείς» της ΕΛΑΣ, το «πρώτοι έστω και με μία ψήφο διαφορά» του ΠΑΣΟΚ είναι εκδοχές αυτής της προσαρμογής. Το «δεν συνεργαζόμαστε με κανέναν», μότο όλων σχεδόν των μικρών κομμάτων (με την εξαίρεση της Νέας Αριστεράς, του Κινήματος Δημοκρατίας και του σημερινού μικρού ΣΥΡΙΖΑ), είναι και αυτό έκφραση αμυντικής προσαρμογής στον εκλογικό νόμο. Ολοι, μικροί και μεγάλοι, συμπεριφέρονται ως εάν να διεκδικούν «αυτοδυναμία». Τα κόμματα βέβαια υπάρχουν για να διαφέρουν. Τέτοιες όμως στάσεις θα ήταν αδιανόητες με ένα σύστημα απλής αναλογικής ή, ακόμη, με ένα πλειοψηφικό δύο γύρων. Συνεργασίες, εάν δεν υπάρξει αυτοδυναμία, τελικά θα γίνουν, όπως έχουν γίνει, και με επιτυχία, στο παρελθόν. Αλλά υπό την ισχυρή αιγίδα του νικητή.
Το εκλογικό σύστημα δίνει το πλαίσιο. Περιγράφει τη θεσμική και πολιτικο-ψυχολογική δομή ευκαιριών. Δεν υποκαθιστά τα πολιτικά υποκείμενα. Ούτε «κάνει τη δουλειά» στη θέση τους. Δεν μπορεί να καταστήσει ελκυστικούς γκρίζους μέτριους παίκτες, ούτε να μικρύνει λαμπερούς πρωταγωνιστές. Βέβαια, το τι κάνουν η Ν.Δ., η ΕΛΑΣ και το ΠΑΣΟΚ δεν είναι το θέμα μας εδώ. Θα αναφέρω όμως, ως παρέκβαση, μια λέξη για την αντιπολίτευση. Η ΕΛΑΣ και το ΠΑΣΟΚ θα κριθούν όχι με κριτήριο το ποιος θα επικρατήσει του άλλου, αλλά με κριτήριο το αν θα διαμορφώσουν συνθήκες για αλλαγή διακυβέρνησης. Το ποιος θα είναι ο νικητής μεταξύ των ηττημένων αφορά μόνο το μακρινό μέλλον και έναν μικρό μικρόκοσμο.
Παρενθέσεις και κενολογίες
Η γενικευμένη πόλωση δεν σημαίνει αναγκαστικά μεγάλη ιδεολογική απόσταση μεταξύ των βασικών κομμάτων. Σημαίνει, ωστόσο, και αυτό. Για πολλά όμως κόμματα, κυρίως τα μεγάλα, η πόλωση είναι κυρίως ψυχολογική. Στη Μεταπολίτευση διεξήχθησαν 20 εκλογές. Οι 16 με μια μορφή ενισχυμένης αναλογικής, οι 4 με μια μορφή απλής αναλογικής (1989, 1990, 2023 Μάιος). Στην πραγματικότητα, η «ενισχυμένη αναλογική» είναι αποδυναμωμένη αναλογική ή, σύμφωνα με τον Θανάση Διαμαντόπουλο, «αναλογική πλειοψηφικής κλίσης».
Σε κάθε περίπτωση, η φιλοσοφία της ενισχυμένης αναλογικής έχει γίνει, μέσω της επανάληψης, κουλτούρα. Και όπως κάθε κουλτούρα έχει αποκτήσει πολιτική αυτοτέλεια. Και η πόλωση πλέον έχει αυτοτέλεια. Aλλωστε, στη μακρά διάρκεια, συχνά ένα αποτέλεσμα μετατρέπεται σε αίτιο και το αίτιο σε αποτέλεσμα. Ως κουλτούρα, συνεπώς, η πόλωση δεν αλλάζει με μια «παρενθετική εκλογή», όπως η εκλογή με απλή αναλογική του Μαΐου 2023. Αυτό που γράφηκε τότε, «τα ελληνικά κόμματα δεν έχουν κουλτούρα συνεργασιών», είναι μια κενολογία. Πραγματιστική, με δόση αλήθειας μεν, κενολογία δε.
Η πόλωση κουράζει. Είναι «άγαρμπη» και περιορίζει την πολιτική ευελιξία. Καθιστά μη αντιμετωπίσιμα προβλήματα που είναι αντιμετωπίσιμα. Πολλοί καλοπροαίρετα αναδεικνύουν την τρέλα που παράγει. Πολλοί όμως εξ αυτών των πολλών παραμένουν στέρεοι υποστηρικτές του υπάρχοντος εκλογικού συστήματος (γιατί ευνοεί την κυβερνητική σταθερότητα, ενώ δεν εμποδίζει την εκπροσώπηση των μικρότερων πολιτικών ρευμάτων). Σωστά. Ομως, δυστυχώς, τα πράγματα έχουν τον δικό τους ορθολογισμό. Οποιος δεν θέλει τόση πόλωση, ας προτείνει άλλο εκλογικό σύστημα. Οποιος θέλει διατήρηση αυτού του συστήματος, ας μη γράφει κείμενα κατά της πόλωσης.
(Ο Γεράσιμος Μοσχονάς είναι μέλος της διοικούσας επιτροπής του Κέντρου Πολιτικών Ερευνών, Πάντειο Πανεπιστήμιο-Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Η Καθημερινή" της Κυριακής)





























