Βρισκόμαστε σε μια περίοδο βαθιάς υποχώρησης της διεθνούς ανθρωπιστικής χρηματοδότησης, τη στιγμή ακριβώς που οι ανάγκες που προκαλούν οι πόλεμοι, οι διώξεις και ο αναγκαστικός εκτοπισμός αυξάνονται. Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες αντιμετωπίζει μία από τις σοβαρότερες χρηματοδοτικές κρίσεις της ιστορίας της. Η αμερικανική συνεισφορά, σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται το Reuters, μειώθηκε από περισσότερα από 800 εκατομμύρια δολάρια το 2025 σε περίπου 110 εκατομμύρια το 2026. Σε παγκόσμιο επίπεδο, η UNHCR έχει προειδοποιήσει ότι περικοπές και αναστολές προγραμμάτων ύψους περίπου 1,4 δισ. δολαρίων ενδέχεται να στερήσουν κρίσιμη βοήθεια από εκατομμύρια βίαια εκτοπισμένους ανθρώπους.
Οι αριθμοί αυτοί δεν αποτυπώνουν, ωστόσο, το πραγματικό κοινωνικό κόστος. Πίσω τους βρίσκονται λιγότερες υπηρεσίες προστασίας, ψυχικής υγείας και ψυχοκοινωνικής υποστήριξης, μικρότερη πρόσβαση σε νομική βοήθεια, διερμηνεία, στέγαση και κοινωνική ένταξη.
Ασυνόδευτα στο απόσπασμα
Στην Ελλάδα, οι αιφνίδιες περικοπές στη χρηματοδότηση της UNHCR, που ξεπέρασαν το 50% το 2025, οδήγησαν στη διακοπή ή στον δραστικό περιορισμό σημαντικών παρεμβάσεων συνεργαζόμενων φορέων: υπηρεσιών για επιζώσες βίας και παιδιά, διά ζώσης διερμηνείας, γραμμών ψυχοκοινωνικής υποστήριξης, δράσεων παιδικής προστασίας και ενδυνάμωσης νέων.
Η ανησυχία αυτή γίνεται ακόμη μεγαλύτερη αν συνυπολογίσουμε τις πρόσφατες εξελίξεις στο πεδίο της προστασίας των ασυνόδευτων ανηλίκων. Μέσα στο καλοκαίρι έκλεισαν έξι ξενώνες φιλοξενίας ασυνόδευτων παιδιών, σηματοδοτώντας ένα ανησυχητικό βήμα προς τα πίσω σε ένα πεδίο στο οποίο η χώρα είχε επενδύσει σημαντικά τα προηγούμενα χρόνια. Για τα παιδιά αυτά, οι ξενώνες φιλοξενίας δεν αποτελούν απλώς έναν χώρο στέγασης, αλλά πλαίσιο προστασίας, καθημερινής φροντίδας και ψυχοκοινωνικής υποστήριξης, μέσα στο οποίο αναπτύσσονται σχέσεις εμπιστοσύνης με επαγγελματίες και συνομηλίκους. Η διακοπή αυτής της συνέχειας και οι επαναλαμβανόμενες μετακινήσεις μπορούν να ενισχύσουν την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια και να επιβαρύνουν περαιτέρω την ψυχική υγεία παιδιών που έχουν ήδη βιώσει απώλεια, αποχωρισμό και συχνά πολλαπλές μορφές βίας και εκτοπισμού. Πολύ περισσότερο όταν η εναλλακτική είναι η επιστροφή ή η μεταφορά τους σε μεγάλες ανοιχτές δομές φιλοξενίας (camps), ένα περιβάλλον που δύσκολα μπορεί να προσφέρει την ίδια συνέχεια εξατομικευμένης φροντίδας και σταθερών σχέσεων αναφοράς. Η προστασία της ψυχικής υγείας των ασυνόδευτων ανηλίκων προϋποθέτει, επομένως, όχι μόνο υπηρεσίες ψυχικής υγείας, αλλά σταθερότητα, συνέχεια της φροντίδας και σχέσεις εμπιστοσύνης.
Λιτότητα στην ανθρωπιά
Μέσα σε αυτό το διεθνές περιβάλλον συρρίκνωσης των μηχανισμών προστασίας, μια πρόσφατη απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία. Στις 7 Αυγούστου 2026, η αμερικανική κυβέρνηση ανέθεσε στην οργάνωση Our Rescue, πρώην Operation Underground Railroad, σύμβαση για την παροχή νομικών υπηρεσιών σε ασυνόδευτα παιδιά μεταναστών, η αξία της οποίας μπορεί να φτάσει τα 244 εκατομμύρια δολάρια. Η ανάθεση έγινε χωρίς ανοικτή διαγωνιστική διαδικασία.
Η επιλογή προκαλεί εύλογα ερωτήματα. Η Our Rescue έγινε ευρύτερα γνωστή μέσα από τη σύνδεσή της με την ταινία Sound of Freedom (2023), η οποία είναι εμπνευσμένη από τη δράση του ιδρυτή της, Tim Ballard, και της τότε Operation Underground Railroad. Στην ταινία, ο Jim Caviezel υποδύεται τον Ballard, έναν πρώην ομοσπονδιακό πράκτορα που εγκαταλείπει την υπηρεσία του και επιχειρεί να διασώσει παιδιά από κυκλώματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης στην Κολομβία. Η παραγωγή είναι βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα, αν και η ακρίβεια επιμέρους στοιχείων της ιστορίας έχει αποτελέσει αντικείμενο δημόσιας συζήτησης.
{https://www.youtube.com/watch?v=UwSBQWI-bek}
Η δημόσια εικόνα της οργάνωσης, ωστόσο, έχει έκτοτε επιβαρυνθεί σημαντικά. Ο Ballard αποχώρησε το 2023, εν μέσω σοβαρών καταγγελιών γυναικών για σεξουαλική κακοποίηση και εκμετάλλευση, τις οποίες ο ίδιος αρνείται.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί σοβαρές επικρίσεις για προηγούμενες «επιχειρήσεις διάσωσης» της οργάνωσης και για το κατά πόσο οι πρακτικές που εφαρμόζονταν διασφάλιζαν επαρκώς την προστασία των ίδιων των θυμάτων.
Το ερώτημα επομένως δεν αφορά μόνο το αμφιλεγόμενο παρελθόν ενός ιδρυτή. Είναι βαθύτερα θεσμικό: με ποια κριτήρια και με ποιες εγγυήσεις διαφάνειας ένας φορέας χωρίς αντίστοιχη αποδεδειγμένη εμπειρία στη νομική εκπροσώπηση ασυνόδευτων παιδιών επιλέγεται χωρίς ανταγωνιστική διαδικασία για μια σύμβαση εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων;
Η αντίφαση γίνεται εντονότερη αν δούμε τι είχε προηγηθεί. Η κυβέρνηση Τραμπ σταμάτησε αρχικά τις πληρωμές και στη συνέχεια διέκοψε τη συνεργασία με το Acacia Center for Justice. Μέσω ενός δικτύου περίπου 100 εξειδικευμένων οργανώσεων, το Acacia παρείχε νομική υποστήριξη σε χιλιάδες ασυνόδευτα παιδιά. Η διακοπή της χρηματοδότησης έθεσε σε κίνδυνο τη συνέχιση της νομικής βοήθειας για περίπου 26.000 παιδιά.
Την ίδια περίοδο, η κυβέρνηση σχεδίαζε απευθείας ανάθεση έως 150 εκατομμυρίων δολαρίων στην Burke Law Group, μια μικρή δικηγορική εταιρεία του Τέξας, συνιδρύτρια της οποίας είχε υπηρετήσει στην πρώτη κυβέρνηση Τραμπ και η οποία διέθετε περιορισμένη εμπειρία στο μεταναστευτικό δίκαιο. Η εταιρεία τελικά δεν αποδέχθηκε τη σύμβαση. Παραμένει όμως το πολιτικό ερώτημα που δημιουργεί αυτή η αλληλουχία αποφάσεων.
Τα δικά του παιδιά
Διότι εδώ δεν φαίνεται να έχουμε απλώς μια πολιτική «λιγότερου κράτους» ή δημοσιονομικής περιστολής. Έχουμε μια επιλεκτική ανακατανομή δημόσιων πόρων. Από τη μία πλευρά, περιορίζεται δραστικά η χρηματοδότηση διεθνών οργανισμών, ανθρωπιστικών παρεμβάσεων και καθιερωμένων δικτύων προστασίας. Από την άλλη, εμφανίζονται διαθέσιμοι εξαιρετικά μεγάλοι πόροι για νέους αναδόχους, ακόμη και μέσω απευθείας αναθέσεων.
Το ίδιο ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο συναντάται και αλλού. Δεκάδες ομοσπονδιακές ερευνητικές επιχορηγήσεις που αφορούσαν την υγεία ΛΟΑΤΚΙ+ ανθρώπων ακυρώθηκαν, μεταξύ άλλων για έρευνες σχετικά με τον HIV, τον καρκίνο και την αυτοκτονικότητα των νέων. Παράλληλα, η σύγκρουση της κυβέρνησης με μεγάλα αμερικανικά πανεπιστήμια, μέσα και στο κλίμα που διαμορφώθηκε από τις φιλοπαλαιστινιακές κινητοποιήσεις και τις κυβερνητικές απαιτήσεις για την αντιμετώπιση του αντισημιτισμού, συνοδεύτηκε από πάγωμα δισεκατομμυρίων δολαρίων ομοσπονδιακής χρηματοδότησης.
Αυτή η συζήτηση αφορά άμεσα και την ψυχική υγεία. Η ψυχική υγεία των προσφύγων δεν καθορίζεται μόνο από τον πόλεμο, τη δίωξη ή τις τραυματικές εμπειρίες πριν και κατά τη διάρκεια της φυγής. Διαμορφώνεται και μετά την άφιξη: από την ασφάλεια ή την ανασφάλεια, την παρατεταμένη αβεβαιότητα, την πρόσβαση σε δικαιώματα, τη νομική προστασία, τη στέγαση, την εργασία, τη διερμηνεία, τους κοινωνικούς δεσμούς και τη δυνατότητα συμμετοχής στην κοινωνική ζωή στην κοινότητα.
Η διακοπή, επομένως, μιας γραμμής ψυχοκοινωνικής υποστήριξης ή μιας υπηρεσίας διερμηνείας και η απώλεια της νομικής εκπροσώπησης ενός ασυνόδευτου παιδιού δεν αποτελούν απλώς «εξοικονόμηση». Μεταβάλλουν το ίδιο το περιβάλλον μέσα στο οποίο παράγεται η ψυχική υγεία ή η ψυχική οδύνη.
Και ίσως εδώ βρίσκεται το ουσιαστικότερο ζήτημα. Η δημόσια ψυχική υγεία δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τα δικαιώματα, την κοινωνική προστασία και τη δημοκρατία. Η ενδυνάμωση και η συνηγορία δεν είναι συμπληρωματικές, «ήπιες» έννοιες της φροντίδας. Αφορούν τη δυνατότητα του ανθρώπου να έχει πρόσβαση στους θεσμούς, να ακούγεται, να συμμετέχει και να διατηρεί πραγματικό έλεγχο πάνω στις αποφάσεις που καθορίζουν τη ζωή του.
Επιλεκτική αναισθησία
Από αυτή την οπτική, η συζήτηση για τις περικοπές δεν είναι μόνο λογιστική. Είναι βαθιά πολιτική. Το κράτος δεν αποσύρεται απλώς. Επιλέγει από πού θα αποσυρθεί και πού θα επανεμφανιστεί. Επιλέγει ποιοι θεσμοί θα αποδυναμωθούν, ποιοι φορείς θα χρηματοδοτηθούν και τελικά ποιοι άνθρωποι θα έχουν μεγαλύτερη ή μικρότερη πρόσβαση στην προστασία.
Γι’ αυτό και η περίπτωση των ασυνόδευτων παιδιών στις ΗΠΑ ξεπερνά κατά πολύ μια αμφιλεγόμενη απευθείας ανάθεση. Αναδεικνύει ένα θεμελιώδες ερώτημα για κάθε δημοκρατική κοινωνία: ποιος αποφασίζει τι αξίζει να χρηματοδοτείται, με ποια διαφάνεια και λογοδοσία και, τελικά, ποιον επιλέγουμε να προστατεύουμε όταν οι πόροι παρουσιάζονται ως περιορισμένοι; Το ερώτημα είναι αμείλικτο και αφορά επίσης την Ευρώπη και τη χώρα μας.
Ενδεικτικές πηγές και βιβλιογραφία
Wimbish, W. C. (11 Αυγούστου 2026). Disgraced anti-sex-trafficking NGO gets $244 million to rep migrant kids. The American Prospect. Διαθέσιμο στο: Disgraced Anti-Sex-Trafficking NGO Gets $244 Million to Rep Migrant Kids - The American Prospect
Acacia Center for Justice. (2025). Experts say stop-work order on unaccompanied kids program is cruel. Διαθέσιμο στο: Experts Say Stop Work Order on Unaccompanied Kids Program is Cruel - Acacia Center for Justice
Reuters. (22 Σεπτέμβρη 2026). Standoff with Trump administration sidelines UN refugee agency deputy, sources say. Διαθέσιμο στο: https://www.reuters.com/world/standoff-with-trump-administration-sidelines-un-refugee-agency-deputy-sources-2026-09-22/
United Nations High Commissioner for Refugees. (2025). As funding cuts bite, some 11m people are losing aid. Διαθέσιμο στο: UNHCR: As funding cuts bite, some 11m people are losing aid | UNHCR Greece
World Health Organization. (2023). Mental health of refugees and migrants: Risk and protective factors and access to care. Διαθέσιμο στο: Mental health of refugees and migrants: risk and protective factors and access to care
Κολοβός, Κ. (2026). Αναγκαστική μετανάστευση και ψυχική υγεία: Ψυχοκοινωνικές διαστάσεις, πολιτικές και πρακτικές. Ηδύφωνο.
Στυλιανίδης, Σ. (επιμ.). (2016). Ενδυνάμωση και συνηγορία: Για μια δημοκρατία της ψυχικής υγείας. Εκδόσεις Τόπος.
(Ο Στέλιος Στυλιανίδης είναι ομότιμος καθηγητής κοινωνικής ψυχιατρικής – ψυχαναλυτής, ο Κωνσταντίνος Κολοβός είναι κοινωνικός λειτουργός και κοινωνικός ανθρωπολόγος με ειδίκευση στην αναγκαστική μετανάστευση και την ψυχική υγεία)
































