Το αν ο Ηλίας Κασιδιάρης θα είναι υποψήφιος ή όχι στις επόμενες εκλογές θα κριθεί από τη Δικαιοσύνη. Η πολιτική του επιρροή, ωστόσο, στις σχετικές μετρήσεις, δεν είναι αμελητέα. Το ερώτημα είναι τι γεμίζει το πολιτικό ρεζερβουάρ της εξτρεμιστικής Ακροδεξιάς, όπως είναι ο πλέον δόκιμος όρος.
Ας θυμηθούμε λίγο τα παλαιότερα εκλογικά δεδομένα. Πότε εκτινάχθηκε εκλογικά η Χρυσή Αυγή; Οταν η οικονομική και πολιτική κρίση δημιούργησε ένα εύφλεκτο κοινωνικό υπόστρωμα. Οταν κυρίαρχη ρητορική ήταν ο βίαιος αντιπολιτικός λόγος και κυρίαρχο συναίσθημα η οργή. Οταν «εχθροί», εκτός από τους πολιτικούς, ήταν «οι ξένοι». Δανειστές και μετανάστες, στοιχείο που ενίσχυε ένα μόρφωμα με σωβινιστικά και ρατσιστικά χαρακτηριστικά.
Αυτό το κοινωνικό και πολιτικό υπόστρωμα σε συνδυασμό με τον (εγκληματικό) τραμπουκισμό του πεζοδρομίου, που δημιούργησε οργανωτικές δομές με άτομα που αισθάνονταν στο περιθώριο, τροφοδότησε τη Χ.Α. στις εκλογές του 2012 και –παρά τις δικαστικές διώξεις από το 2013– και του 2015.
Πότε ξεφούσκωσε και έμεινε εκτός Βουλής; Στις εκλογές του 2019, όταν είχε υποχωρήσει το κύμα της οργής. Οταν κάποιες ψευδαισθήσεις για την πορεία της χώρας είχαν διαλυθεί. Οταν η οικονομία είχε αρχίσει να σταθεροποιείται. Οταν κυρίαρχο αίτημα ήταν η «επιστροφή στην κανονικότητα» και όχι η «ρήξη». Η προσδοκία και όχι η τυφλή καταγγελία.
Σήμερα οι συνθήκες έχουν αλλάξει, αλλά όχι απολύτως. Το οικονομικό περιβάλλον είναι σαφώς καλύτερο από εκείνο προ δεκαπενταετίας. Το αντιευρωπαϊκό μένος έχει μειωθεί. Κόμματα που τότε καβάλησαν το αντισυστημικό κύμα μετατοπίστηκαν, οδηγώντας και τους οπαδούς τους σε πιο μετριοπαθή κατεύθυνση. Παράλληλα, δεν υπάρχει κάποιο αίσθημα εθνικής «ταπείνωσης» που να ενισχύει έναν επιθετικό σωβινισμό. Αντιθέτως, υπάρχει αίσθηση ότι διεθνώς η εικόνα της χώρας έχει βελτιωθεί. Δεν συντρέχουν συνεπώς βασικές προϋποθέσεις που θα ενίσχυαν υπέρμετρα ένα κόμμα της εξτρεμιστικής Δεξιάς.
Από την άλλη, βέβαια, η αντισυστημικότητα επανακάμπτει δυναμικά, στη χώρα μας και διεθνώς. Οι δείκτες πολιτικής, κοινωνικής και θεσμικής εμπιστοσύνης είναι στα τάρταρα. Οι πολίτες που αισθάνονται «εκτός των τειχών» αυξάνονται. Η κουλτούρα της βίας έχει διεισδύσει, ιδίως στις νεότερες ηλικίες, από τη μουσική μέχρι τη δημόσια συμπεριφορά. Η «ματσίλα» αναμφίβολα λειαίνει το έδαφος για ένα πολιτικό μόρφωμα με ανάλογα χαρακτηριστικά.
Ο δε εξτρεμισμός τρέφεται από έναν ακατάσχετο αντισυστημικό βερμπαλισμό. Οταν καλλιεργούνται αφορισμοί του τύπου όλοι οι πολιτικοί είναι διεφθαρμένοι, η δημοκρατία «σάπια», οι θεσμοί όργανο των ισχυρών, ότι δεν έχουμε «πραγματική δημοκρατία», όταν υπάρχει πλεόνασμα τοξικότητας και χαρακτηρισμών στον βαθμό που οι όροι χάνουν το νόημά τους, τότε δεν είναι παράδοξο στα μάτια κάποιων να «θυματοποιείται» ένας εγκληματίας και να βρίσκει ακροατήριο κάποιος που υπόσχεται ότι θα «σαρώσει τη σάπια δημοκρατία».
Η κριτική στα κακώς κείμενα προφανώς δεν ταυτίζεται με τον εξτρεμισμό. Ενας τέτοιος ισχυρισμός θα ήταν επικίνδυνος και βλακώδης. Η δημοκρατία βελτιώνεται μέσα από την κριτική και την αμφισβήτηση, όπως συμβαίνει εδώ και δεκαετίες που έχουμε διεύρυνση των ελευθεριών και των δικαιωμάτων. Η διάκριση, ωστόσο, ανάμεσα στην αμφισβήτηση που επιδιώκει να βελτιώσει τους δημοκρατικούς θεσμούς και στην απαξίωσή τους είναι κρίσιμη. Οχι όμως και δεδομένη, ιδίως για άτομα χωρίς πολιτική συγκρότηση και σε ένα επικοινωνιακό περιβάλλον που βοηθάει τις υπεραπλουστεύσεις και την πόλωση.
Εκτός από τα λάθη ή τις παραλείψεις των συστημικών δυνάμεων που υπονομεύουν την εμπιστοσύνη στους θεσμούς –που είναι το σημαντικότερο όλων–, είναι και ο μιθριδατισμός απέναντι στην αντιθεσμική ρητορική που νομιμοποιεί τον εξτρεμισμό. Και στα αμαρτήματα αυτά υποπίπτουν πολλοί, από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους και για διαφορετικούς λόγους.
Οσο αυτό δεν γίνεται αντιληπτό ώστε και οι πράξεις και η όποια αντιπαράθεση να μην ξεφεύγει από ένα πλαίσιο ευθύνης –πράγμα δύσκολο, καθώς ο νοσηρός φανατισμός χαρακτηρίζει διαχρονικά την πολιτική μας ζωή–, ο κίνδυνος μιας ανεξέλεγκτης ριζοσπαστικοποίησης θα είναι πάντα ορατός.
Τα δε κλισέ δεν βοηθούν ιδιαίτερα. Το να λες ότι «τον φασισμό τον αντιμετωπίζεις πολιτικά και όχι διοικητικά» ακούγεται ωραίο, αλλά κάπου μοιάζει και με παραβίαση ανοικτής θύρας. Η δημοκρατική διαπαιδαγώγηση πρέπει όντως να είναι συνεχής, αλλά αυτό δεν σημαίνει για όλους το ίδιο πράγμα. Κάποιοι θεωρούν καλό τον δικό τους αυταρχισμό ή εξτρεμισμό. Και δεν είναι και εύκολο, καθώς στον σημερινό κόσμο είναι πολλές και ισχυρές οι δυνάμεις που επιδιώκουν την υπονόμευση της φιλελεύθερης δημοκρατίας.
Το ίδιο ισχύει και για το άλλο κλισέ, περί ενίσχυσης των ακραίων κομμάτων λόγω της «νομιμοποίησης» της ατζέντας τους από τα συστημικά κόμματα. Αν τα συστημικά κόμματα κλείνουν τα μάτια σε υπαρκτά προβλήματα, τότε απλώς αποκόπτονται περισσότερο από τον μέσο πολίτη και αφήνουν μεγαλύτερο χώρο δράσης για τα άκρα. Ο στρουθοκαμηλισμός δεν βοηθάει και οι μη γραμμικές εκλογικές μετακινήσεις σε όλες τις αναμετρήσεις που ενισχύονται τα πολιτικά άκρα αυτό επιβεβαιώνουν.
Εύκολες λύσεις απέναντι στον πολιτικό εξτρεμισμό δεν υπάρχουν. Σημαντικότερη όλων, ωστόσο, είναι η αίσθηση του μέτρου. Και στο πράττειν και στο λέγειν.
(O Ευτύχης Βαρδουλάκης είναι σύμβουλος στρατηγικής και επικοινωνίας- Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Η Καθημερινή» της Κυριακής)


































