Η κυβέρνηση της ΝΔ, μέσω του υπουργού Επικρατείας Άκη Σκέρτσου, επιτέθηκε πρόσφατα στον Αλέξη Τσίπρα, επειδή παρουσίασε ένα αδιαμφισβήτητο δεδομένο που καταγράφεται από το Ευρωπαϊκό Σύστημα Πληροφόρησης για τις Δασικές Πυρκαγιές (EFFIS): Η αύξηση των καμένων εκτάσεων στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια είναι πολύ μεγαλύτερη από την αντίστοιχη αύξηση σε άλλες μεσογειακές χώρες, οι οποίες επίσης δοκιμάζονται από την κλιματική κρίση.
Αντί να απαντήσει επί της ουσίας, ο κ. Σκέρτσος μετέβαλε αυθαίρετα το χρονικό πεδίο της σύγκρισης: αντί των σωρευτικών δεδομένων δύο εξαετιών, επικαλέστηκε την προσωρινή εικόνα μίας μόνο, και μάλιστα μη ολοκληρωμένης, αντιπυρικής περιόδου. Επιχείρησε έτσι να παρακάμψει τα δυσμενή αποτελέσματα της τελευταίας εξαετίας που παραπέμπουν σε διαχειριστική ανεπάρκεια του μηχανισμού Πολιτικής Προστασίας. Αλλά ας εξετάσουμε τα πραγματικά στοιχεία από την αρχή.
Ο Αλέξης Τσίπρας αναφέρθηκε στη μακροχρόνια εξέλιξη των καμένων εκτάσεων, συγκρίνοντας την εξαετία 2014–2019 με την εξαετία 2020–2025. Η εξέταση μιας πολυετούς περιόδου είναι απαραίτητη, ώστε να αναδεικνύονται οι πραγματικές τάσεις και να περιορίζεται η επίδραση των μεγάλων διακυμάνσεων που μπορεί να εμφανίζονται από τη μία χρονιά στην άλλη. Τα στοιχεία λοιπόν του EFFIS δείχνουν ότι μεταξύ των δύο εξαετιών η αύξηση των καμένων εκτάσεων ήταν:
Ελλάδα: +329%
Ισπανία: +184%
Ιταλία: +96%
Τουρκία: +75%
Πορτογαλία: −24%
Η Ελλάδα καταγράφει, συνεπώς, τη δραματικότερη επιδείνωση μεταξύ των μεσογειακών χωρών σύγκρισης. Σε αυτό το αδιαμφισβήτητο γεγονός οφείλει να τοποθετηθεί η κυβέρνηση και ο κ. Σκέρτσος.
Αντί αυτού, ο κ. Σκέρτσος, επικαλέστηκε την προσωρινή εικόνα της τρέχουσας αντιπυρικής περιόδου του 2026, η οποία παρεμπιπτόντως δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, και αντιπαρέβαλε τις μεγαλύτερες, σε απόλυτους αριθμούς, καμένες εκτάσεις στην Ισπανία, στη Γαλλία και σε άλλες χώρες με αυτές της Ελλάδος.
Ακόμη, όμως, και αυτή η επιλεκτική σύγκριση για το 2026 πρέπει να βασίζεται σε ομοειδείς παραμέτρους. Δεν αρκεί η παράθεση των απόλυτων καμένων εκτάσεων, όταν οι χώρες διαφέρουν σημαντικά ως προς το μέγεθός τους. Πρέπει να εξετάζονται τόσο το ποσοστό της συνολικής έκτασης που κάηκε σε κάθε χώρα όσο και οι πυρομετεωρολογικές συνθήκες που επηρέασαν την έναρξη και την εξέλιξη των πυρκαγιών. Ας εξετάσουμε και τις δύο παραμέτρους.
1. Τι ποσοστό της συνολικής έκτασης κάθε χώρας κάηκε το 2026 έως τις 12 Αυγούστου (στοιχεία EFFIS);
● Στην Ισπανία κάηκε το 0,56% της συνολικής της έκτασης.
● Στη Γαλλία κάηκε το 0,17%.
● Στην Ιταλία κάηκε το 0,27%.
● Στην Πορτογαλία το 0,56%.
● Στην Ελλάδα κάηκε το 0,23%.
Η αναγωγή των καμένων εκτάσεων στο μέγεθος κάθε χώρας ανατρέπει, επομένως, την εικόνα που επιχείρησε να παρουσιάσει ο υπουργός. Είναι χαρακτηριστικό ότι το ποσοστό της καμένης έκτασης της Γαλλίας είναι μικρότερο και της Ιταλίας ανάλογο με αυτό της Ελλάδας.
Ποιες ήταν, όμως, οι πυρομετεωρολογικές συνθήκες υπό τις οποίες προέκυψαν αυτά τα αποτελέσματα;
2. Τι δείχνει ο σωρευτικός δείκτης Severity Rating του EFFIS για τις πυρομετεωρολογικές συνθήκες, με ημερομηνία αναφοράς τη 12η Αυγούστου;
● Στη Γαλλία καταγράφηκε η υψηλότερη τιμή της τελευταίας εικοσαετίας, περίπου 170 % πάνω από τον μέσο όρο εικοσαετίας.
● Στην Ισπανία καταγράφηκε η 2η υψηλότερη τιμή της εικοσαετίας, περίπου 31% πάνω από τον μέσο όρο.
● Στην Ιταλία καταγράφηκε η 2η υψηλότερη τιμή της εικοσαετίας, περίπου 36% πάνω από τον μέσο όρο.
● Στην Πορτογαλία καταγράφηκε η 4η υψηλότερη τιμή της εικοσαετίας, περίπου 23% πάνω από τον μέσο όρο.
● Στην Ελλάδα η τιμή ήταν περίπου 10% χαμηλότερη από τον μέσο όρο της εικοσαετίας.
Τα δεδομένα του EFFIS είναι αποκαλυπτικά – αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη που παρουσίασε ο κ. Σκέρτσος. Στην Ελλάδα επικράτησαν σημαντικά ευνοϊκότερες σωρευτικές πυρομετεωρολογικές συνθήκες από ό,τι στις υπόλοιπες μεσογειακές χώρες της σύγκρισης. Παρ’ όλα αυτά, έως τις 12 Αυγούστου είχε καεί το 0,23% της συνολικής έκτασης της χώρας: ποσοστό μεγαλύτερο από το 0,17% της Γαλλίας και παραπλήσιο με το 0,27% της Ιταλίας, παρότι οι δύο αυτές χώρες αντιμετώπισαν ορισμένες από τις δυσμενέστερες πυρομετεωρολογικές συνθήκες της τελευταίας εικοσαετίας.
Αυτό αποτελεί ισχυρή ένδειξη σοβαρών ανεπαρκειών στη διαχείριση των δασικών πυρκαγιών και απαιτεί τεκμηριωμένες απαντήσεις.
Κανείς δεν αρνείται ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει υψηλές θερμοκρασίες, ξηρασία, ισχυρούς ανέμους, δύσκολο ανάγλυφο και εύφλεκτη βλάστηση. Ακριβώς γι’ αυτό χρειάζονται σοβαρή πρόληψη, επιστημονικός σχεδιασμός, διαχείριση της καύσιμης ύλης, συνεχής συντήρηση των δικτύων μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, καθαρισμός και επιλεκτικές αραιώσεις των δασών και αποτελεσματικός μηχανισμός καταστολής.
Η κλιματική κρίση εξηγεί την αύξηση του κινδύνου. Δεν αθωώνει, όμως, αυτομάτως την κυβερνητική πολιτική ούτε καταργεί την υποχρέωση αξιολόγησης των αποτελεσμάτων της, τα οποία, όπως αποτυπώνονται στα στοιχεία του EFFIS, είναι ιδιαίτερα δυσμενή για την αντιπυρική προστασία της χώρας.
Ο κ. Σκέρτσος υποστηρίζει επίσης ότι η κυβέρνηση «έχτισε από την αρχή έναν σύγχρονο μηχανισμό Πολιτικής Προστασίας». Τα δεδομένα των καμένων εκτάσεων, όμως, διαψεύδουν την εικόνα επιτυχίας που επιχειρεί να παρουσιάσει. Ένα ακόμη στοιχείο, πέρα από την εξέλιξη των καμένων εκτάσεων, είναι και η αποτυχία της κυβέρνησης να αξιοποιήσει εγκαίρως διαθέσιμους ευρωπαϊκούς πόρους για κρίσιμα έργα Πολιτικής Προστασίας. Έργα συνολικού προϋπολογισμού περίπου 184 εκατ. ευρώ, τα οποία είχαν ενταχθεί στο Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, δεν υλοποιήθηκαν όπως είχαν σχεδιαστεί. Η προμήθεια 25 αμφίβιων πυροσβεστικών αεροσκαφών Air Tractor, προϋπολογισμού περίπου 155 εκατ. ευρώ, δεν προχώρησε και η σχετική χρηματοδότηση φαίνεται να χάθηκε πλήρως. Παράλληλα, απεντάχθηκε το έργο δημιουργίας 13 Περιφερειακών Κέντρων Επιχειρήσεων Πολιτικής Προστασίας, ύψους περίπου 29 εκατ. ευρώ, με τους πόρους του να ανακατευθύνονται σε άλλα έργα. Η αναβάθμιση επτά Canadair CL-415, προϋπολογισμού 43 εκατ. ευρώ, απεντάχθηκε επίσης από το ΤΑΑ και η προβλεπόμενη επιχορήγηση αντικαταστάθηκε από δάνειο της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων – μετατρέποντας έναν διαθέσιμο ευρωπαϊκό πόρο σε δανειακή υποχρέωση με κόστος εξυπηρέτησης για το Ελληνικό Δημόσιο και, τελικά, για τον φορολογούμενο.
Αυτή δεν είναι εικόνα ενός «σύγχρονου μηχανισμού». Είναι εικόνα διαχειριστικής ανεπάρκειας: κρίσιμα έργα δεν υλοποιήθηκαν, ευρωπαϊκές χρηματοδοτικές ευκαιρίες χάθηκαν ή ανακατευθύνθηκαν και πρόσθετο κόστος μεταφέρθηκε στους πολίτες.
Η κυβέρνηση λοιπόν οφείλει να απαντήσει:
Γιατί οι καμένες εκτάσεις στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 329% μεταξύ των δύο εξαετιών;
Γιατί η επιδείνωση ήταν πολύ μεγαλύτερη από εκείνη της Ισπανίας, της Ιταλίας και της Τουρκίας, ενώ η Πορτογαλία πέτυχε μείωση;
Γιατί το 2026, μέχρι τις 12 Αυγούστου, παρά τις σημαντικά ευνοϊκότερες πυρομετεωρολογικές συνθήκες (κάτω του μέσου όρου εικοσαετίας), κάηκε στην Ελλάδα μεγαλύτερο ποσοστό της συνολικής της έκτασης από ό,τι στη Γαλλία, που βίωσε τις δυσμενέστερες πυρομετεωρολογικές συνθήκες της τελευταίας 20ετίας;
Ποια συγκεκριμένα μέτρα πρόληψης εφαρμόστηκαν σε πανελλαδικό επίπεδο, ιδιαίτερα στις μικτές ζώνες δάσους-κατοικίας, με ποια χρηματοδότηση και με ποιο μετρήσιμο αποτέλεσμα;
Πώς συμβιβάζεται ο ισχυρισμός περί «σύγχρονου μηχανισμού Πολιτικής Προστασίας» με την αποτυχία της κυβέρνησης να μετατρέψει εγκαίρως διαθέσιμους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης σε πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες – σε νέα αμφίβια πυροσβεστικά αεροσκάφη, Περιφερειακά Κέντρα Επιχειρήσεων και αναβαθμισμένα Canadair; Και ποιος αναλαμβάνει την πολιτική ευθύνη για τις επιχορηγήσεις που χάθηκαν ή ανακατευθύνθηκαν, τα έργα που έμειναν στα χαρτιά και το πρόσθετο κόστος που μεταφέρθηκε στον φορολογούμενο μέσω του δανεισμού;
Η Πολιτική Προστασία πράγματι δεν πρέπει να αποτελεί πεδίο «φτηνής και ρηχής αντιπαράθεσης», όπως λέει ο ίδιος ο υπουργός. Γι’ αυτό ακριβώς η συζήτηση πρέπει να γίνεται με συγκρίσιμα δεδομένα, επιστημονική τεκμηρίωση, διαφάνεια και λογοδοσία.
Κλείνοντας, υπογραμμίζουμε ότι η αντικειμενική καταγραφή, η αξιολόγηση και η κριτική των αποτελεσμάτων της κυβερνητικής πολιτικής αποτελούν δημοκρατικό δικαίωμα και θεσμική υποχρέωση. Και αυτό θα συνεχίσουμε να κάνουμε, παρά τις όποιες προσπάθειες αποπροσανατολισμού από την κυβέρνηση ή στελέχη της ΝΔ.





























