Το δίλημμα «σταθερότητα ή αβεβαιότητα» αναμένεται να προτάξει η κυβέρνηση στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση, εκτιμώντας ότι είναι ικανό στο τέλος να ωθήσει σε στήριξή της – έστω και με κρύα καρδιά – ένα κρίσιμο μέρος του εκλογικού σώματος.
Πράγματι, η ΝΔ, έπειτα από δύο διαδοχικές αυτοδυναμίες με ποσοστά κοντά στο 40%, εξασφάλισε μια επταετία κυβερνητικής σταθερότητας, με ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, που όμοια δεν γνώρισε η χώρα από την χρεοκοπία του 2010. Επιπλέον, η κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι η μόνη το διάστημα αυτό, που λειτούργησε χωρίς πρόγραμμα προσαρμογής, υπό ενισχυμένη εποπτεία έως τον Αύγουστο του 2022 και υπό μεταπρογραμματική εποπτεία στη συνέχεια.
Εκτεταμένη αίσθηση μιζέριας
Αξίζει, επομένως, να εξεταστεί τι προσέφερε στην κοινωνία η σταθερότητα που προβάλλεται ως βασικό κυβερνητικό επίτευγμα. Η πλέον βαρύνουσα άποψη είναι, ασφαλώς, των ίδιων των πολιτών, για το πώς ζουν σε αυτό το περιβάλλον κυβερνητικής σταθερότητας. Πώς αποτιμούν οι ίδιοι και οι ίδιες την καθημερινότητά τους;
Στο απλό, αλλά κρίσιμο ερώτημα, απάντηση δίνεται από τη φετινή ετήσια κοινωνική έρευνα του ΕΝΑ «Η ποιότητα ζωής στην Ελλάδα σήμερα». Έχει ιδιαίτερη σημασία το εύρημα όταν από τους συμμετέχοντες ζητήθηκε να δηλώσουν το βαθμό συμφωνίας/διαφωνίας τους, με την πρόταση: «Παρότι η Ελλάδα συχνά προβάλλεται από την κυβέρνηση ως χώρα με υψηλή ποιότητα ζωής, νιώθω ότι η καθημερινότητά μου συνοδεύεται από αίσθημα μιζέριας». Το 74% συμφώνησε, το 10% ούτε συμφώνησε, ούτε διαφώνησε και μόλις το 15% διαφώνησε.
Τρεις στους τέσσερις πολίτες συμφωνούν ότι η καθημερινότητά τους συνοδεύεται από αίσθημα μιζέριας, σε μια περίοδο σταθερότητας και θετικών ρυθμών ανάπτυξης. Πρόσθετα ευρήματα της ίδιας έρευνας φωτίζουν το γιατί:
52% είναι δυσαρεστημένοι ή πολύ δυσαρεστημένοι από τις αποδοχές τους, 31% ούτε δυσαρεστημένοι, ούτε ικανοποιημένοι και μόλις 15% είναι ικανοποιημένοι και πολύ ικανοποιημένοι.
27% έχουν σκεφτεί να μετακομίσουν στο εξωτερικό μέσα στα επόμενα 5 χρόνια.
63% δεν θα πάνε διακοπές αυτό το καλοκαίρι και από αυτούς που θα πάνε 38% θα περάσουν σε ιδιόκτητο ή φιλικό σπίτι/οικογενειακό εξοχικό. 60% δηλώνουν ότι δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα και 48% ότι οι αυξημένες τιμές σε μεταφορές, καταλύματα και εστίαση λειτουργούν αποτρεπτικά.
Στην ερώτηση ποια τρία στοιχεία συνθέτουν για εσάς την προσωπική ευημερία ή ευζωία; 78% απάντησαν «Να μπορώ να ζω χωρίς οικονομικές ανησυχίες» και 48% «Να έχω πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες υψηλής ποιότητας».
«Μόλις τα βγάζουν πέρα»
Αντίστοιχη εικόνα δίνει η έρευνα οικονομικής συγκυρίας του ΙΟΒΕ για τον Ιούνιο, όπου το ποσοστό των καταναλωτών που δηλώνουν ότι «μόλις τα βγάζουν πέρα» καταγράφεται στο 62%. Ταυτόχρονα, σύμφωνα με τον δείκτη καταναλωτικής εμπιστοσύνης (-52,8 μονάδες) οι Έλληνες καταναλωτές παρέμειναν για έναν ακόμη μήνα στην κορυφή απαισιοδοξίας στην ΕΕ, με μεγάλη διαφορά από τους επόμενους (ακολουθούν οι καταναλωτές στην Ρουμανία με επίπεδο δείκτη –34,6 και την Βουλγαρία -26,4).
Υπενθυμίζεται επίσης ότι η Ελλάδα υποχώρησε το 2025 στην τελευταία θέση της ΕΕ (μαζί με τη Βουλγαρία) στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης, το οποίο διαμορφώθηκε μόλις στο 68% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ το 2024 ήταν στο 70%. Η διαφορά είναι ότι η Βουλγαρία ξεκίνησε από χαμηλά και ανεβαίνει, ενώ η Ελλάδα υποχωρεί από ψηλότερα.
Τα παραπάνω στοιχεία αποτυπώνουν την γκρίζα καθημερινότητα της μεγάλης πλειονότητας των νοικοκυριών στην Ελλάδα, κατά τη μεταμνημονιακή εποχή. Πρόκειται για μια καθημερινότητα διαρκούς αγώνα επιβίωσης: για να βγει ο μήνας, αφού τα εισοδήματα είναι ανεπαρκή, για να πληρωθούν τα υπέρογκα ενοίκια και για να καλυφθούν οι ανάγκες της οικογένειας σε βασικά προϊόντα σούπερ μάρκετ, καθώς η παρατεταμένη ακρίβεια επιβάλλει περιορισμούς.
Το «κάτι παραπάνω», που δίνει όμορφες πινελιές στη ζωή και δρα κατά της αίσθησης της μιζέριας, λίγες μέρες διακοπών, μια απόδραση στη θάλασσα, μια βραδινή έξοδος σε ταβέρνα, έχει λιγοστέψει κατά πολύ ή έχει εξαλειφθεί για τους περισσότερους. Όλα πρέπει να είναι μετρημένα και χωρίς υπερβάσεις για να μην ανατραπεί ο υποχρεωτικά σφιχτός προϋπολογισμός, καθώς στην απευκταία περίπτωση, μετά από τόσα χρόνια δυσπραγίας έχουν ελαχιστοποιηθεί και τα στηρίγματα έσχατης ανάγκης.
Ανάπτυξη με περιορισμένη διάχυση και ένα δίλημμα που δεν πείθει
Στον αντίποδα, η κυβέρνηση αναδεικνύει ως επίτευγμα την οικονομική ανάπτυξη, πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ, γύρω στο 2% (2,1% για το 2025, 1,8% για το 2026 και 1,6% για το 20727, σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις της Κομισιόν). Μια μεγέθυνση του ΑΕΠ, σε αυτά τα επίπεδα, που κυρίως οφείλεται στους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης (τελειώνει το 2026), χωρίς έστω να τεθούν οι βάσεις για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου, η οποία είναι απαραίτητη για τη βιωσιμότητα της ανάπτυξης. Ωστόσο, ούτε αυτή η ανάπτυξη αφορά τους πολλούς. Προφανώς, η διανομή των ευρωπαϊκών δισεκατομμυρίων, με τους όρους και τη στόχευση που έγινε, δυνάμωσε τους λίγους μεγάλους, άφησε εκτός τους μικρομεσαίους και διεύρυνε τις ανισότητες.
Εκ των πραγμάτων, το εκλογικό δίλημμα της κυβέρνησης δεν είναι τόσο δυνατό, όσο ενδεχομένως να θεωρεί, αφού οι περισσότεροι, μη βλέποντας τη ζωή τους να βελτιώνεται από την πολυετή «σταθερότητα», πιθανώς δεν θα έχουν ισχυρές αναστολές για την αναζήτηση κάποιας εναλλακτικής πολιτικής διεξόδου, που ίσως να δημιουργεί ελπίδες για κάτι καλύτερο από τη μιζέρια.
(Ο Δημήτρης Κυριακόπουλος είναι δημοσιογράφος – Άρθρο στο Ινστιτούτο ΕΝΑ με αφορμή την έρευνα κοινής γνώμης «Η ποιότητα ζωής στην Ελλάδα | Ιούνιος 2026»)





























