Πριν 2.500 χρόνια ο Κινέζος Σουν Τσού είχε γράψει ότι «πετυχημένη νίκη σε ένα πόλεμο είναι αυτή που δεν χρειάσθηκε αίμα». Υπονοώντας ότι είναι προτιμότερες οι διαπραγματεύσεις.
Οι συνομιλίες στη Γενεύη οδηγούνταν σε μια τέτοια νίκη για τους Αμερικανούς αλλά προτίμησαν να τις χρησιμοποιήσουν σαν μέσο καθυστέρησης και παγίδα για να κερδίσουν χρόνο για να συγκεντρώσουν δυνάμεις για να επιτεθούν.
Το ισραηλινό λόμπυ επέβαλε σαν προτεραιότητα την αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν και τον έλεγχο όλης της Μέσης Ανατολής.
Σταδιακά επιδίωξαν διάφορους στόχους (έλεγχο πυρηνικού προγράμματος, καταστροφή βαλλιστικών πυραύλων, διακοπή υποστήριξης των proxies-Χεζμπολάχ, Χούτις, Χαμάς) και τελικά έφτασαν στον κεντρικό στόχο. Την ανατροπή του καθεστώτος και την τοποθέτηση κυβέρνησης-μαριονέτας, αρεστής στο Ισραήλ και στην Αμερική.
Σκότωσαν τον αγιατολάχ Χαμενεί που δεν ήθελε πυρηνικά όπλα και ολοκληρωτικό πόλεμο καθώς και πολλούς υποψήφιους διαδόχους του, κάποιοι εκ των οποίων ήταν μετριοπαθείς.
Αναπόφευκτα το παιγνίδι της εξουσίας αφέθηκε στο σκληροπυρηνικό σώμα των Φρουρών της Επανάστασης.
Οι μάχες πολλές φορές κερδίζονται ή χάνονται αλλά το ζητούμενο είναι ποιος θα κερδίσει τον πόλεμο. Το τελικό αποτέλεσμα μετράει. Στο Βιετνάμ οι Αμερικανοί κέρδισαν όλες τις μάχες αλλά έχασαν τον πόλεμο, το ίδιο στο Αφγανιστάν.
Πολύ γρήγορα οι ΗΠΑ και το Ισραήλ βρέθηκαν σε τακτικό επίπεδο σε πλεονεκτική θέση λόγω του αιφνιδιασμού, των αδίστακτων μεθόδων και της υπεροπλίας.
Τα δυο αεροπλανοφόρα με 300 περίπου αμερικανικά αεροσκάφη και τα 200 επιθετικά αεροσκάφη του Ισραήλ αποτέλεσαν την αιχμή μαζί με τα πυραυλικά Tomahawk των πλοίων και επιδίωξαν να γονατίσουν, σε σύντομο χρόνο, το καθεστώς.
Το ιρανικό σύστημα εξουσίας όμως είχε πάρει τα μαθήματά του μετά τις επιθέσεις του Ιουνίου.
Η συνταγή ήταν αποκέντρωση των αρμοδιοτήτων, με βάση την αρχική αποστολή. Είναι αυτό που χρησιμοποίησαν οι Γερμανοί στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και ονομάσθηκε Auftragstaktik. Δηλαδή, ο κάθε αξιωματικός ή ο κάθε λοχίας είχε τη δική του αρμοδιότητα και ευθύνη, με βάση την αποστολή που καθόριζαν οι προϊστάμενοι. Δεν χρειάζονταν επικοινωνίες. Γι αυτό υπήρχαν ισχυρές αντιστάσεις ακόμη και μέσα στο Βερολίνο. Μάχονταν χωρίς επιπλέον διαταγές.
Καταστράφηκαν ιρανικά πλοία, πλοιάρια και στατικές εγκαταστάσεις αλλά τα πυραυλικά συστήματα είναι υπόγεια ή σε άλλους χώρους από τις αρχικές εγκαταστάσεις.
Η ιρανική αεροπορία είναι μικρή και αδύναμη. Όμως ο πόλεμος δεν τελειώνει με την κυριαρχία στον αέρα. Η αντίληψη αυτή είναι απόρροια της επίθεσης στο Ιράκ, όπου όμως χρειάστηκε και χερσαία επίθεση για να πέσει το καθεστώς Σαντάμ.
Κανένας πόλεμος δεν έληξε με προσβολές μόνο από τον αέρα. Για να πέσει το καθεστώς Καντάφι μετά τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς το 2011 χρειάστηκε η εξέγερση των διαφόρων φυλών.
Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου είπε ότι σύντομα θα υπάρξει «κυριαρχία στον αέρα» αλλά «είναι στο τραπέζι και η χερσαία επίθεση».
Και μόνο η αναφορά του Λευκού Οίκου για χερσαία επίθεση δείχνει ότι η εξέλιξη μέχρι τώρα δεν ήταν η αναμενόμενη.
Ήδη υπάρχουν πληροφορίες για ενίσχυση των Κούρδων του Ιράν και του Ιράκ για να διεξάγουν χερσαίες επιχειρήσεις, πιθανόν μαζί με αερομεταφερόμενες αμερικανικές δυνάμεις. Οι Κούρδοι όμως του Ιράν αποτελούν το 10% του πληθυσμού και είναι συγκεντρωμένη στη βορειοανατολική περιοχή. Δεν έχουν βαρύ οπλισμό και θεωρείται αδύνατο να αντέξουν στον τακτικό ιρανικό στρατό ακόμη και με αμερικανική αεροπορική υποστήριξη.
Στον παράγοντα αυτό είναι αμφίβολο τι θα πράξει η Τουρκία, η οποία προφανώς δεν θέλει κοντά της ένα ισχυρό και πλούσιο σε πετρέλαια Κουρδιστάν όταν μάλιστα το 15% του πληθυσμού της είναι Κούρδοι.
Το καθεστώς δείχνει ότι αντέχει παρά τις αντιρρήσεις μέρους της κοινωνίας. Και αυτό δεν είναι περίεργο. Να θυμηθούμε ότι η κυβέρνηση Μεταξά το 1940 δεν ήταν λαοφιλής αλλά όταν έγινε η Ιταλική εισβολή συμπαρατάχθηκε όλος ο ελληνικός λαός. Υπενθυμίζω τις επιστολές του Ν. Ζαχαριάδη.
Επιπλέον έγινε επέκταση του πολέμου στις γειτονικές χώρες που έχουν αμερικανικές βάσεις και παράγουν πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Κλείσθηκαν τα στενά του Ορμούζ.
Τα τρία χαρακτηριστικά: αντοχή του καθεστώτος, επέκταση του πολέμου και παγκόσμιες οικονομικές επιπτώσεις, οδηγούν σε επιμήκυνση της διάρκειας του πολέμου και σε εκατέρωθεν «αγώνα τριβής» (φθοράς).
Σύμφωνα με πληροφορίες ειδικών το Ιράν έχει 2.500 πυραύλους μεσαίου βεληνεκούς και 10.000 drones ενώ μπορεί να κατασκευάσει αρκετούς επιπλέον. Οι Αμερικανοί έχουν πυραύλους για ένα μήνα. Ήδη άρχισαν πιέσεις από την κυβέρνηση Τραμπ στις πολεμικές βιομηχανίες για επιτάχυνση κατασκευής περισσότερων.
Οι Αμερικανοί πιέζουν τους Ευρωπαίους και τους Σαουδάραβες, Εμιρατιανούς, Καταριανούς, για συμμετοχή στον πόλεμο. Οι Ευρωπαίοι ταλαντεύονται ή στέλνουν δυνάμεις μακριά από το μέτωπο. Τα κράτη του Κόλπου ξέρουν ότι οι Αμερικανοί θα φύγουν κάποια στιγμή και αυτοί θα μείνουν με το γειτονικό Ιράν και πληθυσμούς που σε ένα μέρος είναι σιιτικοί ή δυσαρεστημένοι από την διαφθορά και εκμετάλλευση των βασιλιάδων. Χαρακτηριστικά στο Μπαχρέιν, όπου βρίσκεται η έδρα του Αμερικανικού CENTCOM το 80% του πληθυσμού είναι σιίτες και διοικεί απολυταρχικά το 20% των σουνιτών.
Η μετατροπή του «αστραπιαίου» (blitzkrieg) σε αμοιβαίο αν και όχι αναλογικό, μακροχρόνιο, πόλεμο φθοράς, βάζει στον υπολογισμό παράγοντες όπως ο ιρανικός λαός στο σύνολό του, οι χώρες του Κόλπου με τους προβληματισμούς τους παρά τα ιρανικά πλήγματα, οι ενεργειακές επιπτώσεις στην Ευρώπη και σε φιλικές στη Δύση χώρες της Ανατολής όπως η Ινδία, η Ιαπωνία, η Ν. Κορέα και η Αυστραλία, η υποστήριξη του Ιράν από την Κίνα ή ακόμη την Β. Κορέα με όπλα.
Στο εσωτερικό της Αμερικής η υποστήριξη του Τραμπ ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου, φθάνει το 21% ενώ το 2003 η επίθεση στο Ιράκ συγκέντρωνε κοντά στο 50%.
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει ήδη τρωθεί σαν αναξιόπιστη. Ποια ξένη κυβέρνηση θα διαπραγματευθεί όταν ξέρει ότι την επόμενη μέρα μπορεί να βρεθεί παγιδευμένη;
Αν χάσει τον πόλεμο ή αυτός εξελιχθεί σε μακράς διάρκειας, θα χάσει κάθε υποστήριξη στο εσωτερικό των ΗΠΑ αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο.
Η κατάσταση οδηγεί τον παγκόσμιο ανταγωνισμό να συνεχιστεί με φυγόκεντρες τάσεις που θα ενισχύσουν τους BRICS, τις ημιανεξάρτητες δυνάμεις εντός Ευρώπης όπως η Ισπανία και φυσικά την Ρωσία και την Κίνα.
Και προκύπτουν τα ερωτήματα. Θα αφήσουν η Κίνα και η Ρωσία την επέκταση του πολέμου, σε μια περιοχή που βράζει και αν αναφλεγεί θα στερήσει την ενέργεια από τη βιομηχανία της ανταγωνιστικής προς τη Δύση Ασίας;
Θα δεχτεί η Τουρκία αλλαγή του status στην γειτονιά της;
Η ελληνική κυβέρνηση προσπαθεί να εκμεταλλευτεί τη φοβία του κόσμου και να δημιουργήσει τεχνητό κλίμα «εθνικής σύμπνοιας» με την αποστολή πλοίων και αεροσκαφών στην Κύπρο, τάχαμου για την προστασία του νησιού ενώ είναι για την προστασία των αγγλικών βάσεων. Προσπαθεί να δείξει ότι συμμετέχει στην αρπαχτική επιχείρηση των ΗΠΑ για να εισπράξει κάποιο καλό λόγο από τον Τράμπ.
Βάζει όμως τη χώρα στο μάτι του κυκλώνα μια και βλέπουμε ότι ο πόλεμος επεκτείνεται. Κοροϊδεύει με ένα δήθεν «πατριωτισμό» ενώ δεν έστειλε ούτε μια φορά αεροσκάφη ή πλοία όταν οι Τούρκοι έκαναν ασκήσεις στα κατεχόμενα ή όταν η Τουρκία απαγόρευε την πόντιση ηλεκτρικού καλωδίου στην Κάσο.
Η χώρα, ειδικά αυτή τη στιγμή χρειάζεται μια πραγματικά πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, χωρίς τις δεσμεύσεις των βάσεων, οι οποίες όπως αποδείχτηκε δεν είναι παράγων ασφάλειας.
Χρειάζεται ανεξάρτητη ενεργειακή πολιτική με προμήθεια πετρελαίου και φυσικού αερίου, με βάση μόνο οικονομικά κριτήρια.
Έγινε φανερό ότι η παγκόσμια ηγεμονία δεν μπορεί να ασκείται με τα όπλα και δεν μπορεί πλέον να είναι μονοδιάστατη.
Η δε κυριαρχία της χώρας μας δεν διασφαλίζεται με υποταγή και κινήσεις εντυπωσιασμού.
(Ο Νίκος Τόσκας είναι υποστράτηγος ε.α. και πρώην υπουργός)































