Η ομόφωνη απόφαση του Εφετείου Κακουργημάτων που χαρακτήρισε τη Χρυσή Αυγή εγκληματική οργάνωση και καταδίκασε την ηγεσία και τα στελέχη της έχει ιδιαίτερη σημασία. Μπορεί η απλή ανακοίνωση της απόφασης να μοιάζει με επανάληψη της πρωτόδικης απόφασης, αλλά είναι σίγουρο ότι το σκεπτικό της θα τεκμηριώνει με πληρότητα τις κατηγορίες που αποδόθηκαν. Το γνωρίζουμε από την εξαιρετική αγόρευση της εισαγγελέως, αλλά και από τις τεκμηριωμένες αγορεύσεις των δικηγόρων υποστήριξης της κατηγορίας.
Δεν πρέπει να κρύψουμε, όμως, το γεγονός ότι μπορεί όλο το «δημοκρατικό τόξο» να πανηγύριζε την Τετάρτη, μετά την έκδοση της απόφασης, αλλά η διεξαγωγή αυτής της δίκης έγινε ουσιαστικά στο σκοτάδι, με ελάχιστη προβολή και την ουσιαστική απουσία των περισσότερων μέσων ενημέρωσης. Αν δεν υπήρχε και το πολύτιμο «Golden Dawn Watch», ακόμα και τα πολύτιμα πρακτικά αυτής της δίκης θα ήταν δυσεύρετο υλικό.
Κακά τα ψέματα. Αν δεν ξεσηκωνόταν ο κόσμος μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα τον Σεπτέμβρη του 2013, αν δεν συσπειρωνόταν γύρω από την υπόθεση μια φαινομενικά αλλοπρόσαλλη αντιναζιστική συμμαχία και αν δεν αναλάμβανε ρόλο συντονιστή η Μάγδα Φύσσα, χωρίς να διεκδικεί τίποτα για τον εαυτό της, τίποτα δεν θα είχε γίνει.
Γιατί δυστυχώς η Χρυσή Αυγή δρούσε επί χρόνια ως εγκληματική οργάνωση, εκμεταλλευόμενη τη μορφή «πολιτικού κόμματος» που της είχε προσδώσει από το 1983 ο Αρχηγός της, έντεκα ολόκληρα χρόνια προτού κατέβει για πρώτη φορά σε εκλογές (Ευρωεκλογές 1994). Επί χρόνια, και ειδικά μετά από εγκληματικές ενέργειες που συντάραξαν την κοινή γνώμη, με πιο χαρακτηριστική περίπτωση την απόπειρα δολοφονίας του Δημήτρη Κουσουρή το 1998, τα κόμματα της Αριστεράς είχαν ζητήσει να εξεταστεί η δράση της Χρυσής Αυγής ως «οργάνωσης» και όχι απλά η δράση ατόμων-μελών της. Μάταια! Οι κρατικές αρχές αντιμετώπιζαν την οργάνωση ως «κόμμα» και παρέβλεπαν ακόμα και δικαστικές αποφάσεις που περιέγραφαν την εγκληματική της δράση ως δομημένου σχήματος.
Βέβαια το φαινόμενο δεν είναι απλά ελληνικό. Στην περίπτωση της βίας που ασκούσε η Χρυσή Αυγή ταιριάζει το σχήμα που έχει προτείνει ο Εχούντ Σπρίνζακ για να περιγράψει την ιδιαιτερότητα των τρομοκρατικών οργανώσεων της Ακροδεξιάς. Ο Σπρίνζακ παρατηρεί καταρχάς ότι, ενώ οι αριστερές και εθνικοαπελευθερωτικές οργανώσεις έρχονται σε ευθεία σύγκρουση με τις κυβερνήσεις και τους κρατικούς μηχανισμούς, πολλές οργανώσεις ακροδεξιών, φανατικών θρησκόληπτων και τιμωρών έχουν μόνο δευτερεύουσας σημασίας συγκρούσεις με το καθεστώς. Οι «στόχοι» τους είναι ευρύτερα «απονομιμοποιημένοι» (ξένοι, μετανάστες, μέλη μειονοτήτων). «Στην πραγματικότητα», γράφει ο Σπρίνζακ, «αυτού του είδους οι τρομοκρατικές οργανώσεις συνήθως αποφεύγουν τη σύγκρουση με τις αρχές». Στην πλειονότητά τους, αυτά τα ακροδεξιά κινήματα «οργανώνονται γύρω από την πεποίθηση ότι ο στόχος της έντονης αντίθεσής τους είναι εκ προοιμίου απονομιμοποιημένος. Δεν ανήκει στην ίδια κοινότητα ανθρώπων, στην οποία θεωρούν ότι ανήκουν οι ίδιοι, και επομένως πρέπει να διατηρηθεί σε ένα υποδεέστερο νομικό καθεστώς, να αποβληθεί ή ακόμα και να εξοντωθεί».
Σύμφωνα μ’ αυτή την ανάλυση, προηγείται η «απονομιμοποίηση» του στόχου (αυτό που η Ζαρούλια ονόμαζε «υπανθρώπους», ο Κασιδιάρης «ανθρώπινα σκουπίδια», αλλά και ο Μιχαλολιάκος «σκουπίδια κάθε εθνικότητος») και έπεται η ανάπτυξη βίαιων πρακτικών. Αυτή η αφαίρεση της ανθρώπινης ιδιότητας από τα υποψήφια θύματα, αυτή η «απανθρωποποίηση» (dehumanization), επιτρέπει στα μέλη των συγκεκριμένων οργανώσεων να δρουν χωρίς τύψεις. Πρόκειται για τη δεύτερη ιδιαιτερότητα των ακροδεξιών τρομοκρατικών ομάδων, σύμφωνα με τον Σπρίνζακ. «Αντίθετα με τους αριστερούς ή τους φιλελεύθερους, πολλοί από τους φασίστες, ναζί, τιμωρούς και ρατσιστές τρομοκράτες δεν νιώθουν τύψεις για τη βία και τις θηριωδίες που προκαλούν. Δεν απαιτείται σ’ αυτή την περίπτωση ένας βαθύς ψυχοπολιτικός μετασχηματισμός προκειμένου να εξελιχθούν σε βάναυσους δολοφόνους» (Tore Bjørgo [επιμ.], «Terror from the Extreme Right», Franc Cass, Λονδίνο 1995).
Έτσι εξηγείται λ.χ. αυτή η ανοχή που επέδειξε το επίσημο κράτος, αλλά και η πλειοψηφία της κοινής γνώμης μετά τη δολοφονία του «ξένου» Σαχζάτ Λουκμάν τον Γενάρη του 2013, αλλά και ο ξεσηκωμός μετά τη δολοφονία του «δικού μας» Παύλου Φύσσα.
Μ’ αυτή την έννοια, είναι απολύτως άστοχη η απόπειρα του Κυριάκου Μητσοτάκη να διεκδικήσει ως αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας τα εύσημα για την ποινική δίωξη της Χρυσής Αυγής. Τον ακούσαμε την Τετάρτη στη Βουλή να ζητάει τον λόγο για «τρεις σύντομες επισημάνσεις», και να ξεκινά με την απόφαση του εφετείου: «Κυρία Πρόεδρε, ας θυμηθούμε ότι η Χρυσή Αυγή φυλακίστηκε, της αποδόθηκαν κατηγορίες και χαρακτηρίστηκε εγκληματική οργάνωση, ως αποτέλεσμα πρωτοβουλιών της Νέας Δημοκρατίας».
Αφήνω κατά μέρος την υμνητική αναφορά Μητσοτάκη στον… Αντώνη Σαμαρά, και θυμίζω ότι η κίνηση αυτή υπήρξε αποτέλεσμα της έντονης πίεσης από τα κόμματα της Αριστεράς, από τις μαζικές λαϊκές συγκεντρώσεις, αλλά και από τις υποδείξεις των διεθνών οργανισμών για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Και την πρόταση για την εφαρμογή του άρθρου 187 Π.Κ. περί εγκληματικών οργανώσεων που επαίρεται σήμερα ο κ. Βορίδης ότι ήταν δική του ιδέα τον Σεπτέμβρη του 2013, την είχαμε προβάλει στο πρώτο φύλλο της «Εφημερίδας των Συντακτών» με κείμενο του Νίκου Αλιβιζάτου («Ως κοινοί εγκληματίες», 5.11.2012»).
Ασφαλώς δεν έχει τόση σημασία η διεκδίκηση «αντιφασιστικών» πρωτείων από τα κόμματα, ενώ δεν υποτιμώ καθόλου και το γεγονός ότι έστω και έτσι ορθώθηκε ένα «τείχος δημοκρατίας» απέναντι στο ναζιστικό έγκλημα. Αλλά δεν μπορούμε να ξεχάσουμε ότι μέχρι τον Σεπτέμβρη του 2013 η Νέα Δημοκρατία διατηρούσε στενές σχέσεις με το «κόμμα» Χρυσή Αυγή και μέσω του Τάκη Μπαλτάκου, ο οποίος υπήρξε παλιός «συναγωνιστής» του Μιχαλολιάκου, εξασφάλιζε τις ψήφους των ναζιστών βουλευτών στα νομοσχέδια που αντιδρούσαν οι «συγκυβερνώντες» του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ. Αλλά και μετά την άσκηση των διώξεων, το μόνο κόμμα που δεν έστειλε τον ορισμένο εκπρόσωπό του να καταθέσει στη δίκη, ήταν η Νέα Δημοκρατία. Ο Βασίλης Κικίλιας δεν εμφανίστηκε!
Το χειρότερο είναι ότι ακόμα και μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, οι κυβερνήσεις Μητσοτάκη επιχείρησαν να την «αξιοποιήσουν», καθαρά για εκλογικούς λόγους, θεσπίζοντας νόμους, με βασική πρόθεση την οικειοποίηση των ψηφοφόρων της Ακροδεξιάς. Το αποτέλεσμα ήταν να ζήσουμε το κυνήγι των «Σπαρτιατών» με κύριο στόχο την μετατόπιση οπαδών του Κασιδιάρη στο στρατόπεδο Μητσοτάκη. Και το μοναδικό αποτέλεσμα ήταν η μείωση του αριθμού των βουλευτών σε 297 και η αθώωση των «Σπαρτιατών» και του Κασιδιάρη από μια επινοημένη κατηγορία.
Τη Δευτέρα, η εισαγγελέας Κυριακή Στεφανάτου θα κάνει τις προτάσεις της για τις ποινές, μετά τα αιτήματα για ελαφρυντικά που ολοκληρώθηκαν χτες. Το αξιοσημείωτο είναι ότι τα ηγετικά στελέχη της οργάνωσης εξακολουθούν να μην κατανοούν τη δικαστική απόφαση. Η πλευρά Μιχαλολιάκου που έχει διατηρήσει το όνομα της οργάνωσης δεν έχει πει ούτε λέξη για την απόφαση. Αρκείται στην ιστοσελίδα της να καταγγέλλει κάποιους μη κατονομαζόμενους πρώην «συναγωνιστές» της και να διαμαρτύρεται για δημοσίευμα δικό μας προ 33 ετών (του «Ιού» στην «Ελευθεροτυπία» το 1993)! Αλλά και η πλευρά Κασιδιάρη επιμένει να αγνοεί την ουσία της απόφασης και να επικαλείται το γεγονός ότι δεν κατηγορείται ως αυτουργός εγκλήματος. Κάνουν, δηλαδή, και οι δύο πλευρές ότι δεν κατανοούν ότι κατηγορήθηκαν (και καταδικάστηκαν) ως στελέχη που διεύθυναν εγκληματική οργάνωση και όχι ως αυτουργοί εγκληματικών πράξεων.
Αυτός είναι ο λόγος, για τον οποίο επιμένουν ότι η μοναδική εγκληματική πράξη ήταν η δολοφονία του Παύλου Φύσσα και ότι επομένως ο μόνος ένοχος είναι ο Ρουπακιάς. Μόνο που το Εφετείο μελέτησε ή απλώς κατέγραψε δεκάδες εγκληματικές πράξεις, για τις οποίες ευθύνεται η διεύθυνση (ηγεσία) της Χρυσής Αυγής. Και για όποιον αμφιβάλλει, θυμίζω ότι ακόμα και πριν από τη δολοφονία Φύσσα, ο Μανώλης Γλέζος είχε παραδώσει στον αρμόδιο υπουργό Νίκο Δένδια έναν κατάλογο με πάνω από 150 περιπτώσεις επιθέσεων της Χρυσής Αυγής από το 1992 μέχρι το 2012 («Εφ.Συν.», 25.9.2013). Κι αυτές ήταν μόνο εκείνες που μπορούσαμε να εντοπίσουμε τους δράστες.
Η δικαιοσύνη έκανε λοιπόν το χρέος της με τον καλύτερο τρόπο. Αλλά αυτό δεν αρκεί για την προάσπιση της δημοκρατίας απέναντι στο ναζιστικό έγκλημα.
(Ο Δημήτρης Ψαρράς είναι δημοσιογράφος και συνιδρυτής του σάιτ "Χωρίς Εφημερίδα")
































