Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με την ανάγκη ταχείας ενίσχυσης της αμυντικής της βιομηχανίας και της τεχνολογικής καινοτομίας, καθώς οι γεωπολιτικές εξελίξεις και τα διδάγματα από τον πόλεμο στην Ουκρανία, αλλά και τώρα στην Μέση Ανατολή, αναδεικνύουν τον καθοριστικό ρόλο των νέων τεχνολογιών στο σύγχρονο πεδίο μάχης.
Σύμφωνα με ανάλυση του Bruegel, η ενσωμάτωση νεοφυών και καινοτόμων επιχειρήσεων στην αμυντική παραγωγή αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ενίσχυση των στρατιωτικών δυνατοτήτων της Ευρώπης, καθώς μεγάλο μέρος των νέων τεχνολογιών –από drones έως συστήματα τεχνητής νοημοσύνης– αναπτύσσεται πλέον από μικρότερες εταιρείες και όχι αποκλειστικά από τους παραδοσιακούς αμυντικούς κολοσσούς.
Στο πλαίσιο αυτής της ευρύτερης ευρωπαϊκής τάσης, η Ελλάδα επιχειρεί να δημιουργήσει νέα επενδυτικά κίνητρα στον τομέα της άμυνας μέσω του νέου αναπτυξιακού νόμου. Το προσχέδιο του νόμου, το οποίο τίθεται σε δημόσια διαβούλευση έως τις 13 Μαρτίου, εισάγει για πρώτη φορά ειδικό καθεστώς ενίσχυσης επενδυτικών σχεδίων που σχετίζονται με την άμυνα, με έμφαση κυρίως σε δραστηριότητες «διπλής χρήσης», δηλαδή σε τεχνολογίες και προϊόντα που μπορούν να αξιοποιηθούν τόσο για στρατιωτικούς όσο και για πολιτικούς σκοπούς. Με τις νέες ρυθμίσεις επεκτείνεται το πεδίο εφαρμογής του αναπτυξιακού νόμου και δημιουργείται ένα ξεχωριστό επενδυτικό καθεστώς για στρατηγικούς τομείς που συνδέονται με την άμυνα, την κατασκευή οχημάτων και την αεροναυπηγική βιομηχανία. Στόχος είναι να ενισχυθούν οι επενδύσεις σε βιομηχανίες υψηλής τεχνολογίας και να δοθούν κίνητρα σε επιχειρήσεις να αναπτύξουν παραγωγικές μονάδες ή να εκσυγχρονίσουν υπάρχουσες υποδομές στον συγκεκριμένο κλάδο.
Σύμφωνα με την έρευνα του ινστιτούτου Bruegel., οι αμυντικές προμήθειες σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες εξακολουθούν να κατευθύνονται κυρίως σε λίγες μεγάλες εταιρείες, περιορίζοντας τη συμμετοχή μικρότερων και πιο καινοτόμων επιχειρήσεων. Στη Γερμανία, την Πολωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο, οι δέκα μεγαλύτεροι προμηθευτές απορροφούν μεταξύ 67% και 90% των στρατιωτικών συμβάσεων, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο σε σύγκριση με τις ΗΠΑ, όπου το αντίστοιχο μερίδιο είναι κάτω από 40%.
Η εικόνα αυτή αντανακλά τις δομικές αδυναμίες του ευρωπαϊκού συστήματος προμηθειών, το οποίο χαρακτηρίζεται από αργές διαδικασίες, υψηλά διοικητικά εμπόδια και προτίμηση σε καθιερωμένους προμηθευτές. Οι πρακτικές αυτές δυσκολεύουν την είσοδο νέων εταιρειών, ακόμη και όταν διαθέτουν τεχνολογίες που θα μπορούσαν να ενισχύσουν σημαντικά τις στρατιωτικές δυνατότητες.
Την ίδια στιγμή, οι ΗΠΑ έχουν αναπτύξει μηχανισμούς που ενθαρρύνουν τη συμμετοχή μικρών και καινοτόμων επιχειρήσεων στην αμυντική παραγωγή. Προγράμματα όπως το Small Business Innovation Research χρηματοδοτούν την έρευνα μικρών εταιρειών, ενώ οργανισμοί όπως η Defense Innovation Unit λειτουργούν ως γέφυρα μεταξύ του στρατού και της τεχνολογικής κοινότητας. Τα μέτρα αυτά έχουν συμβάλει στη διεύρυνση της συμμετοχής νεοφυών επιχειρήσεων στις στρατιωτικές προμήθειες.
Παράλληλα, χώρες όπως η Γαλλία, η Γερμανία, το Ισραήλ και η Ουκρανία έχουν υιοθετήσει πολιτικές που στοχεύουν στην επιτάχυνση της στρατιωτικής καινοτομίας. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, η δημιουργία της Υπηρεσίας Αμυντικής Καινοτομίας έχει διευκολύνει την πρόσβαση μικρών επιχειρήσεων σε συμβάσεις, αυξάνοντας το ποσοστό των αμυντικών δαπανών που κατευθύνεται σε μικρομεσαίες εταιρείες.
Οι συντάκτες της μελέτης υπογραμμίζουν ότι η Ευρώπη χρειάζεται να ενσωματώσει τις νεοφυείς επιχειρήσεις ήδη από τα πρώτα στάδια της ανάπτυξης νέων οπλικών συστημάτων, να ενισχύσει τον ανταγωνισμό μεταξύ προμηθευτών και να προωθήσει πιο ευέλικτες διαδικασίες προμηθειών. Παράλληλα, η δημιουργία ευρωπαϊκών αγορών άμυνας με μεγαλύτερη διασύνδεση μεταξύ των κρατών-μελών θεωρείται κρίσιμη για την ανάπτυξη ισχυρού οικοσυστήματος αμυντικής τεχνολογίας.
Όπως επισημαίνεται στην ανάλυση του ινστιτούτου Bruegel, η ενίσχυση της καινοτομίας στην αμυντική βιομηχανία δεν αφορά μόνο την ασφάλεια της Ευρώπης, αλλά μπορεί να έχει και σημαντικές θετικές επιπτώσεις στην οικονομία, μέσω της ανάπτυξης νέων τεχνολογιών και της ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.
































