Η συνταγματική αναθεώρηση είναι κορυφαία θεσμική πράξη συλλογικής αυτοδέσμευσης με βαρύτατο δημοκρατικό φορτίο που στοχεύει στη θεσμική ανανέωση και την εμπέδωση των βασικών αρχών και αξιών που το θεμελιώνουν.
Το Σύνταγμα διαπνέεται από αξίες που δεν μπορούν να μεταβάλλονται κατά τις επιδιώξεις της εκάστοτε πλειοψηφίας. Η αναθεώρησή του, επομένως, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως εργαλείο συγκυριακής πολιτικής αντιπαράθεσης και μικροπολιτικής διαχείρισης. Ο κ. Μητσοτάκης αξιοποιεί τη συνταγματική αναθεώρηση ως άλλοθι ακόμη και για την επικύρωση αντισυνταγματικών κυβερνητικών επιλογών.
Σε μια περίοδο που κυριαρχεί η καταπάτηση του κράτους δικαίου και η έλλειψη θεσμικής αξιοπιστίας και εμπιστοσύνης, η προτεραιότητα δεν είναι η αλλαγή των κανόνων, αλλά η εμπέδωση της πιστής εφαρμογής τους.
Ο σημερινός πρωθυπουργός ανοίγει το ζήτημα της αναθεώρησης για να αυτοπροστατευτεί θεσμικά για την παραβίαση συνταγματικών κανόνων που ο ίδιος έπραξε αλλά και για να αντισταθμίσει επικοινωνιακά την πολιτική φθορά του, χωρίς αίσθηση συλλογικής εθνικής ευθύνης.
Γιατί πώς να εκληφθεί αλλιώς το γεγονός ότι ο πρωθυπουργός που έχει υπονομεύσει το κράτος δικαίου και τους θεσμούς για να μη λογοδοτήσουν οι υπεύθυνοι των σκανδάλων των υποκλοπών, των Τεμπών και του ΟΠΕΚΕΠΕ, ζητάει τώρα συναινέσεις για την αναθεώρηση του άρθρου 86 του Συντάγματος;
Η κυβερνητική πλειοψηφία δεν δικαιούται να υποκαθιστά την προανακριτική επιτροπή με μια απλή εξεταστική, όπως συνέβη πρόσφατα στην υπόθεση των δύο υπουργών που φέρονται να εμπλέκονται στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, αγνοώντας τον πυρήνα του νοήματος των συνταγματικών κανόνων και επιτείνοντας το αίσθημα ατιμωρησίας.
Το άρθρο 86 για την ευθύνη των υπουργών είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα για την αποδυνάμωση του κανονιστικού περιεχομένου του Συντάγματος. Πρόκειται αναμφισβήτητα για μια απαράδεκτη διάταξη που έχει τραυματίσει το κοινό αίσθημα δικαιοσύνης περισσότερο από κάθε άλλη. Η κυβέρνηση θα μπορούσε να προχωρήσει σε θεσμικές αλλαγές ακόμη και χωρίς συνταγματική αλλαγή, ψηφίζοντας κοινό νόμο για την κατάργηση της αποσβεστικής προθεσμίας της δεύτερης συνόδου της επόμενης βουλευτικής περιόδου, όπως δίνεται η δυνατότητα από το ισχύον Σύνταγμα, ώστε να ενισχυθεί ισονομία και η εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς. Δεν το έκανε.
Είναι απαράδεκτο, επίσης, ο πρωθυπουργός που άνοιξε τον δρόμο, παραβιάζοντας το Σύνταγμα, για την ίδρυση ιδιωτικών κολλεγίων στην Ελλάδα, να ζητάει συναινέσεις για την αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος, που ορίζει ρητά ότι απαγορεύεται η σύσταση ανώτατων σχολών από ιδιώτες (παράγραφος 8). Το οποίο βέβαια «αναθεώρησε» με την ψήφιση κοινού νόμου κατά παράβαση του Συντάγματος και στη συνέχεια η ψήφιση αυτή επικυρώθηκε από το Δικαστήριο.
Η ερμηνεία των συνταγματικών κανόνων δεν μπορεί να εξωραΐζει την υποκατάσταση των κανόνων από τη βούληση της εκάστοτε εξουσίας, γιατί τότε το κράτος δικαίου μετατρέπεται από εγγύηση ελευθερίας σε μηχανισμό νομιμοποίησης της αυθαιρεσίας.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η γενική απαγόρευση των συναθροίσεων σε τμήμα της πλατείας Συντάγματος, μπροστά από το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, που νομοθέτησε η Κυβέρνηση κατά παράβαση του άρθρου 11 του Συντάγματος, που επιτρέπει περιορισμούς μόνο κατ’ εξαίρεση, με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση και υπό τον σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας.
Επομένως, η σημερινή κυβέρνηση έχει παραβιάσει πολλαπλώς το Σύνταγμα είτε ψηφίζοντας κοινούς νόμους είτε παραλείποντας να εκδώσει τους αναγκαίους εκτελεστικούς νόμους με αποτέλεσμα οι διατάξεις του να μένουν γράμμα κενό, όπως για παράδειγμα για το άρθρο 86 αλλά και για την παράγραφο 6 του άρθρου 73 για τη λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία.
Μια δημοκρατική κοινοβουλευτική πλειοψηφία οφείλει να θυμάται ότι δεν είναι απλώς φορέας εντολής, αλλά θεματοφύλακας εγγυήσεων. Το πολίτευμα δεν υπάρχει για να επικυρώνει την εξουσία, αλλά για να τη δεσμεύει, να την ελέγχει, να την οριοθετεί. Και ο πολίτης, σύμφωνα με το άρθρο 120 παρ. 4 του Συντάγματος, δεν είναι παθητικός θεατής. Έχει καθήκον εγρήγορσης και αντίστασης απέναντι σε κάθε μορφή αυθαιρεσίας, όχι μόνο απέναντι στις φανερές παραβιάσεις, αλλά και στις ύπουλες καταστρατηγήσεις του συνταγματικού κεκτημένου. Οφείλει να το προστατεύει και να το υπερασπίζεται, ώστε να μένει ριζωμένο στις αναλλοίωτες αξίες της Δημοκρατίας και του Κράτους Δικαίου.
Σήμερα, τα θεσμικά αντίβαρα της εξουσίας αποδυναμώνονται και το δίκαιο χάνει τον χαρακτήρα του ως σταθερού και αδιαπραγμάτευτου κανόνα, με αποτέλεσμα να διατρέχουμε τον κίνδυνο μιας σοβαρής δημοκρατικής οπισθοδρόμησης.
Εν τέλει, το ερώτημα είναι βαθιά πολιτικό και ταυτόχρονα υπαρξιακό για τη Δημοκρατία: θα επικρατήσει η ισχύς του δικαίου ή το δίκαιο της ισχύος; Το πού θα πάμε εξαρτάται από το αν θα επικρατήσουν οι δυνάμεις της προόδου ή οι δυνάμεις της συντήρησης και της οπισθοδρόμησης. Οι δυνάμεις της προόδου φέρουν σήμερα μεγάλη ευθύνη για την αυριανή έκβαση.
(Ο Βασίλης Τσίρκας είναι δικηγόρος, πρώην βουλευτής, μέλος ΚΕ ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ)

































