Τη θέση ότι η διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος δεν διακόπτεται εξαιτίας συγκυριακών εκλογικών αποτελεσμάτων ή της ανάδειξης «εφήμερης» Βουλής διατύπωσε ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος, μιλώντας στον ραδιοφωνικό σταθμό Real FM.
Ο κ. Παυλόπουλος εστίασε στην ερμηνεία του άρθρου 110 παράγραφοι 2 και 3 του Συντάγματος, που ρυθμίζει τη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης, υπογραμμίζοντας ότι οι σχετικές διατάξεις πρέπει να προσεγγίζονται πρωτίστως με βάση την τελεολογική ερμηνεία, δηλαδή το πνεύμα και τον σκοπό τους. Όπως ανέφερε, το Σύνταγμα, ως κορυφαίος κανόνας δικαίου της έννομης τάξης, δεν μπορεί να ερμηνεύεται αποσπασματικά ή με στενά τυπικά κριτήρια, αλλά με γνώμονα τη διασφάλιση της θεσμικής σταθερότητας και της δημοκρατικής νομιμοποίησης.
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, η αναθεώρηση του Συντάγματος αποτελεί διαδικασία δύο φάσεων: η πρώτη Βουλή διαπιστώνει την ανάγκη αναθεώρησης και προσδιορίζει τις διατάξεις που πρέπει να τροποποιηθούν, ενώ η επόμενη Βουλή, μετά τις εκλογές, αναλαμβάνει την οριστική διαμόρφωση και ψήφιση των αναθεωρημένων διατάξεων. Κατά τον πρώην Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο βασικός σκοπός αυτής της διάκρισης είναι η εξασφάλιση «νωπής και γνήσιας δημοκρατικής νομιμοποίησης» για τις νέες συνταγματικές ρυθμίσεις.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο ενδεχόμενο να προκύψει, μετά τις εκλογές, μια Βουλή που δεν μπορεί να σχηματίσει βιώσιμη κυβέρνηση και άρα να ασκήσει πλήρως το έργο της. Σε μια τέτοια περίπτωση, όπως σημείωσε, η αναθεωρητική διαδικασία δεν πρέπει να θεωρείται ότι διακόπτεται ή ακυρώνεται. Αντιθέτως, η ουσιαστική αρμοδιότητα μεταφέρεται στην επόμενη Βουλή που θα έχει τη δυνατότητα να ολοκληρώσει το έργο, ώστε να μην αναιρείται το στάδιο που έχει ήδη ολοκληρωθεί από την προηγούμενη κοινοβουλευτική περίοδο.
Ο κ. Παυλόπουλος προειδοποίησε ότι η αντίθετη ερμηνεία θα μπορούσε να καταστήσει την αναθεώρηση «έρμαιο άκαρπων εκλογικών αναμετρήσεων», οδηγώντας σε θεσμική αστάθεια και ακύρωση κρίσιμων συνταγματικών πρωτοβουλιών. Παράλληλα, χαρακτήρισε αβάσιμο το επιχείρημα ότι ένα εκλογικό αποτέλεσμα που οδηγεί σε αδύναμη ή βραχύβια Βουλή μπορεί να εκληφθεί ως «εικαζόμενη βούληση» του εκλογικού σώματος για οριστική διακοπή της αναθεωρητικής διαδικασίας.
Καταλήγοντας, υπογράμμισε ότι ο πυρήνας της συνταγματικής αναθεώρησης είναι η θεσμική συνέχεια και η δημοκρατική νομιμοποίηση και όχι η εξάρτησή της από συγκυριακές πολιτικές ισορροπίες, επισημαίνοντας πως η ορθή ερμηνεία των σχετικών διατάξεων διασφαλίζει τόσο τη σταθερότητα του πολιτεύματος όσο και τον σεβασμό στη λαϊκή κυριαρχία.































