Υπάρχει ένα ανυπέρβλητο όριο πέρα από το οποίο είναι μάταιη –χειρότερα: κινδυνεύει να εκληφθεί ως ευήθεια– κάθε σύγκλιση, διαπραγμάτευση, συζήτηση καν ορισμένης πρότασης. Το όριο αυτό είναι η στοιχειώδης ειλικρίνεια και σοβαρότητα της πρότασης. Η πρόταση συνταγματικής αναθεώρησης που εξήγγειλε ο πρόεδρος της Κ.Ο. της Νέας Δημοκρατίας –μιλώντας, ωστόσο, από το Μέγαρο Μαξίμου ως πρωθυπουργός– είναι βαθιά υποκριτική, για τρεις βασικούς λόγους.
Πρώτον, πώς να πάρουμε στα σοβαρά μια πρόταση αναθεώρησης, που υποτίθεται αποσκοπεί στη βελτίωση του Συντάγματος, όταν προέρχεται από μια πλειοψηφία που ευθύνεται για τον πρωτοφανή ευτελισμό του; Οι συνταγματικές διατάξεις, για παράδειγμα, περί απορρήτου των επικοινωνιών (άρθρο 19) ή ποινικής ευθύνης υπουργών (άρθρο 86) είναι σαν να μην υπάρχουν. Δεν αξίζουν ούτε το χαρτί στο οποίο είναι γραμμένες. Όχι λόγω του σκανδάλου των παρακολουθήσεων και του εγκλήματος των Τεμπών καθαυτών, αλλά για την απροκάλυπτη προσπάθεια συγκάλυψής τους. Ας μη μιλήσουμε για την απαγόρευση ιδιωτικών πανεπιστημίων (άρθρο 16), που ο ίδιος ο πρωθυπουργός χαρακτηρίζει ‘σκληρή’ προτείνοντας την άρση της, παρότι αυτή έχει ήδη αρθεί νομοθετικά –με τις ευλογίες του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο η πρόταση εκθέτει ανεπανόρθωτα. Πρώτα λοιπόν να συμφωνήσουμε πώς θα διασφαλιστεί η τήρηση του (όποιου) Συντάγματος, και μετά ας συζητήσουμε πώς θα αλλάξουμε αυτό που έχουμε.
Δεύτερον, πώς να πάρουμε στα σοβαρά μια νέα πρόταση αναθεώρησης, όταν υπάρχουν ακόμα ντροπιαστικές εκκρεμότητες από την προηγούμενη; Το Νοέμβριο του 2019 ψηφίστηκαν ορισμένες, φαινομενικά τουλάχιστον, σημαντικές θεσμικές μεταρρυθμίσεις στο Σύνταγμα. Η λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία (άρθρο 73) έμεινε απλή εξαγγελία, αφού έξι χρόνια τώρα δεν εκδόθηκε ο αναγκαίος εκτελεστικός νόμος. Το ίδιο και η σύσταση εξεταστικών επιτροπών από την αντιπολίτευση (άρθρο 68), αφού ουδέποτε τροποποιήθηκε κατάλληλα ο κανονισμός της βουλής. Το ίδιο η αναβάθμιση των στρατιωτικών δικαστηρίων (άρθρο 96) ή το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα (άρθρο 21). Όλα έμειναν στα χαρτιά, απλές εξαγγελίες για τη δημιουργία εντυπώσεων και μόνο, με αισχρή εργαλειοποίηση του Συντάγματος, χωρίς να επέλθει καμία πραγματική αλλαγή. Πρώτα λοιπόν να υλοποιήσουμε τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις της προηγούμενης αναθεώρησης, για να αποδείξουμε ότι τις εννοούμε, και μετά ας ξεκινήσουμε νέα αναθεώρηση. Που, προφανώς, δεν θέλουμε να μείνει –και αυτή– στα χαρτιά.
Τρίτον, πώς να πάρουμε στα σοβαρά μια πρόταση αναθεώρησης, υποτίθεται για την επίλυση συνταγματικών προβλημάτων, αν δεν εξαντληθεί πρώτα κάθε δυνατότητα νομοθετικής αντιμετώπισής τους, όπου αυτή είναι δυνατή, ώστε να αποδείξουμε ότι την επιδιώκουμε ειλικρινά; Δύο παραδείγματα. Η μεγαλύτερη συμμετοχή των δικαστικών στην επιλογή της ηγεσίας του κλάδου με αναθεώρηση του άρθρου 90 ενέχει τον κίνδυνο φατριασμών που, νομοτελειακά, θα αυξήσει αντί να περιορίσει την επιρροή της πολιτικής εξουσίας. Αν πραγματικά θέλουμε να την περιορίσουμε, το πιο απλό –δεν απαιτεί αναθεώρηση– θα ήταν να μειώσουμε νομοθετικά τις θέσεις αντιπροέδρων στα ανώτατα δικαστήρια από δέκα ή έντεκα σε μία (βλ. Π. Τσούκας, «Υπόγεια υπονόμευση ανεξαρτησίας Δικαιοσύνης», Η Καθημερινή, 3.7.2018). Πριν φτάσουμε στην αναθεώρηση του άρθρου 86, ο θεσμός της ποινικής ευθύνης υπουργών μπορεί να μεταρρυθμιστεί θεαματικά, αν με νόμο προβλέψουμε ως υποχρεωτική τη, μη δεσμευτική, γνώμη δικαστικού συμβουλίου επί της κατηγορίας κατά υπουργού, προτού αυτή συζητηθεί στην ολομέλεια της βουλής. (Είχε θεσπιστεί ως απλή ευχέρεια, της οποίας όμως ουδέποτε έγινε χρήση, με το νόμο Καστανίδη το 2011). Ποια πλειοψηφία θα τολμήσει να αναλάβει το πολιτικό κόστος παραπομπής (ή μη) αντίθετης σε τεκμηριωμένη δικαστική γνώμη; Πρώτα λοιπόν να βάλουμε στο τραπέζι αλλαγές που μπορούν να γίνουν με απλό νόμο, για να αποδείξουμε την ειλικρίνειά μας, και μετά ας προχωρήσουμε στην αναθεώρηση του Συντάγματος.
(Ο Ακρίτας Καϊδατζής είναι Αναπλ. καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Α.Π.Θ.)



























