Η συζήτηση για τη μετατροπή του Δημοσιονομικού Συμβουλίου σε θεσμό με αυξημένες αρμοδιότητες, σχεδόν «συνταγματικού τοποτηρητή», έχει ανοίξει ένα από τα πιο κρίσιμα πολιτικά και θεσμικά ζητήματα της εποχής μας. Πίσω από τον τεχνοκρατικό μανδύα της «ορθολογικής διαχείρισης» κρύβεται μια βαθιά πολιτική επιλογή, η απομάκρυνση της οικονομικής πολιτικής από τη λαϊκή βούληση.
Η βασική ανησυχία είναι ότι ένα όργανο μη εκλεγμένων ειδικών θα μπορεί να απορρίπτει πολιτικές προτάσεις ως «μη κοστολογημένες» ή «δημοσιονομικά μη συμβατές». Αυτό σημαίνει ότι η κυβέρνηση δεν θα μπορεί να εφαρμόσει το πρόγραμμά της, η αντιπολίτευση δεν θα μπορεί καν να το παρουσιάσει και η ψήφος του πολίτη θα χάνει ουσιαστικό περιεχόμενο. Δηλαδή οι τεχνοκράτες αποκτούν δικαίωμα βέτο!
Παράδειγμα:
Στη Γερμανία, το Συνταγματικό Δικαστήριο ακύρωσε πρόσφατα κυβερνητικό σχέδιο επενδύσεων επειδή παραβίαζε το «φρένο χρέους». Η πολιτική βούληση υποτάχθηκε στον κανόνα, όχι το αντίστροφο.
Αν κάθε κόμμα πρέπει να πάρει «έγκριση» πριν καν παρουσιάσει το πρόγραμμά του, τότε η πολιτική συζήτηση περιορίζεται σε ένα στενό πλαίσιο. Κεϊνσιανές πολιτικές, δημόσιες επενδύσεις με δανεισμό και η ενίσχυση κοινωνικού κράτους μπορεί να θεωρηθούν «μη επιτρεπτές. Απαγορεύεται δηλαδή κάθε εναλλακτικό οικονομικό μοντέλο.
Επομένως, η οικονομική πολιτική παύει να είναι πεδίο ιδεολογικής αντιπαράθεσης και γίνεται τεχνικό εγχειρίδιο με μία μόνο «σωστή» απάντηση.
Παράδειγμα:
Στην Ισπανία, οι δημοσιονομικοί κανόνες της ΕΕ οδήγησαν σε χρόνια υποχρηματοδότηση υποδομών, παρότι υπήρχε πολιτική βούληση για αύξηση δαπανών.
Η εμπειρία χωρών που υιοθέτησαν αυστηρούς συνταγματικούς κανόνες δείχνει ότι οι δημόσιες επενδύσεις συρρικνώνονται, οι κρίσεις αντιμετωπίζονται δυσκολότερα και οι υποδομές υποβαθμίζονται.
Η Γερμανία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα, σχολεία, σιδηρόδρομοι και ψηφιακά δίκτυα έχουν μείνει πίσω, επειδή για χρόνια οι επενδύσεις θεωρούνταν «δημοσιονομικά μη επιτρεπτές».
Όταν η κοινωνική πολιτική βαφτίζεται «λαϊκισμός»
Ένα ακόμη επιχείρημα είναι ότι η κυβέρνηση χαρακτηρίζει «λαϊκισμό» κάθε πρόταση για αύξηση μισθών, ενίσχυση κοινωνικών παροχών και δημόσιες επενδύσεις.
Αν τέτοιες πολιτικές θεωρηθούν όχι απλώς λανθασμένες αλλά αντισυνταγματικές, τότε η κοινωνική διεκδίκηση μετατρέπεται σε θεσμικό αδίκημα.
Αν το Σύνταγμα επιβάλλει ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς «εσαεί», τότε η εναλλαγή κομμάτων στην εξουσία χάνει νόημα, η οικονομική πολιτική γίνεται μονόδρομος και η δημοκρατία περιορίζεται σε διαχείριση και όχι σε επιλογή πορείας. Δηλαδή, η πολιτική μετατρέπεται σε λογιστική!
Η πιο βαθιά κριτική είναι ότι η αναθεώρηση αυτή δεν είναι «γενναία» επειδή εκσυγχρονίζει, αλλά επειδή απομονώνει την οικονομία από τη δημοκρατική διαδικασία. Η οικονομική πολιτική παύει να είναι αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης και γίνεται τεχνοκρατική εντολή.
Και αυτό είναι επικίνδυνο, όχι επειδή η δημοσιονομική πειθαρχία είναι κακή ή καλή, αλλά επειδή η δημοκρατία χρειάζεται επιλογές, όχι μόνο κανόνες.
(Η Ιωάννα Λιούτα είναι Πολιτική και Οικονομική Αναλύτρια)































