Όσοι πανηγυρίζουν για την υποτιθέμενη «οικονομική επιτυχία» της χώρας έχουν από καιρό χάσει την επαφή τους με ό,τι συμβαίνει στην πραγματική κοινωνία. Μετά από χρόνια θυσιών και λιτότητας, οι συνέπειες της βαθιάς οικονομικής και κοινωνικής κρίσης είναι ακόμη εδώ. Για τη μεγάλη πλειοψηφία, η «επιστροφή στην κανονικότητα» ήταν μία κενή υπόσχεση. Δεν είναι μόνο η ακρίβεια και η επιδείνωση της αγοραστικής δύναμης που φέρνει τους Έλληνες και τις Ελληνίδες στην τελευταία θέση της Ευρώπης και σε ολοένα πιο δυσβάσταχτες συνθήκες ζωής. Είναι και άλλα ζητήματα που τείνουμε να ξεχνάμε, όπως το ιδιωτικο χρέος.
Ήταν ευτύχημα ότι την περίοδο της κρίσης υπήρξαν πολιτικά πρόσωπα και πολιτικές δυνάμεις που μέσα στα στενά περιθώρια ελιγμών που επέτρεπαν τα προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής, σχεδίασαν και υλοποίησαν πολιτικές που έδωσαν ανάσα στην κοινωνία. Μία τέτοια νομοθετική τομή ήταν ο Νόμος Κατσέλη για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά. Η προστασία που προσέφερε σε χιλιάδες ελληνικές οικογένειες ήταν ζωτικής σημασίας – παρά τις προσπάθειες που έγιναν να αποξηλωθεί. Και τώρα, έρχεται μια τελευταία εξέλιξη, η απόφαση του Αρείου Πάγου, να αποδώσει δικαιοσύνη σε ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα εφαρμογής αυτού του προστατευτικού πλαισίου.
Η ολομέλεια του ανώτατου δικαστηρίου συνεδρίασε για να κρίνει οριστικά το φλέγον ζήτημα του υπολογισμού των τόκων για όσους έχουν υπαχθεί στον νόμο Κατσέλη και έτυχαν δικαστικής ρύθμισης αλλά αδυνατούν να ανταπεξέλθουν στις δόσεις τους λόγω της τεράστιας αύξησης των μηνιαίων δόσεων. Το ζήτημα αυτό δημιουργούσε χαώδη διαφορά σε οικονομικό επίπεδο, γιατί τα Funds υποστήριζαν ότι το επιτόκιο πρέπει να υπολογίζεται επί του συνόλου της οφειλής με αποτέλεσμα η μηνιαία δόση που καλούνταν να πληρώσει ο δανειολήπτης να υπερδιπλασιάζεται καθιστώντας τη ρύθμιση πρακτικά ανεφάρμοστη, να κοκκινίζει το δάνειό του και να έχει να αντιμετωπίσει όλες τις δυσμενείς συνέπειες (εξώδικα, διαταγές πλειστηριασμούς κ.ο.κ.).
Αντιθέτως, οι δανειολήπτες, στηριζόμενοι στον Νόμο 3869/2010, υποστήριζαν ότι το επιτόκιο πρέπει να επιβάλλεται μόνο στο ποσό της μηνιαίας δόσης που έχει ορίσει το δικαστήριο και όχι στο συνολικό υπόλοιπο της οφειλής.
Διαφορετικά, πρόκειται για εκτοκισμό με δυσανάλογη επιβάρυνση, που οδηγεί σε αδυναμία πληρωμής και υπερχρέωση λόγω αυτού, ακυρώνοντας έτσι ουσιαστικά τον σκοπό του Νόμου, που ήταν αφενός η προστασία του δανειολήπτη ο οποίος αντιμετώπιζε πραγματική αδυναμία πληρωμής και αφετέρου η κοινωνική συνοχή, καθώς ο νομοθέτης με τον Νόμο Κατσέλη θέλησε να προστατεύσει τον οικονομικά αδύναμο και όρισε ότι το επιτόκιο θα επιβαρύνει τη μηνιαία δόση.
Το ζήτημα είναι μείζονος κοινωνικής σημασίας, γιατί αφορά τη βιωσιμότητα τουλάχιστον 350.000 περίπου δικαστικών ρυθμίσεων δανειοληπτών που πλήρωναν δόσεις με τεράστιο ύψος και διαφορά λόγω του παράνομου εκτοκισμού. Για παράδειγμα, σε μια οφειλή ύψους 125.000 € και διάρκειας 25 ετών (300 μήνες) το επιτόκιο 3,5% ε άν οι τόκοι υπολογίζονταν συνολικά θα σήμαινει 55.000 € περίπου ενώ εάν οι τόκοι υπολογίζονταν ανα μηνιαία δόση θα σήμαινε 21.000 € περίπου. Η διαφορά είναι μεγάλη, και ειδικά όταν μιλάμε για ευάλωτα νοικοκυριά και συμπολίτες μας.
Συνεπώς το διακύβευμα της δίκης ήταν τεράστιο. Ο αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου και εισηγητής της υπόθεσης τάχθηκε υπέρ της ευνοϊκότερης λύσης και τελικά σε αυτή τη κατεύθυνση αποφάσισε η πλειοψηφία, ενώ στην εισήγηση τονίστηκε με έμφαση ότι πρωταρχικός στόχος της δικαιοσύνης πρέπει να είναι η διασφάλιση ενός αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης για τον οφειλέτη και την οικογένειά του, υπογραμμίζοντας ότι η ικανοποίηση των πιστωτών δεν μπορεί να υπονομεύει την επιβίωση και την αξιοπρέπεια του οφειλέτη.
Ο πυρήνας του ζητήματος είναι να διασφαλιστεί ο σεβασμός σε έναν νόμο δυνάμει του οποίου επιτεύχθηκε μια ρύθμιση που στοχεύει στην προστασία του οφειλέτη και στις ανάγκες του για αξιοπρεπή διαβίωση. Περαιτέρω, αποφασίζει η Δικαιοσύνη για την εφαρμογή του πλαισίου αυτού. Και η απόφαση του Αρείου Πάγου αποδίδει πραγματική δικαιοσύνη καθώς:
1. Το περιεχόμενο της απόφασης είναι άμεσα εκτελεστό, έτσι ώστε τίθεται εμφατικά το ζήτημα της επιστροφής χρημάτων που παρανόμως καταβλήθηκαν.
2. Με την απόφαση αυτή μπαίνει φρένο, επιτέλους, στις παράνομες χρεώσεις των funds.
3. Το ζήτημα που τίθεται πλέον είναι εάν αυτή η κρίση, πότε και πώς, θα οδηγήσει σε αναδρομικές επιστροφές τόκων, των ποσών δηλαδή που ήδη καταβλήθηκαν παρανόμως και αχρεωστήτως και κυρίως αν θα επεκταθεί αυτή η συνθήκη σε ρυθμίσεις του εξωδικαστικού μηχανισμού.
4. Η δικαιοσύνη στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων και αποφάσισε στο πνεύμα του Νόμου και υπέρ του δανειολήπτη. Το ζήτημα τώρα είναι εάν μπορεί να συμβάλλει καθοριστικά ώστε να μπει φρένο και σε πλειστηριασμούς κατοικιών.
5. Σε κάθε περίπτωση, είναι μια απόφαση που αφορά στην πιστή εφαρμογή του νομοθετικού πλαισίου και βάζει τέλος σε μια παρανομία που ταλαιπώρησε για καιρό χιλιάδες συμπολίτες μας.
Είναι μία από τις περιπτώσεις που η απόφαση της Δικαιοσύνης μάς επιτρέπει να μιλήσουμε για αποκατάσταση της έννομης τάξης. Ή αλλιώς, μας θυμίζει την περίφημη ρήση: «Υπάρχουν δικαστές στο Βερολίνο» – και στην Αθήνα. Και μας θυμίζει επίσης ότι όταν η Δικαιοσύνη στέκεται στο ύψος των περιστάσεων, όταν συμβάλλει αποφασιστικά στην ακριβοδικία και στην προστασία του πιο αδύναμου, κερδίζει την εμπιστοσύνη των πολιτών και αποκαθιστά το τραυματισμένο κύρος των θεσμών.
(Η Κατερίνα Μπέρδου είναι δικηγόρος)































