Στη Μέση Ανατολή επικρατεί μια κατάσταση συνεχούς πολέμου και σύγκρουσης που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1990 με την επέμβαση των ΗΠΑ στο Ιράκ και συνεχίζεται αδιάλειπτα μέχρι σήμερα. Η σύγκρουση αυτή βαθαίνει ανάμεσα στις κυρίαρχες δυνάμεις της καπιταλιστικής νεωτερικότητας (ΗΠΑ, ΕΕ και Ισραήλ) και στα φασιστικά, δικτατορικά καθεστώτα της περιοχής (Σαντάμ, Άσαντ, Τουρκικό κράτος, Ιράν).
Μετά την ανατροπή του καθεστώτος Σαντάμ στο Ιράκ και του καθεστώτος Άσαντ στη Συρία, φαίνεται πως το Ιράν βρίσκεται πλέον στο στόχαστρο. Υπό τις παρούσες συνθήκες, ένας πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ–Ισραήλ και Ιράν μοιάζει αναπόφευκτος.
Παρότι οι δυνάμεις της καπιταλιστικής νεωτερικότητας προσπαθούν να διαμορφώσουν τα αποτελέσματα του πολέμου σύμφωνα με τα δικά τους σχέδια, η σύγκρουση αυτή άνοιξε τον δρόμο και για άλλους δρώντες (πρωτίστως για τους λαούς της περιοχής και ιδιαίτερα για τους Κούρδους) να αναζητήσουν μια διέξοδο. Το γεγονός αυτό είναι μεν συγκυριακό, αλλά συνδέεται άμεσα και με την ιδεολογική ταυτότητα του κουρδικού απελευθερωτικού κινήματος.
Η επαναστατικού χαρακτήρα εμπειρία της Ροζάβα (δημοκρατική, γυναικοαπελευθερωτική και κοσμική), παρότι δεν έφτασε στο επιθυμητό επίπεδο ολοκλήρωσης, έχει χαραχθεί μόνιμα στη συλλογική μνήμη των λαών της περιοχής. Η υποχώρηση στη Ροζάβα (ΣτΣ στη Βορειονατολική Συρία) οφείλεται αναμφίβολα στις πιέσεις και τις υποσχέσεις που άσκησαν κράτη όπως οι ΗΠΑ, η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία και το Κατάρ σε ορισμένες αραβικές φυλές καθώς και στη μεγάλη ανισορροπία ισχύος.
Ωστόσο, ό,τι κι αν συμβεί, η σύγκρουση ανάμεσα στο σύστημα της καπιταλιστικής νεωτερικότητας και τα φασιστικά-δικτατορικά καθεστώτα της περιοχής έχει ανοίξει έναν ουσιαστικό χώρο για νέες αναζητήσεις εκ μέρους των λαών. Όταν αυτός ο χώρος αξιοποιείται προς όφελος των λαών, οι συστημικές δυνάμεις και οι αντιδραστικές δομές της περιοχής, παρά τα μέσα βίας που διαθέτουν, υποχωρούν και διαμορφώνεται μια νέα πραγματικότητα. Οι κουρδικές κατακτήσεις στη Ροζάβα αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κατάστασης.
Οι κατακτήσεις αυτές θα διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του μέλλοντος της Συρίας. Οι δυνάμεις που απαιτούν μια δημοκρατική Συρία (Αλαουίτες, Δρούζοι, κοσμικοί Άραβες και Κούρδοι) θα συναντηθούν στη γραμμή της Ροζάβα, η οποία παρά τις επιθέσεις παραμένει όρθια, και θα οδηγήσουν στη στρατηγική ήττα της γραμμής ΗΠΑ–Τουρκίας στη Συρία.
Το πιο καυτό ζήτημα της εποχής μας είναι ο ενδεχόμενος πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ–Ισραήλ και Ιράν και οι συνέπειές του. Ήδη διεξάγονται διαπραγματεύσεις για το ποιος θα ασκήσει επιρροή στο Ιράν στο μέλλον. Σε αντίθεση με τη Συρία, το τουρκικό κράτος θεωρεί τη γεωγραφική απόσταση του Ιράν από το Ισραήλ ως ευκαιρία για τον εαυτό του και, με τη στήριξη των ΗΠΑ, επιδιώκει να μετατρέψει μια πιθανή αλλαγή καθεστώτος σε στρατηγικό πλεονέκτημα.
Το τουρκικό κράτος προσπαθεί να καταστήσει τους Αζέρους του Ιράν εφεδρική δύναμη μέσω προπαγάνδας περί τουρκικής ταυτότητας, ενώ ταυτόχρονα τοποθετεί το κουρδικό κίνημα στη θέση του εχθρού. Ένα εναλλακτικό τουρκικό σχέδιο προβλέπει, σε περίπτωση που το καθεστώς δεν ανατραπεί, την κυριαρχία στο Ιράν μέσω των Αζέρων. Για να επιτευχθεί αυτό, απαιτείται ένα αποδυναμωμένο περσικό καθεστώς και ένα εξουδετερωμένο κουρδικό κίνημα μετά τον πόλεμο. Σε μια τέτοια εξέλιξη, το τουρκικό κράτος θα αναδειχθεί ως η μοναδική κυρίαρχη δύναμη στη Μέση Ανατολή.
Είναι πλέον σαφές ότι ο στόχος των ΗΠΑ και του Ισραήλ είναι ένα Ιράν απογυμνωμένο από το πυρηνικό και βαλλιστικό του πρόγραμμα. Ωστόσο, οι στρατηγικές δυνατότητες που θα αποκτήσει το τουρκικό κράτος σε περίπτωση αποδυνάμωσης του Ιράν δεν φαίνεται να έχουν υπολογιστεί επαρκώς. Σε αυτή την περίπτωση, η Τουρκία θα στραφεί προς τη Μεσόγειο και τα Βαλκάνια. Ήδη ο ανταγωνισμός ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο εντείνεται διαρκώς.
Το τουρκικό κράτος προσπαθεί να αποκτήσει πλεονέκτημα απέναντι στον άξονα Ισραήλ–Ελλάδας–Κύπρου, συμμαχώντας με την Αίγυπτο, τη Λιβύη και πλέον και τη Συρία. Κάθε εξέλιξη που οι ΗΠΑ παρουσιάζουν ως μέτρο για την ασφάλεια του Ισραήλ, στην πράξη προσφέρει στο τουρκικό κράτος νέες δυνατότητες ισχύος και επιρροής.
Στη σημερινή συγκυρία, το πιο φασιστικό και δεσποτικό καθεστώς στη Μέση Ανατολή είναι αυτό που έχει οικοδομηθεί από την τουρκική άρχουσα τάξη. Η μοναδική δύναμη που μπορεί να το περιορίσει και να ανακόψει τη νεοοθωμανική πολιτική της Τουρκίας, διασφαλίζοντας την ειρηνική συνύπαρξη με τους γείτονές της, είναι η νέα δημοκρατική, γυναικοαπελευθερωτική και κοσμική γραμμή που αναπτύσσεται στη Μέση Ανατολή γύρω από το κουρδικό απελευθερωτικό κίνημα.
Οι εξελίξεις της επόμενης περιόδου θα καθοριστούν από την επιτυχία της κουρδικής απελευθερωτικής γραμμής και από τη στάση που θα τηρήσουν οι δυτικές δυνάμεις απέναντί της. Ενώ οι δυτικές κοινωνίες τείνουν να στηρίζουν τη δημοκρατική κουρδική γραμμή, οι πολιτικές που ακολουθούν τα κράτη οδηγούν την περιοχή στην παράδοση σε νέα δεσποτικά καθεστώτα. Η ευρωπαϊκή δημοκρατική κοινή γνώμη οφείλει να δει αυτή την πραγματικότητα και να μην ξεχνά ότι η επιτυχία του δημοκρατικού κουρδικού κινήματος θα επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό και το δικό της μέλλον.
(Ο Ισμέτ Ακούρτ είναι Δημοσιογράφος – Συντάκτης του κουρδικού τηλεοπτικού καναλιού Medya Haber TV)



























