Σε μια νέα φάση ανάπτυξης και ωρίμανσης εισέρχεται η ελληνική αγορά ακινήτων, με τη ζήτηση να στρέφεται ολοένα περισσότερο σε σύγχρονες κατασκευές υψηλών προδιαγραφών, ενεργειακά αποδοτικά κτίρια και επενδύσεις μεγαλύτερης αξίας. Την ίδια στιγμή, η περιορισμένη προσφορά, το αυξημένο κατασκευαστικό κόστος και οι δυσκολίες πρόσβασης σε προσιτή κατοικία εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικές προκλήσεις, σύμφωνα με νέα μελέτη της PwC Ελλάδας.
Η μελέτη παρουσιάζει τον δείκτη Real Estate Performance Index (REPI), ο οποίος καταγράφει την πορεία της ελληνικής κτηματαγοράς από το 2012, αξιολογώντας τέσσερις βασικές παραμέτρους: ζήτηση, προσφορά, τιμές και επενδύσεις. Ο δείκτης καλύπτει πέντε επιμέρους τομείς, αποτυπώνοντας τις διαφορετικές ταχύτητες ανάπτυξης και τις τάσεις που διαμορφώνουν το μέλλον της αγοράς.
Σύμφωνα με την PwC, η ελληνική κτηματαγορά μεταβαίνει από την ανάπτυξη που τροφοδοτήθηκε από την οικονομική ανάκαμψη σε ένα πιο ώριμο επενδυτικό περιβάλλον, όπου η ποιότητα, η βιωσιμότητα και η προσαρμογή στις νέες ανάγκες αποκτούν καθοριστική σημασία.
Η επενδυτική δραστηριότητα ενισχύεται, με τις Ανώνυμες Εταιρείες Επενδύσεων σε Ακίνητη Περιουσία (ΑΕΕΑΠ) να διευρύνουν την παρουσία τους. Η συμμετοχή τους φτάνει το 37% στα γραφεία, το 30% στα εμπορικά ακίνητα και το 19% στα logistics, ενώ περιορίζεται στο 9% στα ξενοδοχεία και περίπου στο 5% στις κατοικίες.
Στην αγορά γραφείων, η ζήτηση επικεντρώνεται σε σύγχρονα, ενεργειακά αποδοτικά κτίρια, διευρύνοντας το χάσμα μεταξύ ακινήτων υψηλών και χαμηλότερων προδιαγραφών. Η Αθήνα διατηρεί την πρωτοκαθεδρία, ενώ αυξάνεται το ενδιαφέρον για περιοχές με καλή συγκοινωνιακή σύνδεση. Η περιορισμένη διαθεσιμότητα ποιοτικών χώρων διατηρεί τα ποσοστά κενών γραφείων σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.
Στο λιανεμπόριο, η ανάπτυξη επικεντρώνεται σε μικρότερα καταστήματα γειτονιάς και προνομιακές εμπορικές τοποθεσίες. Παράλληλα, τα εμπορικά κέντρα μετατρέπονται σε πολυλειτουργικούς χώρους αγορών, εστίασης και ψυχαγωγίας.
Τα logistics καταγράφουν τις ισχυρότερες επιδόσεις, με βασικούς μοχλούς το ηλεκτρονικό εμπόριο και τις αυξανόμενες ανάγκες αποθήκευσης και διανομής. Ωστόσο, η έλλειψη κατάλληλων εκτάσεων, ο κατακερματισμός της αγοράς, οι δυσκολίες αδειοδότησης και το υψηλό κόστος κατασκευής περιορίζουν την ανάπτυξη νέων εγκαταστάσεων.
Στην κατοικία, η αύξηση των τιμών και του κόστους στέγασης με ταχύτερους ρυθμούς από τα εισοδήματα μετατοπίζει τη ζήτηση προς μικρότερα ακίνητα. Η σταδιακή υποχώρηση της ιδιοκατοίκησης και το γερασμένο κτιριακό απόθεμα εντείνουν τις πιέσεις, καθιστώντας την ενίσχυση της προσφοράς οικονομικά προσιτών κατοικιών βασική προτεραιότητα.
Στον ξενοδοχειακό κλάδο, η ανάπτυξη επικεντρώνεται στην ποιότητα και τις εμπειρίες πολυτελείας. Η δυναμικότητα των πεντάστερων ξενοδοχείων έχει αυξηθεί κατά 35% και των τετράστερων κατά 14%, ενώ οι χαμηλότερες κατηγορίες υποχωρούν. Τα αυξημένα έσοδα προέρχονται κυρίως από υψηλότερες τιμές, με τις μικρότερες πολυτελείς μονάδες να εμφανίζουν καλύτερες επενδυτικές αποδόσεις.
Όπως επισημαίνει η Φρέντυ Γιατράκου, Partner και Real Estate Platform Leader της PwC Ελλάδας, η αγορά εισέρχεται σε φάση ωρίμανσης, όπου η ποιότητα, η βιωσιμότητα και η ανταπόκριση στις μεταβαλλόμενες ανάγκες καθορίζουν πλέον την αξία των ακινήτων.



































