Ανησυχητική αύξηση καταγράφει η διατροφική ανασφάλεια στην Ελλάδα, καθώς ολοένα περισσότεροι πολίτες αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην εξασφάλιση επαρκούς τροφής.
Σύμφωνα με τα νέα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), το 7,5% του πληθυσμού αντιμετώπισε μέτρια ή σοβαρή ανεπάρκεια τροφής το 2025, έναντι 7% το 2024, ενώ το ποσοστό όσων βρέθηκαν αντιμέτωποι με σοβαρή έλλειψη τροφής έφτασε στο υψηλότερο επίπεδο της τελευταίας επταετίας.
Τα στοιχεία προκύπτουν από την Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών για το 2025, την οποία δημοσιοποίησε η ΕΛΣΤΑΤ την Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2026, με περίοδο αναφοράς εισοδήματος το 2024.
Η έρευνα αποτυπώνει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένα μέρος του πληθυσμού στην κάλυψη βασικών διατροφικών αναγκών, με την οικονομική αδυναμία να οδηγεί ακόμη και σε παράλειψη γευμάτων ή περιορισμό της ποσότητας τροφής.
Ειδικότερα, το ποσοστό των πολιτών που αντιμετώπισαν μέτρια ή σοβαρή ανεπάρκεια τροφής αυξήθηκε κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε έναν χρόνο, από 7% το 2024 σε 7,5% το 2025.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εξέλιξη του δείκτη σοβαρής ανεπάρκειας τροφής, ο οποίος διαμορφώθηκε στο 1,7% του πληθυσμού, έναντι 1,6% το 2024.
Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό που έχει καταγραφεί από το 2019, όταν η ΕΛΣΤΑΤ άρχισε να ενσωματώνει στην έρευνα τα σχετικά ερωτήματα του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO).
Πότε ένα νοικοκυριό θεωρείται ότι δεν έχει επαρκή τροφή
Σύμφωνα με τη μεθοδολογία της ΕΛΣΤΑΤ, ένα νοικοκυριό θεωρείται ότι αντιμετωπίζει μέτρια ή σοβαρή ανεπάρκεια τροφής όταν τουλάχιστον ένα μέλος του αναγκάστηκε, κατά τους 12 μήνες πριν από την έρευνα, να παραλείψει κάποιο γεύμα, να καταναλώσει λιγότερη τροφή από όση είχε ανάγκη ή να μείνει χωρίς φαγητό λόγω έλλειψης χρημάτων ή άλλων πόρων.
Στην ίδια κατηγορία περιλαμβάνονται περιπτώσεις πολιτών που πεινούσαν αλλά δεν μπορούσαν να φάνε, καθώς και όσων πέρασαν μία ολόκληρη ημέρα χωρίς τροφή.
Ως σοβαρή ανεπάρκεια τροφής χαρακτηρίζεται ειδικότερα η κατάσταση κατά την οποία τουλάχιστον ένα μέλος του νοικοκυριού πέρασε ολόκληρη ημέρα χωρίς φαγητό εξαιτίας οικονομικής αδυναμίας ή έλλειψης άλλων πόρων.
Η συγκεκριμένη διάκριση αναδεικνύει ότι η διατροφική ανασφάλεια δεν περιορίζεται μόνο στην ποιότητα της διατροφής, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις αφορά την ίδια τη δυνατότητα εξασφάλισης ενός καθημερινού γεύματος.
Η πορεία της διατροφικής ανασφάλειας από το 2019
Η εξέλιξη των στοιχείων της τελευταίας επταετίας δείχνει ότι η διατροφική ανασφάλεια εξακολουθεί να αποτελεί πρόβλημα για σημαντικό τμήμα του πληθυσμού.
Το 2019 το ποσοστό μέτριας ή σοβαρής ανεπάρκειας τροφής είχε διαμορφωθεί στο 8%, ενώ το 2020 υποχώρησε στο 6,1% και το 2021 στο 6%.
Ακολούθησε αύξηση στο 6,6% το 2022, μικρή υποχώρηση στο 6,5% το 2023 και νέα άνοδος στο 7% το 2024.
Με το ποσοστό να φτάνει πλέον στο 7,5% το 2025, η Ελλάδα καταγράφει τη δεύτερη υψηλότερη επίδοση της περιόδου 2019-2025, μετά το 8% του 2019.
Αντίστοιχα, η σοβαρή ανεπάρκεια τροφής κυμάνθηκε μεταξύ 1,4% και 1,6% την περίοδο 2019-2024, πριν αυξηθεί στο 1,7% το 2025.
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα συγκριτικά στοιχεία που περιλαμβάνονται στην έκθεση της ΕΛΣΤΑΤ, με βάση δεδομένα διεθνών οργανισμών για την τριετία 2023-2025.
Σύμφωνα με αυτά, το ποσοστό μέτριας ή σοβαρής ανεπάρκειας τροφής στην Ελλάδα διαμορφώνεται στο 7,1%, ελαφρώς χαμηλότερα από το 7,4% που καταγράφεται συνολικά στην Ευρώπη.
Ωστόσο, η χώρα εμφανίζει υψηλότερο ποσοστό από αρκετές ευρωπαϊκές οικονομίες, όπως η Γερμανία, όπου ο σχετικός δείκτης βρίσκεται στο 4,1%, η Αυστρία με 4,4% και η Ιταλία με μόλις 1,7%.
Στον αντίποδα, σημαντικά υψηλότερα ποσοστά καταγράφονται στην Ουγγαρία, με 16,9%, στη Ρουμανία με 15,2%, στη Φινλανδία με 13,3% και στην Εσθονία με 13,1%.
Στη Γαλλία το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει στο 9,4%, στο Βέλγιο στο 9,3% και στην Πορτογαλία στο 11%. Όσον αφορά τη σοβαρή ανεπάρκεια τροφής, η Ελλάδα εμφανίζει ποσοστό 1,6%, έναντι 1,9% στην Ευρώπη.






























