Σε υψηλά επίπεδα παραμένει η φορολογική επιβάρυνση στην Ελλάδα, παρά τις μειώσεις φόρων και ασφαλιστικών εισφορών από το 2019, ενώ σημαντικές αποκλίσεις από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο καταγράφονται στην κατανομή των κοινωνικών δαπανών.
Σύμφωνα με νέα ανάλυση του ΚΕΦΙΜ, η συνολική φορολογική επιβάρυνση διαμορφώθηκε το 2025 στο 41,3% του ΑΕΠ, έναντι 37,9% στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με τη χώρα να καταλαμβάνει την τέταρτη υψηλότερη θέση στην επιβάρυνση από έμμεσους φόρους.
Η ανάλυση του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών, την οποία υπογράφουν ο πρόεδρός του, Νίκος Ρώμπαπας, και ο επικεφαλής Ερευνών, Κωνσταντίνος Σαραβάκος, αποκαλύπτει ότι η συνολική φορολογική επιβάρυνση παραμένει αμετάβλητη σε σχέση με το 2019, παρά τις παρεμβάσεις στη φορολογία και τις ασφαλιστικές εισφορές. Την ίδια περίοδο, τα συνολικά κρατικά έσοδα από φόρους και κοινωνικές εισφορές αυξήθηκαν κατά περίπου 35% σε ονομαστικούς όρους, από 76,4 δισ. ευρώ το 2019 σε 103,2 δισ. ευρώ το 2025. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται στην αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας και της απασχόλησης, στη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης και στην επίδραση του πληθωρισμού. Παράλληλα, η αύξηση των ονομαστικών εισοδημάτων χωρίς αντίστοιχη αναπροσαρμογή των φορολογικών κλιμακίων μπορεί να οδηγεί σε μεγαλύτερη επιβάρυνση, ακόμη και χωρίς πραγματική ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης.
Ιδιαίτερα υψηλή παραμένει η εξάρτηση των κρατικών εσόδων από την έμμεση φορολογία, καθώς τα σχετικά έσοδα αντιστοιχούν στο 17,2% του ΑΕΠ, έναντι 13,4% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μόνο ο ΦΠΑ αποφέρει έσοδα ίσα με το 9,4% του ΑΕΠ, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος βρίσκεται στο 7,2%, αναδεικνύοντας τη σημαντική επιβάρυνση της κατανάλωσης. Αντίθετα, οι άμεσοι φόροι αντιστοιχούν στο 11% του ΑΕΠ, έναντι 12,2% στην ΕΕ, ενώ οι κοινωνικές εισφορές διαμορφώνονται στο 13%, έναντι 12,1%. Η εικόνα αυτή καταδεικνύει ότι, παρά τις φορολογικές ελαφρύνσεις των τελευταίων ετών, η Ελλάδα εξακολουθεί να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στη φορολόγηση αγαθών και υπηρεσιών.
Σημαντικές ανισορροπίες εντοπίζονται και στην κατανομή των κοινωνικών δαπανών. Σύμφωνα με τα στοιχεία του 2024, από κάθε 1.000 ευρώ που διαθέτει το ελληνικό κράτος για κοινωνική προστασία, τα 786 ευρώ κατευθύνονται σε συντάξεις γήρατος και επιζώντων, έναντι 618 ευρώ στην ΕΕ. Αντίθετα, για την οικογένεια και τα παιδιά διατίθενται μόλις 51 ευρώ, έναντι 124 ευρώ στον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ για την ασθένεια και την αναπηρία προβλέπονται 85 ευρώ, έναντι 141 ευρώ. Τέλος, η Ελλάδα δαπανά αναλογικά λιγότερα για την υγεία και την παιδεία, με τις σχετικές δημόσιες δαπάνες να αντιστοιχούν στο 5,7% και 3,9% του ΑΕΠ αντίστοιχα, έναντι 6,8% και 5% στην ΕΕ.



























