Δημοσιονομικές επιπτώσεις, που ξεπερνούν το 1,3 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση για το 2027 από επιλεγμένες μόνο παρεμβάσεις, προκύπτουν από το νέο νομοσχέδιο «Ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος, της αποταμίευσης και των επενδύσεων, φορολογικές, μισθολογικές, συνταξιοδοτικές διατάξεις και λοιπές διατάξεις κοινωνικής πολιτικής» του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο εισάγεται την Παρασκευή 6 Νοεμβρίου προς επεξεργασία στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή. Οι ρυθμίσεις περιλαμβάνουν πρόσθετες κρατικές δαπάνες, φορολογικές ελαφρύνσεις και μειώσεις ασφαλιστικών εισφορών, με στόχο την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος, αλλά και σημαντικές επιβαρύνσεις για τους προϋπολογισμούς των επόμενων ετών.
Τα επιδόματα και οι πρόσθετες δαπάνες
Σύμφωνα με την ειδική έκθεση που συνοδεύει το νομοσχέδιο, το μεγαλύτερο μεμονωμένο κονδύλι αφορά την καταβολή επιδόματος Χριστουγέννων στους εργαζομένους του δημόσιου τομέα, με ετήσια δαπάνη 433 εκατ. ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των εργοδοτικών εισφορών. Παράλληλα, η αύξηση και διεύρυνση των δικαιούχων της ετήσιας οικονομικής ενίσχυσης ευάλωτων κοινωνικών ομάδων συνεπάγεται πρόσθετο κόστος 301 εκατ. ευρώ ετησίως για τον e-ΕΦΚΑ και τον ΟΠΕΚΑ.
Μόνο οι δύο αυτές παρεμβάσεις δημιουργούν δημοσιονομικές υποχρεώσεις 734 εκατ. ευρώ. Επιπλέον, προβλέπονται 47 εκατ. ευρώ το 2027 για την αναπροσαρμογή αναπηρικών επιδομάτων, 37 εκατ. ευρώ ετησίως για δράσεις προσχολικής εκπαίδευσης και δημιουργικής απασχόλησης, καθώς και 4 εκατ. ευρώ για την αύξηση του επιδόματος γέννησης.
Το κόστος των φορολογικών ελαφρύνσεων
Σημαντικό είναι και το κόστος των φορολογικών παρεμβάσεων. Η εφαρμογή μηδενικού φορολογικού συντελεστή για εισοδήματα έως 20.000 ευρώ σε φορολογουμένους με τρία εξαρτώμενα τέκνα εκτιμάται ότι θα περιορίσει τα έσοδα κατά 55 εκατ. ευρώ το 2027, 107 εκατ. ευρώ το 2028 και 90 εκατ. ευρώ ετησίως από το 2029. Για τους κατά κύριο επάγγελμα αγρότες, η αντίστοιχη απώλεια υπολογίζεται σε 87 εκατ. ευρώ το 2027 και 56 εκατ. ευρώ από το 2028. Παράλληλα, οι αλλαγές στον υπολογισμό του ελάχιστου καθαρού εισοδήματος των ατομικών επιχειρήσεων συνεπάγονται μείωση εσόδων 170 εκατ. ευρώ το 2027, ενώ η σταδιακή κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος εκτιμάται ότι θα κοστίσει 82 εκατ. ευρώ το 2027, με το ποσό να αυξάνεται στα 201 εκατ. ευρώ το 2030.
Πρόσθετη δημοσιονομική επίπτωση προκαλεί η μείωση της κράτησης των εργαζομένων υπέρ ανεργίας, με απώλειες εσόδων 163 εκατ. ευρώ το 2027 και 218 εκατ. ευρώ ετησίως από το 2028. Παράλληλα, η κρατική συνεισφορά στους Ατομικούς Επενδυτικούς Λογαριασμούς Ανηλίκων προβλέπεται να κοστίσει 55 εκατ. ευρώ το 2027, με ετήσια αύξηση περίπου 27 εκατ. ευρώ. Ιδιαίτερα υψηλό είναι και το μελλοντικό κόστος των νέων φορολογικών αποσβέσεων για μηχανήματα και εξοπλισμό, καθώς η απώλεια εσόδων εκτιμάται ότι θα κορυφωθεί στα 530 εκατ. ευρώ το 2033. Επιπλέον, προβλέπεται ενδεχόμενη πρόσθετη δαπάνη έως 300 εκατ. ευρώ για το εθνικό σκέλος του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων το 2026.
Αθροιστικά, μόνο οι δαπάνες για το επίδομα Χριστουγέννων, τις ενισχύσεις ευάλωτων ομάδων, τους επενδυτικούς λογαριασμούς ανηλίκων και οι απώλειες από τέσσερις βασικές φορολογικές παρεμβάσεις και τη μείωση των κρατήσεων υπέρ ανεργίας διαμορφώνουν δημοσιονομικό αποτύπωμα περίπου 1,35 δισ. ευρώ για το 2027, χωρίς τις υπόλοιπες ρυθμίσεις. Πρόκειται για άθροισμα επιμέρους επιπτώσεων και όχι για επίσημη εκτίμηση του καθαρού κόστους.





























