Οι επιπτώσεις των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ για το Ισραήλ ενδέχεται να ξεπεράσουν κατά πολύ την απώλεια του ελέγχου του Κογκρέσου από τους Ρεπουμπλικανούς. Η εκλογική τους ήττα σημειώνεται σε μια περίοδο ευρύτερων μετατοπίσεων στο εσωτερικό του Δημοκρατικού Κόμματος, όσον αφορά τη στάση του απέναντι στο Ισραήλ, τον πόλεμο με το Ιράν και τη στρατηγική σχέση Ιερουσαλήμ - Ουάσιγκτον.
Τρία είναι τα βασικά πεδία που το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τα ισραηλινά συμφέροντα: η πολιτική του Αμερικανού προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, απέναντι στο Ιράν, ο νέος συσχετισμός δυνάμεων στο Κογκρέσο και, ίσως σημαντικότερο απ’ όλα, οι προεδρικές εκλογές του 2028, ενόψει των οποίων διαμορφώνεται ήδη ένα νέο πολιτικό τοπίο στο εσωτερικό του Δημοκρατικού Κόμματος.
Ο πόλεμος με το Ιράν: Θα συμβιβαστεί ο Τραμπ ή θα επιλέξει νέα στρατιωτική επιχείρηση;
Ένα από τα πλέον ξεκάθαρα συμπεράσματα της προεκλογικής εκστρατείας είναι το πολιτικό κόστος που έχει επιφέρει στον Ρεπουμπλικανικό Κόμμα ο πόλεμος με το Ιράν.
«Το 100% των αποτελεσμάτων θα ήταν διαφορετικό αν δεν υπήρχε ο πόλεμος», παραδέχθηκαν σχολιαστές του Fox News. Ακόμη και ο ίδιος ο Τραμπ αναγνώρισε ότι «το Ιράν ήταν ένας από τους παράγοντες της ήττας». Ίσως, όμως, το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο είναι ότι το 62% των ψηφοφόρων που συμμετείχαν σε δημοσκοπήσεις κατά την έξοδό τους από τις κάλπες δήλωσε αντίθετο στον πόλεμο.
Το πολιτικό μήνυμα προς τον Τραμπ είναι σαφές: Η αμερικανική κοινή γνώμη δεν έχει διάθεση να εμπλακεί σε έναν ακόμη παρατεταμένο πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Το ζητούμενο είναι πώς θα αποτυπωθεί αυτό το μήνυμα στις αποφάσεις και τις κινήσεις του Αμερικανού προέδρου.
Δύο σενάρια
Υπάρχουν δύο πιθανά σενάρια, τα οποία απαιτούν από το Ισραήλ να παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις.
Το πρώτο είναι ο Τραμπ να αποφασίσει την εντατικοποίηση των διπλωματικών προσπαθειών, να αποδεχθεί παραχωρήσεις στις διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη και να επιχειρήσει να παρουσιάσει μια συμφωνία ως διπλωματική επιτυχία, η οποία θα του επιτρέψει να απεμπλέξει τις ΗΠΑ από τη σύγκρουση.
Το δεύτερο σενάριο προβλέπει την προσπάθεια τερματισμού της σύγκρουσης με μια σύντομη αλλά ισχυρή στρατιωτική επιχείρηση. Μια τέτοια εξέλιξη θα έδινε στον πρόεδρο τη δυνατότητα να κηρύξει τη νίκη, να υποστηρίξει ότι οι αμερικανικοί στόχοι επιτεύχθηκαν και να περιορίσει γρήγορα την εμπλοκή των ΗΠΑ στην περιοχή.
Σε κάθε περίπτωση, τα ισραηλινά συμφέροντα δεν ταυτίζονται κατ’ ανάγκην με τις προτεραιότητες του Λευκού Οίκου. Αυτή η απόκλιση θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μία από τις βασικές εστίες έντασης στις σχέσεις των δύο χωρών.
Το νέο Κογκρέσο: Ενισχύεται το προοδευτικό και αντιισραηλινό ρεύμα
Η δεύτερη πρόκληση αφορά τη σύνθεση του επόμενου Κογκρέσου. Ένα νέο κύμα Δημοκρατικών βουλευτών, ορισμένοι από τους οποίους έχουν ιδιαίτερα επικριτικές απόψεις για το Ισραήλ και, σε κάποιες περιπτώσεις, υιοθετούν ανοιχτά αντιισραηλινές θέσεις, αναμένεται να προστεθεί στους ήδη εκλεγμένους εκπροσώπους του κόμματος στο Καπιτώλιο.
Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στην αλλαγή των προσώπων που θα καταλάβουν έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων και στη Γερουσία. Αφορούν επίσης τη μεταβολή των πολιτικών συσχετισμών και της δυνατότητας καθορισμού της νομοθετικής ατζέντας.
Ο έλεγχος και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου θα επιτρέψει στους Δημοκρατικούς να αναλάβουν την προεδρία των κοινοβουλευτικών επιτροπών και να καθορίζουν την ατζέντα των εργασιών τους, αποκτώντας παράλληλα τον έλεγχο της ηγεσίας τόσο της Βουλής των Αντιπροσώπων όσο και της Γερουσίας.
Αυτό θα τους επιτρέψει να δρομολογήσουν ακροάσεις, έρευνες και νομοθετικές πρωτοβουλίες σχετικά με την πολιτική του Ισραήλ, τον πόλεμο στη Γάζα, την αμερικανική στρατιωτική βοήθεια και συνολικά τη στρατηγική σχέση των δύο χωρών.
Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αντιισραηλινή πρωτοβουλία θα καταλήξει να γίνει νόμος, ούτε πως όλοι οι Δημοκρατικοί βουλευτές συμμερίζονται τις ίδιες απόψεις. Ωστόσο, η διεύρυνση του στρατοπέδου που ασκεί κριτική στο Ισραήλ και η αυξανόμενη πρόσβασή του σε θέσεις πολιτικής επιρροής συνιστούν μια μετατόπιση που το Ισραήλ δεν έχει την πολυτέλεια να αγνοήσει.
Η εξέλιξη αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση στο εσωτερικό του Δημοκρατικού Κόμματος: Πληθαίνουν οι φωνές που ζητούν τη μείωση της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας προς το Ισραήλ, τη σύνδεσή της με αλλαγές στην ισραηλινή πολιτική, ακόμη και την επανεξέταση της ίδιας της φύσης της προνομιακής σχέσης μεταξύ των δύο χωρών.
Θέσεις που μέχρι πρότινος θεωρούνταν σχετικά περιθωριακές στο εσωτερικό του κόμματος αποκτούν πλέον πολύ μεγαλύτερη προβολή και πολιτικό εκτόπισμα.
Οι εκλογές του 2028: Θα αποτελέσει ο Μαμντάνι πολιτικό πρότυπο;
Μια ακόμη πρόκληση για το Ισραήλ δεν αφορά τις άμεσες πολιτικές εξελίξεις στην Ουάσιγκτον, αλλά την επόμενη προεδρική εκλογική αναμέτρηση στις ΗΠΑ.
Το μήνυμα που ενδέχεται να αντλήσουν πολλοί υποψήφιοι των Δημοκρατικών από τις ενδιάμεσες εκλογές είναι σαφές: Μπορεί κανείς να υιοθετεί έντονα επικριτικές, ακόμη και ανοιχτά αντιισραηλινές θέσεις, και να ασκεί ευθέως κριτική στην Αμερικανοϊσραηλινή Επιτροπή Δημοσίων Υποθέσεων (AIPAC), χωρίς αυτό να αποτελεί εμπόδιο στην πολιτική του επιτυχία. Αντιθέτως, σε ορισμένες περιπτώσεις, μια τέτοια στάση μπορεί και να δώσει εκλογικό πλεονέκτημα, καθώς βρίσκει απήχηση σε σημαντικά τμήματα της εκλογικής βάσης του κόμματος.
Οι υποψήφιοι που θα διεκδικήσουν έδρες στο Κογκρέσο ή υψηλόβαθμα πολιτικά αξιώματα σε πολιτειακό επίπεδο τα επόμενα χρόνια θα παρακολουθούν στενά την πορεία πολιτικών όπως ο Αμπντούλ Ελ-Σαγέντ, καθώς και μιας νέας γενιάς Δημοκρατικών βουλευτών.
Παράλληλα, θα μελετούν πώς οι πολιτικοί αυτοί κατάφεραν να αναδείξουν την έντονη κριτική προς το Ισραήλ σε κεντρικό στοιχείο της πολιτικής τους ταυτότητας.
Το αποτέλεσμα θα μπορούσε να οδηγήσει σε περαιτέρω όξυνση του πολιτικού λόγου: περισσότεροι υποψήφιοι θα ευθυγραμμίζονται με το πολιτικό ρεύμα που εκπροσωπεί ο Ζόραν Μαμντάνι, η κριτική προς το Ισραήλ θα γίνεται εντονότερη και η διάθεση υπεράσπισης της παραδοσιακής σχέσης μεταξύ των δύο χωρών θα περιορίζεται.
Εδώ προκύπτει ένα ιδιαίτερα σημαντικό ζήτημα: Το Δημοκρατικό Κόμμα θα κληθεί να επιλέξει τον προεδρικό υποψήφιό του για το 2028. Κάθε υποψήφιος που θα διεκδικήσει το προεδρικό χρίσμα θα συνυπολογίσει την αυξανόμενη απήχηση των επικριτικών προς το Ισραήλ θέσεων στο εσωτερικό του κόμματος.
Ακόμη κι αν ο τελικός υποψήφιος δεν υιοθετήσει τις πιο ακραίες θέσεις, ενδέχεται να αισθανθεί υποχρεωμένος να τηρήσει μια αισθητά σκληρότερη και πιο επικριτική στάση απέναντι στο Ισραήλ, από οποιαδήποτε αντίστοιχη στάση έχει υιοθετήσει μέχρι σήμερα υποψήφιος των Δημοκρατικών για την προεδρία των ΗΠΑ.
Με πληροφορίες από Jerusalem Post






























