Οι Δημοκρατικοί ανέκτησαν τον έλεγχο τόσο της Βουλής των Αντιπροσώπων όσο και της Γερουσίας, καταφέροντας ένα ισχυρό πλήγμα στους Ρεπουμπλικανούς που θα αντιμετώπισουν τώρα σοβαρές προκλήσεις στην ψήφιση νέων νόμων και στον διορισμό αξιωματούχων.
Παραδοσιακά προπύργια των «κόκκινων» βάφτηκαν «μπλε», καθώς οι Δημοκρατικοί επικράτησαν σε μάχες για τη Γερουσία σε πολιτείες όπως η Νότια Καρολίνα, το Κάνσας και το Τέξας - έδρες που κατείχαν οι Ρεπουμπλικάνοι για δεκαετίες.
Τι θα συμβεί, λοιπόν, από εδώ και στο εξής;
Νομοθετικό έργο
Μόλις αναλάβει το νέο Κογκρέσο, οι Δημοκρατικοί θα έχουν τη δυνατότητα να μπλοκάρουν νομοσχέδια που προωθούν οι Ρεπουμπλικάνοι.
Μάλιστα, έχουν ήδη καταρτίσει σχέδιο για τις πρώτες 100 ώρες ελέγχου της Βουλής, το οποίο η εφημερίδα New York Times περιγράφει ως «σαρωτικό νομοθετικό ντεμαράζ». Σύμφωνα με πολλαπλές αναφορές, το σχέδιο περιλαμβάνει την εισαγωγή νομοσχεδίων με στόχο την κατάργηση των δασμών, τον τερματισμό του πολέμου στο Ιράν και τη μείωση του κόστους ιδιωτικής ασφάλισης υγείας.
To κόμμα, ωστόσο, εξακολουθεί να στερείται της εξουσίας να τα καταστήσει νόμους του κράτους, για δύο λόγους:
- Πρώτον, η προώθηση ενός νομοσχεδίου προς ψήφιση στη Γερουσία απαιτεί τη συναίνεση 60 γερουσιαστών. Ακόμη και αν οι Δημοκρατικοί διαθέτουν την πλειοψηφία στις 100 έδρες της Γερουσίας, θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι δεν θα φτάσουν το όριο των 60 (εξαίρεση αποτελούν τα νομοσχέδια «δημοσιονομικής διευθέτησης» που αφορούν κρατικές δαπάνες και φόρους).
- Δεύτερον, ο Ντόναλντ Τραμπ διατηρεί το δικαίωμα βέτο (αρνησικυρίας), το οποίο μπορεί να ανατραπεί μόνο με πλειοψηφία δύο τρίτων και στα δύο Σώματα.
Κοινοβουλευτικές έρευνες
Η απόκτηση της πλειοψηφίας στη Βουλή παρέχει στους Δημοκρατικούς ισχυρές ερευνητικές εξουσίες, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας έκδοσης κλητεύσεων για έγγραφα και μάρτυρες.
Έχουν ήδη διαμηνύσει την πρόθεσή τους να ξεκινήσουν κοινοβουλευτικές έρευνες για τον Ντόναλντ Τραμπ και τις διασυνδέσεις μεταξύ των επιχειρηματικών συμφερόντων της οικογένειάς του και των προεδρικών του εξουσιών.
Στο στόχαστρο των ερευνών ενδέχεται να βρεθούν επίσης στελέχη της διακυβέρνησης και σύμμαχοι του Τραμπ.
«Αν κλέβατε τον αμερικανικό λαό, αν τον εξαπατούσατε ή τον αδικούσατε, από την πρώτη κιόλας ημέρα του νέου Κογκρέσου θα καταλογίσουμε ευθύνες στους καταχραστές», δήλωσε πρόσφατα σε συγκέντρωση ο ηγέτης των Δημοκρατικών στη Βουλή, Χακίμ Τζέφρις.
Ορισμένα στελέχη του κόμματος επιθυμούν επίσης τη διενέργεια ερευνών σε κρατικούς βραχίονες, όπως το υπουργείο Δικαιοσύνης και το FBI, στα οποία προΐστανται σύμμαχοι του Τραμπ και τα οποία κινούνται κατά πολιτικών του αντιπάλων.
«Από την πρώτη ημέρα, πρέπει να ανοίξουμε έρευνες για τους επικεφαλής κάθε μίας από αυτές τις υπηρεσίες», ανέφερε η προοδευτική βουλευτής Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ σε ανοιχτή συγκέντρωση στο Μέιν τον περασμένο μήνα.
Ανοίχτο το ενδεχόμενο νέας παραπομπής του προέδρου Τραμπ
Ορισμένοι Δημοκρατικοί επιθυμούν να δουν τον Ντόναλντ Τραμπ να παραπέμπεται για τρίτη φορά, ωστόσο το κόμμα εμφανίζεται διχασμένο.
Οι Δημοκρατικοί θα μπορούσαν να τον παραπέμψουν διαθέτοντας την πλειοψηφία στη Βουλή, αλλά η καταδίκη και η απομάκρυνσή του από το αξίωμα απαιτεί πλειοψηφία δύο τρίτων στη Γερουσία.
Ηγετικά στελέχη των Δημοκρατικών, όπως η Κάμαλα Χάρις και η Χίλαρι Κλίντον, έχουν δηλώσει ότι δεν υποστηρίζουν την παραπομπή του Τραμπ, τονίζοντας πως το κόμμα θα πρέπει να διοχετεύσει την ενέργειά του αλλού.
Ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ φαίνεται να αποτελεί τον πιθανότερο στόχο μιας ενδεχόμενης παραπομπής. Εάν οι Δημοκρατικοί προχωρήσουν σε αυτή την προσπάθεια, ενδέχεται να εξασφαλίσουν διακομματική στήριξη.
Ψήφισμα για την παραπομπή του Χέγκσεθ έχει ήδη κατατεθεί από τον απερχόμενο ρεπουμπλικανό βουλευτή Τόμας Μάσι, αναφορικά με τις αμερικανικές ενέργειες στο Ιράν, τη Βενεζουέλα, τη Υεμένη και αλλού.
Παράλληλα, ο Χακίμ Τζέφρις δηλώνει σε προεκλογικές συγκεντρώσεις ότι το κόμμα του σκοπεύει να «απομακρύνει τον Πιτ Χέγκσεθ». «Ο Πιτ Χέγκσεθ πρέπει να απομακρυνθεί από τον πρόεδρο, διαφορετικά θα αναγκαστούμε να διαχειριστούμε εμείς την κατάσταση», ανέφερε ο Τζέφρις στο MS NOW στα τέλη του περασμένου μήνα, χωρίς ωστόσο να διευκρινίσει ρητά αν υποστηρίζει την παραπομπή του Χέγκσεθ ή του Τραμπ.
Η μεταβατική περίοδος
Το νέο Κογκρέσο θα ορκιστεί στις 3 Ιανουαρίου, ενώ τα μέλη του τρέχοντος Κογκρέσου θα επιστρέψουν στις 9 Νοεμβρίου, έχοντας να διευθετήσουν σημαντικές εκκρεμότητες.
Βασική προτεραιότητα αποτελεί η ψήφιση νέων νομοσχεδίων για την κρατική χρηματοδότηση πριν από τις 11 Δεκεμβρίου, οπότε και λήγει η ισχύουσα χρηματοδότηση.
Εάν δεν ψηφιστούν νέα κονδύλια πριν από την προθεσμία, θα προκληθεί νέο πάγωμα των κυβερνητικών υπηρεσιών (shutdown) - το τέταρτο κατά τη διάρκεια της δεύτερης προεδρίας του Ντόναλντ Τραμπ - γεγονός που μπορεί να φέρει περαιτέρω πολιτικό χάος πριν από το τέλος του έτους.
Διορισμοί και παραιτήσεις
Ο Πρόεδρος χρειάζεται τη στήριξη της Γερουσίας για να τοποθετήσει τα πρόσωπα της επιλογής του σε θέσεις εξουσίας.
Η πλειοψηφία των γερουσιαστών πρέπει να υπερψηφίσει τις επιλογές του Προέδρου για ρόλους όπως υπουργοί της κυβέρνησης και δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Έτσι, η νέα πλειοψηφία των Δημοκρατικών στη Γερουσία σημαίνει ότι θα είναι ευκολότερο να μπλοκαριστούν οι υποψηφιότητες που προτείνει ο Τραμπ.
«Ένας από τους λόγους που θέλουμε να κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας για να ανακτήσουμε τη Γερουσία είναι για να μην επιτρέψουμε στον Τραμπ να διορίσει τέτοιους απαράδεκτους δικαστές -δικαστές της ατζέντας MAGA - στο Ανώτατο Δικαστήριο και στα κατώτερα δικαστήρια», δήλωσε ο ηγέτης των Δημοκρατικών στη Γερουσία, Τσακ Σούμερ, στο NBC News τον Σεπτέμβριο.
Ορισμένοι από τους εν υπηρεσία δικαστές έχουν υπερβεί προ πολλού την ηλικία συνταξιοδότησης - συμπεριλαμβανομένων των συντηρητικών Κλάρενς Τόμας (78 ετών) και Σάμιουελ Αλίτο (76 ετών).
Ο δικαστής Αλίτο έχει αποκλείσει το ενδεχόμενο συνταξιοδότησης πριν από την αλλαγή της σύνθεσης του Κογκρέσου, ενώ και ο δικαστής Τόμας φέρεται να επιθυμεί να παραμείνει στη θέση του.
Ενδέχεται πλέον να ασκηθούν πιέσεις στους ίδιους να αποχωρήσουν όσο οι Ρεπουμπλικάνοι διατηρούν ακόμα την πλειοψηφία στη Γερουσία, αν και τελικά η απόφαση ανήκει στους ίδιους.
Όσον αφορά το υπουργικό συμβούλιο, ο Ντόναλντ Τραμπ θα μπορεί να αντικαταστήσει πιο γρήγορα μέλη του εφόσον το επιθυμεί, καθώς διατηρεί την εξουσία να τα αποπέμπει άμεσα.
Πηγή: ABC































