Σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο πολιτικής αβεβαιότητας εισέρχονται οι ΗΠΑ μετά τη σαρωτική νίκη των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές, που τους εξασφαλίζει τον πλήρη έλεγχο του Κογκρέσου. Η βαριά ήττα των Ρεπουμπλικανών δημιουργεί νέα δεδομένα για τον Ντόναλντ Τραμπ, αλλά και σοβαρούς προβληματισμούς για το λεγόμενο «lame duck period», τη μεταβατική περίοδο έως τις 3 Ιανουαρίου 2027, όταν θα αναλάβει καθήκοντα το νέο Κογκρέσο. Πρόκειται για ένα διάστημα κατά το οποίο η απερχόμενη ρεπουμπλικανική πλειοψηφία εξακολουθεί να διατηρεί τις εξουσίες της, παρά την εκλογική αποδοκιμασία, προσφέροντας στον Λευκό Οίκο ένα τελευταίο παράθυρο ευκαιρίας για την προώθηση αποφάσεων που ενδέχεται να καταστούν πολύ δυσκολότερες μετά την αλλαγή των κοινοβουλευτικών συσχετισμών.
Το τελευταίο παράθυρο ευκαιρίας για τον Τραμπ
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος εντοπίζεται στο ενδεχόμενο ο Τραμπ να επιχειρήσει να αξιοποιήσει τις εβδομάδες που απομένουν για να επιταχύνει την εφαρμογή της πολιτικής του ατζέντας, πριν βρεθεί αντιμέτωπος με ένα εχθρικό Κογκρέσο. Στο επίκεντρο θα μπορούσαν να βρεθούν αμφιλεγόμενες νομοθετικές πρωτοβουλίες, κρίσιμοι διορισμοί στην ομοσπονδιακή διοίκηση και στη Δικαιοσύνη, καθώς και αποφάσεις με μακροπρόθεσμες συνέπειες.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η Γερουσία, καθώς από τον Ιανουάριο οι Δημοκρατικοί θα μπορούν να εμποδίζουν την επικύρωση προεδρικών υποψηφιοτήτων. Παράλληλα, ο Αμερικανός πρόεδρος διατηρεί τη δυνατότητα έκδοσης εκτελεστικών διαταγμάτων, εντός των συνταγματικών και νομοθετικών ορίων. Μια ενδεχόμενη προσπάθεια επιτάχυνσης κυβερνητικών πρωτοβουλιών θα μπορούσε να προκαλέσει έντονες θεσμικές αντιπαραθέσεις, ιδιαίτερα εάν θεωρηθεί ότι η απερχόμενη πλειοψηφία επιχειρεί να παρακάμψει το πολιτικό μήνυμα των εκλογών.
Ο πόλεμος στο Ιράν και οι διεθνείς ισορροπίες
Ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία προκαλεί η διάσταση της εξωτερικής πολιτικής, καθώς η εκλογική αποδυνάμωση του Τραμπ δεν περιορίζει αυτομάτως τις προεδρικές αρμοδιότητες σε ζητήματα εθνικής ασφάλειας.
Ο πόλεμος στο Ιράν, που αποτέλεσε ένα από τα σημαντικά ζητήματα της εκλογικής αναμέτρησης, καθιστά τη μεταβατική περίοδο ιδιαίτερα ευαίσθητη. Μια ενδεχόμενη στρατιωτική κλιμάκωση, μια αιφνιδιαστική διπλωματική πρωτοβουλία ή μια αλλαγή στρατηγικής θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις διεθνείς ισορροπίες, τις ενεργειακές τιμές και τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Δεν υπάρχουν, πάντως, ενδείξεις ότι σχεδιάζονται τέτοιες κινήσεις.
Ο κίνδυνος συνδέεται κυρίως με την αβεβαιότητα που δημιουργεί η συνύπαρξη ενός πολιτικά αποδυναμωμένου προέδρου και της διατήρησης σημαντικών εκτελεστικών εξουσιών.
Η εκλογική ήττα και η πίεση στον Λευκό Οίκο
Η έκταση της εκλογικής ήττας ενισχύει την πολιτική πίεση στον Λευκό Οίκο. Οι Δημοκρατικοί κατέγραψαν νίκες ακόμη και σε παραδοσιακά ρεπουμπλικανικές πολιτείες, ενώ το 43% των ψηφοφόρων δήλωσε ότι η αντίθεσή του στον Τραμπ επηρέασε την επιλογή του. Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι το 71%, συμπεριλαμβανομένου του 41% των Ρεπουμπλικανών, θεωρεί ανεπαρκή τον κοινοβουλευτικό έλεγχο της προεδρίας. Από τον Ιανουάριο, οι Δημοκρατικοί θα μπορούν να εντείνουν τις έρευνες και τις ακροάσεις, να μπλοκάρουν νομοθετικές πρωτοβουλίες και να ασκούν μεγαλύτερη πίεση στην κυβέρνηση.
Ωστόσο, μέχρι τότε, η Ουάσιγκτον εισέρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η απώλεια της πολιτικής νομιμοποίησης της απερχόμενης πλειοψηφίας δεν συνεπάγεται άμεση απώλεια της θεσμικής της ισχύος, δημιουργώντας τον κίνδυνο αποφάσεων της τελευταίας στιγμής με συνέπειες που θα ξεπερνούν κατά πολύ τη μεταβατική περίοδο.





























