Η διαφθορά αναδείχθηκε σε έναν από τους βασικούς παράγοντες της ήττας των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, οδηγώντας στην απώλεια του ελέγχου τόσο της Βουλής των Αντιπροσώπων όσο και της Γερουσίας. Σύμφωνα με τα exit polls, το 90% των ψηφοφόρων θεωρεί τη διαφθορά κρίσιμο ή σημαντικό παράγοντα για την εκλογική του επιλογή, με τη δυσαρέσκεια να στρέφεται κυρίως κατά της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ.
Όπως επισημαίνει σε ανάλυσή του στο The Spectator, η διαφθορά αποδείχθηκε σχεδόν εξίσου σημαντική για τους Αμερικανούς ψηφοφόρους με το αυξημένο κόστος ζωής. Παράλληλα, κανένα από τα δύο μεγάλα κόμματα δεν συγκεντρώνει την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας για την αντιμετώπισή της, καθώς μόλις το 36% εμπιστεύεται τους Δημοκρατικούς και το 31% τους Ρεπουμπλικανούς. Ωστόσο, το μεγαλύτερο πολιτικό κόστος επωμίστηκε το κυβερνών κόμμα.
Η διαφθορά και το πολιτικό κόστος για τον Τραμπ
Ο επικεφαλής αναλυτής δεδομένων του CNN, Χάρι Έντεν, τον οποίο επικαλείται το The Spectator δήλωσε ότι είναι εξαιρετικά σπάνιο ένα ζήτημα να συγκεντρώνει ποσοστό 90% σε δημοσκόπηση, σημειώνοντας πως η σύνδεση της διαφθοράς με τις οικονομικές δυσκολίες των νοικοκυριών αποδείχθηκε καταστροφική για τους Ρεπουμπλικανούς.
Σύμφωνα με την ανάλυση, σημαντικό μέρος των ψηφοφόρων του Τραμπ θεωρεί πλέον ότι ο ίδιος αξιοποιεί το πολιτικό σύστημα προς προσωπικό όφελος.
Ο Αμερικανός πρόεδρος αγνόησε τις προειδοποιήσεις των δημοσκοπήσεων και υποτίμησε τις αντιδράσεις για τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του οικογενειακού του περιβάλλοντος. Υπενθυμίζεται ότι, σε συνέντευξή του στους New York Times τον Ιανουάριο, ο Τραμπ είχε υποστηρίξει πως κατά την πρώτη θητεία του περιόρισε τις επιχειρηματικές δραστηριότητες των παιδιών του, χωρίς να λάβει αναγνώριση, ενώ στη δεύτερη θητεία του άλλαξε στάση επειδή διαπίστωσε ότι το ζήτημα δεν απασχολούσε τους πολίτες.
Οι υποθέσεις που προκαλούν ερωτήματα
Το The Spectator αναφέρεται επίσης σε πρόσωπα του περιβάλλοντος Τραμπ, μεταξύ των οποίων η Κρίστι Νόεμ, ο Κόρεϊ Λεβαντόφσκι και η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, καθώς και σε υποθέσεις που εγείρουν ερωτήματα δεοντολογίας. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην πρώην δικηγόρο του προέδρου, Αλίνα Χάμπα, για την οποία το άρθρο αναφέρει συμφωνία 50 εκατ. δολαρίων με οικογένεια Βενεζουελάνου τραπεζίτη που είχε λάβει προεδρική χάρη.
Οι πολιτικές συνέπειες ενδέχεται να επηρεάσουν και τον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος θεωρείται πιθανός διεκδικητής της προεδρίας το 2028. Ο Βανς έχει υπερασπιστεί τον Τραμπ, δηλώνοντας ότι δεν έχει δει στοιχεία που να αποδεικνύουν συμμετοχή του σε πράξεις διαφθοράς. Ωστόσο, σύμφωνα με το The Spectator, η σύνδεσή του με την κυβέρνηση μπορεί να αποτελέσει σοβαρό μειονέκτημα, ιδιαίτερα εάν οι Ρεπουμπλικανοί αποδώσουν την εκλογική ήττα σε ζητήματα ηθικής και διαφάνειας.
Το κόμμα βρίσκεται πλέον αντιμέτωπο με ένα δύσκολο δίλημμα: να συνεχίσει την άνευ όρων υπεράσπιση του Τραμπ ή να αντιμετωπίσει πιο αποφασιστικά τις καταγγελίες για κυβερνητικά στελέχη. Η ανάλυση καταλήγει ότι η διαφθορά εξελίσσεται σε καθοριστικό πολιτικό ζήτημα, ικανό να επηρεάσει τις ισορροπίες στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και την επόμενη προεδρική αναμέτρηση.




























