Σημαντική ανατροπή σε φορολογικό έλεγχο πέτυχε πρώην επιχειρηματίας που δραστηριοποιούνταν στο εμπόριο ρολογιών και κοσμημάτων, καθώς η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της ΑΑΔΕ έκρινε ότι η εφορία είχε χρησιμοποιήσει αδικαιολόγητα έμμεση μέθοδο προσδιορισμού του εισοδήματός του. Το αποτέλεσμα ήταν να μειωθεί ο συνολικός καταλογισμός φόρων και προστίμων.
Όλα ξεκίνησαν όταν οι φορολογικές αρχές πραγματοποίησαν έλεγχο στον επιχειρηματία που διατηρούσε κατάστημα λιανικής πώλησης ρολογιών και κοσμημάτων, το οποίο είχε διακόψει τη λειτουργία του τον Ιούνιο του 2021.
Ο έλεγχος εντόπισε λογιστικές διαφορές 5.925 ευρώ για το 2020 και 4.633 ευρώ για το 2021. Παράλληλα, εξετάστηκαν κινήσεις στους τραπεζικούς λογαριασμούς του φορολογούμενου, για τις οποίες ζητήθηκαν διευκρινίσεις.
Μετά τις εξηγήσεις που δόθηκαν, πάντως, η φορολογική αρχή δεν κατέληξε σε διαπίστωση αδικαιολόγητης προσαύξησης περιουσίας από τις συγκεκριμένες πιστώσεις.
Το πρόβλημα προέκυψε όταν οι ελεγκτές αποφάσισαν να εφαρμόσουν τη μέθοδο της ανάλυσης ρευστότητας, θεωρώντας ότι τα δηλωθέντα οικογενειακά εισοδήματα δεν επαρκούσαν για να καλύψουν τις δαπάνες του φορολογούμενου. Πρόκειται για μια έμμεση τεχνική ελέγχου, με την οποία η εφορία συγκρίνει τα διαθέσιμα κεφάλαια και τις εισπράξεις ενός φορολογούμενου με τις αγορές, τις πληρωμές και τις υπόλοιπες δαπάνες του. Εάν προκύψει διαφορά που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, αυτή μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μη δηλωθέν φορολογητέο εισόδημα.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο έλεγχος υπολόγισε συνολικές πηγές κεφαλαίων και εσόδων ύψους 204.164 ευρώ και αντίστοιχες αναλώσεις 231.852 ευρώ. Η διαφορά των 27.687 ευρώ θεωρήθηκε μη δηλωθείσα φορολογητέα ύλη, ανεβάζοντας το συνολικό φορολογητέο εισόδημα του επιχειρηματία από 44.190 ευρώ, που είχε δηλωθεί αρχικά, σε 71.878 ευρώ. Με βάση τα ευρήματα αυτά, καταλογίστηκε πρόσθετος κύριος φόρος 9.137 ευρώ και πρόστιμο ανακρίβειας 4.568 ευρώ, δηλαδή συνολικά 13.705 ευρώ επιπλέον της αρχικής φορολογικής επιβάρυνσης.
Ο επιχειρηματίας προσέφυγε στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών, αμφισβητώντας τόσο την ύπαρξη αδικαιολόγητης προσαύξησης περιουσίας όσο και τη νομιμότητα εφαρμογής της συγκεκριμένης μεθόδου ελέγχου.
Το κρίσιμο στοιχείο ήταν μια αγοραπωλησία ακινήτου. Κατά την εξέταση της υπόθεσης, η ΔΕΔ διαπίστωσε ότι οι ελεγκτές είχαν συμπεριλάβει στις οικογενειακές δαπάνες την αγορά ακινήτου αξίας 180.000 ευρώ, καθώς και συμβολαιογραφικά έξοδα 1.438 ευρώ. Τα ποσά αυτά είχαν συνυπολογιστεί προκειμένου να κριθεί εάν το δηλωθέν εισόδημα επαρκούσε για την κάλυψη των προσωπικών και οικογενειακών δαπανών διαβίωσης.
Τι έκρινε η ΔΕΔ
Ωστόσο, η ΔΕΔ έκρινε ότι η αγορά ακινήτου δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί ως δαπάνη διαβίωσης για τον συγκεκριμένο έλεγχο, καθώς επρόκειτο για απόκτηση περιουσιακού στοιχείου, η οποία μπορούσε να χρηματοδοτηθεί από κεφάλαια προηγούμενων ετών, δανεισμό ή ρευστοποίηση άλλης περιουσίας.
Η ΔΕΔ έκανε δεκτό τον σχετικό ισχυρισμό του επιχειρηματία και αποφάσισε ότι το φορολογητέο εισόδημα για το 2021 έπρεπε να προσδιοριστεί με τις γενικές διατάξεις και όχι με τη μέθοδο ανάλυσης ρευστότητας. Η απόφαση δεν εξαφάνισε, πάντως, κάθε φορολογική επιβάρυνση. Το πρόστιμο ανακρίβειας μειώθηκε από 4.568 ευρώ σε μόλις 129 ευρώ, ενώ το σύνολο φόρων, τελών και εισφορών διαμορφώθηκε σε 11.720 ευρώ, έναντι 23.998 ευρώ που είχε προκύψει από τον έλεγχο.



























