Αντιμέτωπος με φόρους και πρόστιμα που ξεπερνούν τις 165.000 ευρώ βρέθηκε επιχειρηματίας που διατηρούσε καταστήματα υποδημάτων και ένδυσης, πραγματοποιώντας παράλληλα πωλήσεις μέσω διαδικτύου. Η υπόθεση αποκαλύφθηκε ύστερα από διασταυρώσεις των εισπράξεων από αντικαταβολές, των τραπεζικών κινήσεων και των φορολογικών στοιχείων της επιχείρησης, με τους ελεγκτές να εντοπίζουν αδήλωτες πωλήσεις σχεδόν 195.000 ευρώ μέσα σε τέσσερα χρόνια.
Η έρευνα ξεκίνησε από τα στοιχεία των εταιρειών ταχυμεταφορών, μέσω των οποίων η επιχείρηση έστελνε παραγγελίες στους πελάτες της. Οι ελεγκτές συγκέντρωσαν πληροφορίες για χιλιάδες αποστολές και αντικαταβολές, ενώ προχώρησαν και σε άρση του τραπεζικού απορρήτου, προκειμένου να εξετάσουν τις εισπράξεις και τις κινήσεις των λογαριασμών. Μόνο μέσω μίας εταιρείας ταχυμεταφορών είχαν πραγματοποιηθεί 62.894 αποστολές με αντικαταβολή μέσα σε πέντε χρόνια, συνολικής αξίας σχεδόν 3 εκατ. ευρώ. Ακολούθησε σύγκριση των ποσών με τα βιβλία και τις φορολογικές δηλώσεις της επιχείρησης.
Τι εντοπίστηκε σε έλεγχο
Από τον έλεγχο προέκυψαν διαφορές που, σύμφωνα με τη φορολογική αρχή, αντιστοιχούσαν σε πωλήσεις χωρίς τα προβλεπόμενα παραστατικά. Συγκεκριμένα, εντοπίστηκαν αδήλωτες συναλλαγές καθαρής αξίας 95.966 ευρώ το 2020, 45.769 ευρώ το 2021, 16.929 ευρώ το 2022 και 36.005 ευρώ το 2023. Για τις παραβάσεις αυτές καταλογίστηκαν πρόσθετοι φόροι εισοδήματος, ΦΠΑ και πρόστιμα, με τη συνολική επιβάρυνση να φτάνει τα 165.465 ευρώ.
Ο επιχειρηματίας προσέφυγε στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της ΑΑΔΕ, αμφισβητώντας τα αποτελέσματα του ελέγχου. Υποστήριξε ότι οι τραπεζικές κινήσεις ήταν δικαιολογημένες και ότι μέρος των χρημάτων συνδεόταν με επιστροφές προϊόντων, επιστροφές χρημάτων σε πελάτες και αντικαταστάσεις εμπορευμάτων. Ωστόσο, οι ισχυρισμοί του δεν έγιναν δεκτοί, καθώς κρίθηκε ότι δεν είχαν προσκομιστεί επαρκή παραστατικά που να αποδεικνύουν τις συγκεκριμένες συναλλαγές. Έτσι, οι βασικοί φόροι και τα πρόστιμα διατηρήθηκαν στο ακέραιο.



























