Μια πολύ καλή ανάλυση για το τι δείχνουν οι δημοσκοπήσεις κάνει με άρθρο του στην «Καθημερινή» της Κυριακής ο Ευτύχης Βαρδουλάκης, σύμβουλος στρατηγικής και επικοινωνίας. Τα «Παιχνίδια Εξουσίας» το αναδημοσιεύουν:
ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΕΥΤΥΧΗ ΒΑΡΔΟΥΛΑΚΗ ΣΤΗΝ «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ:
Με βάση όσα αποτυπώνουν οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις, κανένα κόμμα σήμερα δεν μπορεί να χαμογελά ούτε για τη δυναμική που καταγράφει ούτε για τις προοπτικές που φαίνεται να διαμορφώνονται για εκείνο. Οι τάσεις επιτρέπουν σε όλους να διατηρούν κάποιες προσδοκίες, αλλά δεν προσφέρουν σε κανέναν τη βεβαιότητα ότι βρίσκεται κοντά στην επίτευξη των στρατηγικών του στόχων.
Η Νέα Δημοκρατία παραμένει πρώτη, αλλά η απόσταση από την αυτοδυναμία, που έχει θέσει ως στόχο, είναι μεγάλη. Οι δυνητικές εκλογικές δεξαμενές της έχουν περιοριστεί, ενώ αντιμετωπίζει ανταγωνισμό τόσο από τα δεξιά όσο και από τα αριστερά της. Το γεγονός μάλιστα ότι οι διαρροές είναι αμφίπλευρες δυσχεραίνει την προσπάθεια ανάκτησης δυνάμεων. Η πρωτιά της, αν και στέρεη, δεν μεταφράζεται πλέον σε πολιτική κυριαρχία.
Η ΕΛΑΣ του κ. Τσίπρα φαίνεται να χάνει την αρχική δυναμική της. Οι τάσεις της στην πρόθεση ψήφου είναι ελαφρώς πτωτικές, η διαφορά της από το ΠΑΣΟΚ μειώνεται, ενώ δεν έχει καταφέρει, προς το παρόν τουλάχιστον, να συσπειρώσει ούτε καν το ακροατήριο του παλαιού ΣΥΡΙΖΑ. Οι εξελίξεις δεν μπορούν ασφαλώς να προεξοφληθούν, αλλά το αρχικό μομέντουμ μετά την ανακοίνωση του κόμματος μοιάζει να έχει χαθεί.
Για το ΠΑΣΟΚ η εικόνα είναι κάπως διαφορετική, όχι όμως ιδιαιτέρως ενθαρρυντική. Μετά την αρχική αμηχανία που δημιούργησε η εξαγγελία των κομμάτων Τσίπρα και Καρυστιανού, όταν κάποιες έρευνες το έδειξαν μέχρι και 4ο κόμμα, δείχνει να ξαναβρίσκει τα πατήματά του. Η ελαφρά άνοδος των ποσοστών του, ωστόσο, δεν έχει μέχρι στιγμής συνοδευτεί από την επίτευξη του βασικού στρατηγικού του στόχου: την κατάκτηση τουλάχιστον της δεύτερης θέσης. Αν αυτό δεν συμβεί, το ΠΑΣΟΚ θα έχει μείζον στρατηγικό πρόβλημα. Εάν μπει σε κυβερνητικό σχήμα, θα έχει εσωτερικά ζητήματα και δύσκολα θα διεκδικήσει μελλοντικά τον ρόλο βασικού πόλου εξουσίας. Εάν δεν μπει και οδηγηθούμε σε δεύτερες εκλογές, θα έχει σημαντικές απώλειες και εκ δεξιών και εξ αριστερών.
Δυστοκία καταγράφεται και στα μικρότερα κόμματα. Το ΚΚΕ, παρά τα προβλήματα των υπολοίπων σχηματισμών της Αριστεράς, παραμένει στάσιμο στα ίδια περίπου ποσοστά που καταγράφει εδώ και χρόνια.
Η Ελληνική Λύση εμφανίζεται ενισχυμένη σε σχέση με τις προηγούμενες εκλογές και με συμπαγή εκλογική βάση στη Βόρεια Ελλάδα, δεν έχει όμως πλέον ανοδική τάση και αναμένεται να αντιμετωπίσει μεγαλύτερο ανταγωνισμό, καθώς στον χώρο που κινείται εισέρχονται πλέον και άλλοι διεκδικητές.
Η Φωνή Λογικής της Αφροδίτης Λατινοπούλου δείχνει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, με τις περισσότερες δημοσκοπήσεις να την καταγράφουν πάνω από το όριο του 3%, όχι όμως πολύ πιο πάνω. Η εμφάνιση νέων ανταγωνιστών τόσο στις νεότερες ηλικίες (Κασιδιάρης) όσο και στο κοινό των πρώην ψηφοφόρων της Ν.Δ. (Σαμαράς) ίσως σταθεί μοιραία για εκείνη.
Η Πλεύση Ελευθερίας, μετά τη δημοσκοπική εκτίναξή της την περίοδο της ακραίας έντασης με επίκεντρο την τραγωδία των Τεμπών, είναι πλέον σε πτωτική πορεία. Στρατηγικά δεν είναι ξεκάθαρο τι μπορεί να υποσχεθεί, καθώς από τη μια δεν μπορεί να συνεργαστεί με κανένα κόμμα, από την άλλη το αίσθημα οργής που προσπαθεί να εκφράσει έχει πλέον πολλούς επίδοξους εκφραστές.
Η Ελπίδα για τη Δημοκρατία της Μαρίας Καρυστιανού, που πριν από μερικούς μήνες στη δυνητική ψήφο ορισμένων δημοσκοπήσεων εμφανιζόταν να διεκδικεί ακόμη και τη δεύτερη θέση, πλέον καταγράφεται γύρω στο όριο εισόδου στη Βουλή, και αυτό τα λέει όλα.
Ακόμη και για τον Αντώνη Σαμαρά, οι τάσεις που καταγράφονται στις δημοσκοπήσεις δεν είναι βέβαιο ότι ανταποκρίνονται στις προσδοκίες του. Η εμπειρία δείχνει ότι η πραγματική πρόθεση ψήφου, μετά την επίσημη ανακοίνωση κάποιου κόμματος, είναι κατά κανόνα μικρότερη ακόμη και από τον στενότερο πυρήνα δυνητικής ψήφου που καταγράφεται πιο πριν.
Ολα, δε, ανεξαιρέτως τα κόμματα και όλα τα πολιτικά πρόσωπα έχουν αρνητικό ισοζύγιο θετικών - αρνητικών αξιολογήσεων.
Οι παραπάνω διαπιστώσεις δεν αποτυπώνουν μόνο τη γενικευμένη κρίση πολιτικής εμπιστοσύνης. Προϊδεάζουν και για τα χαρακτηριστικά της επόμενης αναμέτρησης. Δεν θα είναι εκλογές μεγάλων προσδοκιών, αλλά ούτε εκλογές που θα κυριαρχήσει η οργή και η απόρριψη.
Ενα καθοριστικό τμήμα του εκλογικού σώματος θα κινηθεί με όρους τακτικής ψήφου, προσπαθώντας να επιλέξει όχι εκείνον που το εκφράζει περισσότερο, αλλά εκείνον που θεωρεί ότι μπορεί, συγκριτικά καλύτερα, να υπηρετήσει τις προτεραιότητές του.
Ποιες είναι αυτές; Για κάποιους, η προσωπική (οικονομική) τους κατάσταση. Για άλλους, συγκεκριμένα ζητήματα πολιτικής που τους απασχολούν. Αλλοι θα προτάξουν την ανάγκη πολιτικής σταθερότητας. Αλλοι την ανάγκη πολιτικής αλλαγής. Με κοινό στοιχείο για κάθε επιμέρους ομάδα όχι τόσο τη θετική ταύτιση με κάποιο κόμμα –η οποία αν υπήρχε θα είχε ήδη δημιουργήσει αντίστοιχη δυναμική– όσο τη δυσπιστία απέναντι στις εναλλακτικές επιλογές. Το ποιο ζήτημα θα κυριαρχήσει προεκλογικά θα φανεί στην πορεία. Προς το παρόν, πάντως, η δυσαρέσκεια για όλους δεν μετατρέπεται σε πολιτικό πλεονέκτημα για κανέναν.
























