Στάσιμη παραμένει η Ελλάδα στη διεθνή κατάταξη της φορολογικής ανταγωνιστικότητας, καταλαμβάνοντας για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά την 23η θέση μεταξύ των 38 χωρών του ΟΟΣΑ. Η υψηλή φορολογία στην κατανάλωση, οι επιβαρύνσεις στην ακίνητη περιουσία και οι περιορισμοί που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να αποτελούν βασικές αδυναμίες του ελληνικού φορολογικού συστήματος.
Σύμφωνα με τον Δείκτη Διεθνούς Φορολογικής Ανταγωνιστικότητας 2026, που παρουσιάζει στην Ελλάδα το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ) σε συνεργασία με το Tax Foundation, η χώρα συγκεντρώνει συνολική βαθμολογία 65,9 στα 100, έναντι 65,7 το 2025. Η οριακή αυτή βελτίωση, ωστόσο, δεν ήταν αρκετή για να αλλάξει τη θέση της στην κατάταξη.
Η εικόνα διαφοροποιείται σημαντικά ανάλογα με την κατηγορία φορολόγησης. Η Ελλάδα εμφανίζει την καλύτερη επίδοσή της στη φορολόγηση φυσικών προσώπων, όπου καταλαμβάνει την 5η θέση, ενώ βρίσκεται στην 22η θέση στην εταιρική φορολογία και στη 19η στους κανόνες διασυνοριακής φορολόγησης. Αντίθετα, υποχωρεί στην 29η θέση όσον αφορά τη φορολόγηση της κατανάλωσης και στην 30ή στους φόρους επί της ιδιοκτησίας, δύο τομείς που εξακολουθούν να επιβαρύνουν τη συνολική ανταγωνιστικότητα της χώρας.
Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που αναδεικνύει η μελέτη είναι ο ΦΠΑ. Ο βασικός συντελεστής στην Ελλάδα παραμένει στο 24%, συγκαταλεγόμενος στους υψηλότερους του ΟΟΣΑ, ενώ η φορολογική του βάση καλύπτει μόλις το 44% της τελικής κατανάλωσης. Αυτό σημαίνει ότι, παρά τον υψηλό συντελεστή, σημαντικό μέρος της κατανάλωσης δεν υπάγεται στον κανονικό ΦΠΑ, λόγω εξαιρέσεων και μειωμένων συντελεστών.
Αρνητικά αξιολογείται επίσης η ύπαρξη πολλών διαφορετικών φόρων που επιβαρύνουν την περιουσία και τις συναλλαγές. Στην Ελλάδα επιβάλλονται φόροι στις μεταβιβάσεις ακινήτων, στις κληρονομιές, στις αυξήσεις κεφαλαίου και στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές, ενώ προβλέπεται και ειδική εισφορά στις τράπεζες.
Στα προβλήματα προστίθενται οι περιορισμοί στον συμψηφισμό επιχειρηματικών ζημιών. Οι ελληνικές επιχειρήσεις έχουν περιορισμένες δυνατότητες να μεταφέρουν ζημιές για συμψηφισμό με μελλοντικά κέρδη, ενώ δεν μπορούν να τις χρησιμοποιήσουν για τη μείωση φορολογητέων κερδών προηγούμενων χρήσεων. Σύμφωνα με τη μελέτη, οι κανόνες αυτοί περιορίζουν την ευελιξία των επιχειρήσεων, ιδιαίτερα όσων πραγματοποιούν επενδύσεις με μεγάλο αρχικό κόστος.
Στον αντίποδα, η Ελλάδα διατηρεί ορισμένα φορολογικά πλεονεκτήματα που ενισχύουν την ελκυστικότητά της για επενδυτές. Ο φόρος στα μερίσματα ανέρχεται σε 5%, σημαντικά χαμηλότερα από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, που διαμορφώνεται στο 24,7%.
Αντίστοιχα, ο συντελεστής φορολόγησης των επιχειρηματικών κερδών βρίσκεται στο 22%, έναντι 24,2% κατά μέσο όρο στις χώρες του Οργανισμού.
Στα θετικά χαρακτηριστικά περιλαμβάνεται επίσης η απαλλαγή από τη φορολογία ορισμένων κεφαλαιακών κερδών από εισηγμένες μετοχές, καθώς και οι σχετικά μετριοπαθείς κανόνες φορολόγησης των ελεγχόμενων αλλοδαπών εταιρειών.
Σε διεθνές επίπεδο, η Εσθονία διατηρεί για 13η συνεχόμενη χρονιά την πρώτη θέση, διαθέτοντας, σύμφωνα με τον Δείκτη, το πλέον ανταγωνιστικό φορολογικό σύστημα μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ. Ακολουθούν η Λετονία και η Νέα Ζηλανδία, ενώ στην τελευταία θέση βρίσκεται η Γαλλία. Η Ελλάδα τοποθετείται ακριβώς κάτω από τη Φινλανδία, που βρίσκεται στην 22η θέση, και πάνω από τη Χιλή, η οποία καταλαμβάνει την 24η.
Πως θα μπορούσε να διορθωθεί η κατάσταση;
Στο επίκεντρο των προτεινόμενων παρεμβάσεων βρίσκονται η διεύρυνση της φορολογικής βάσης του ΦΠΑ, ο εξορθολογισμός των φόρων ιδιοκτησίας και η αναθεώρηση των κανόνων συμψηφισμού επιχειρηματικών ζημιών.
Το πρώτο πεδίο παρέμβασης αφορά τον ΦΠΑ, όπου η Ελλάδα καταλαμβάνει μόλις την 29η θέση. Παρότι ο βασικός συντελεστής βρίσκεται στο 24%, η φορολογική βάση καλύπτει μόνο το 44% της τελικής κατανάλωσης. Η κατεύθυνση που αναδεικνύεται είναι η διεύρυνση της βάσης, με περιορισμό των εξαιρέσεων και των ειδικών φορολογικών καθεστώτων, ώστε να περιοριστούν οι διαφοροποιήσεις στη φορολογική μεταχείριση προϊόντων και υπηρεσιών. Μια τέτοια μεταρρύθμιση, ωστόσο, θα είχε και κοινωνικές προεκτάσεις, καθώς η κατάργηση μειωμένων συντελεστών θα μπορούσε να αυξήσει τις τιμές ορισμένων αγαθών. Για τον λόγο αυτό, μια πιθανή αναδιάρθρωση του ΦΠΑ θα μπορούσε να συνδυαστεί με μείωση του βασικού συντελεστή ή στοχευμένες παρεμβάσεις για τα ευάλωτα νοικοκυριά. Πρόκειται για πιθανές επιλογές φορολογικής πολιτικής και όχι για συγκεκριμένα κυβερνητικά μέτρα που έχουν ανακοινωθεί.
Το δεύτερο μεγάλο μέτωπο είναι η φορολογία της ιδιοκτησίας, στην οποία η Ελλάδα βρίσκεται στην 30ή θέση. Η μελέτη εντοπίζει πρόβλημα στη συσσώρευση διαφορετικών φόρων που επιβάλλονται στην κατοχή και τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, στις κληρονομιές, στις αυξήσεις κεφαλαίου και στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές. Στην πράξη, η κατεύθυνση μιας μεταρρύθμισης θα μπορούσε να είναι η απλοποίηση του πλαισίου και η επανεξέταση φόρων που αυξάνουν το κόστος των συναλλαγών και των επενδύσεων. Ιδιαίτερη σημασία έχει η φορολογική επιβάρυνση που συνδέεται με την αξιοποίηση και τη μεταβίβαση ακινήτων, καθώς επηρεάζει τόσο τα νοικοκυριά όσο και τις επιχειρήσεις.
Τέλος, το τρίτο πεδίο αφορά τον συμψηφισμό των ζημιών των επιχειρήσεων με τα φορολογητέα κέρδη τους. Σήμερα, οι επιχειρήσεις στην Ελλάδα αντιμετωπίζουν χρονικούς περιορισμούς στη μεταφορά ζημιών σε επόμενες χρήσεις, ενώ δεν προβλέπεται η δυνατότητα συμψηφισμού τους με κέρδη προηγούμενων ετών.



























