Στις προκλήσεις που θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει η παγκόσμια οικονομία το 2027, με κυριότερες τον πληθωρισμό, τις δημοσιονομικές πιέσεις και τους εμπορικούς περιορισμούς, αναφέρθηκε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, υπογραμμίζοντας την ανάγκη διατήρησης της νομισματικής σταθερότητας και ενίσχυσης της διεθνούς οικονομικής συνεργασίας.
Μιλώντας στο Οικονομικό Φόρουμ της Κωνσταντινούπολης, που πραγματοποιήθηκε στις 8 και 9 Οκτωβρίου, ο Γιάννης Στουρνάρας εκτίμησε ότι η παγκόσμια οικονομία θα βρεθεί αντιμέτωπη το επόμενο έτος με κινδύνους αντίστοιχους εκείνων του 2026. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι διαταραχές στην προσφορά και τη ζήτηση, οι δημοσιονομικές δυσχέρειες ορισμένων χωρών και η επιβολή δασμών στο διεθνές εμπόριο.
Σε δηλώσεις του στο πρακτορείο Anadolu, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην αντιμετώπιση των πληθωριστικών πιέσεων στην ευρωζώνη, επισημαίνοντας ότι η σταθεροποίηση των προσδοκιών αποτελεί βασική προϋπόθεση για την αποτελεσματικότητα της νομισματικής πολιτικής.
Όπως ανέφερε, ο πληθωρισμός διαμορφώνεται στο 3,8%, παραμένοντας σημαντικά υψηλότερα από τον στόχο του 2% που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
«Θεωρώ απαραίτητο να διατηρήσουμε υπό έλεγχο τις πληθωριστικές προσδοκίες στη ζώνη του ευρώ», τόνισε, υπογραμμίζοντας ότι η αξιοπιστία της ΕΚΤ αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τη διατήρηση της οικονομικής σταθερότητας.
Παράλληλα, σημείωσε ότι η προηγούμενη σταδιακή αύξηση των επιτοκίων συνέβαλε στην αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, χωρίς να προκαλέσει ύφεση ή σοβαρές αναταράξεις στο τραπεζικό σύστημα. Εξέφρασε μάλιστα την πεποίθηση ότι μπορεί να επιτευχθεί ανάλογο αποτέλεσμα και στην παρούσα συγκυρία.
Ο κ. Στουρνάρας αναγνώρισε, ωστόσο, ότι οι διαταραχές στην προσφορά δημιουργούν πρόσθετες δυσκολίες για τις κεντρικές τράπεζες, καθώς τα εργαλεία νομισματικής πολιτικής είναι περισσότερο αποτελεσματικά στην αντιμετώπιση προβλημάτων ζήτησης.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην τεχνητή νοημοσύνη, επισημαίνοντας τις σημαντικές επιπτώσεις που ενδέχεται να έχει στην αγορά εργασίας. Εξέφρασε την ελπίδα ότι οι νέες τεχνολογίες θα λειτουργήσουν συμπληρωματικά προς την ανθρώπινη εργασία, αντί να οδηγήσουν σε εκτεταμένη υποκατάστασή της.
Στο πλαίσιο αυτό, υπογράμμισε την ανάγκη ισχυρών θεσμών και κατάλληλων μηχανισμών προστασίας των εργαζομένων από πιθανές αρνητικές συνέπειες.
Κλείνοντας, τάχθηκε υπέρ της διεθνούς οικονομικής συνεργασίας και κατά των εμπορικών περιορισμών, τονίζοντας ότι η κατάργηση των δασμών και ο τερματισμός των γεωπολιτικών συγκρούσεων θα μπορούσαν να δημιουργήσουν σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης και ευημερίας σε παγκόσμιο επίπεδο.































